Οι εκδόσεις μας > Ελληνική & Ξένη Λογοτεχνία

Τίτλος βιβλίου
   

ΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΣΕΡΕΤΗΣ,
Ο παράξενος επισκέπτης,
δώδεκα διηγήματα
216 σελ.

Ο Άγγελος Σερέτης γεννήθηκε στις Σέρρες. Σπούδασε Γερμανικά στο Ινστιτούτο Γλωσσών και Διερμηνέων του Μονάχου και νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στη Θεσσαλονίκη.

Στο εξώφυλλο, πίνακας του Σπύρου Παναγιωτίδη.

 

[ISBN:978-960-9488-18-1]

Δέσποινα Λέφα,
ΑΝΑΣΧΕΣΗ

Η Δέσποινα Λέφα γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα όπου και ζει. Το 1978 αρχίζει σπουδές Κοινωνιολογίας στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών, τις οποίες πολύ σύντομα εγκαταλείπει. Έκτοτε αρχίζει την ουσιαστική μόρφωσή της μέσω αυτομόρφωσης την οποία και συνεχίζει.

Άλλα έργα της Δέσποινας Λέφα στις «Νησίδες»:

Μετατοπίσεις, μικρά πεζά, 2004

Αντι-Θυέστης και άλλες ιστορίες βρώσης, μικρά πεζά, 2005

Ατοπίες, μικρά πεζά, 2008

Το τέλος της φοβίας, μικρά πεζά, 2010

Η κοινωνία του Δέλτα, μικρά πεζά, 2011

Μετέφρασε το βιβλίο του Γκέοργκ Γιόζεφ Πάουλους Περί του ανθρωπίνου κάλλους ή μια άλλη κωμωδία, το οποίο κυκλοφορεί στις «Νησίδες» (2009).

Πέντε μικρά πεζά: Ανάσχεση
Επικτήτειο
Εξεγειρόμενοι
Διάλογος
Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα

Μικρά πεζά κείμενα μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως. Σκόρπιες σκέψεις, πανίσχυρα συναισθήματα σε λιτά κείμενα που δεν έχουν πρόθεση να αστειευτούν με τον αναγνώστη τους. Αλλά να του υπενθυμίσουν ότι υπάρχουν κάποιες στιγμές που δεν ξεφεύγεις από την ανάκριση στην οποία σε υποβάλλει ο εαυτός σου: «Μία στιγμή μοναδική για τον καθένα μας, θεότρελη, σ' αυτό ακατάβλητη και παιχνιδιάρα, να παίζει καρουζέλ με τις υπόλοιπες, μέρος ενός σπασμένου τηλεφώνου».
Έφη Φαλίδα, ΤΑ ΝΕΑ, για τις Μετατοπίσεις της Δέσποινας Λέφα.

 

[ISBN:978-960-9488-16-7]

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ,
Ψάρι με κεφάλι και ουρά
Διηγήματα

Ο Ξενοφών Ευστρατίου Μαυραγάνης γεννήθηκε στο Πλωμάρι Λέσβου το 1940, όπου και έμαθε γράμματα.
Σπούδασε νομικά στη Θεσσαλονίκη, όπου και εργάσθηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος.

Μέλος του Δ.Σ. της Φοιτητικής Ένωσης Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΦΕΑΠΘ) και του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής «Πέτρος Βάληνδας», συμπρόεδρος με τον Νίκο Κωνσταντόπουλο της επιτροπής του Καταστατικού Χάρτη της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδος (ΕΦΕΕ) του Γ΄ Πανσπουδαστικού (ιδρυτικού) Συνεδρίου το 1963.
Διευθυντής του περιοδικού της Αριστεράς στη Θεσσαλονίκη Σπουδαστικός Κόσμος.
Δημοσιογράφος στις εφημερίδες Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, συνέδεσε τα πρώτα του βήματα στο ρεπορτάζ με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, της οποίας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Εργάσθηκε επίσης στις εφημερίδες Το Βήμα, Ακρόπολις, Απογευματινή, Αυγή, Καθημερινή (έκδοση Θεσσαλονίκης). Διευθυντής ραδιοφωνίας βορείου Ελλάδος το 1989-90.
Τα τελευταία χρόνια διατηρεί τη στήλη «Αιρετικά» αρχικά στο Εμπρός και ακολούθως στα Νέα της Λέσβου της Μυτιλήνης.
Μέλος της ΕΣΗΕΜΘ (Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας Θράκης) και μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 2006, νομικός της σύμβουλος.
Στη δικτατορία υπερασπίσθηκε φοιτητές κυρίως που διώκονταν από τη χούντα και στη μεταπολίτευση έλαβε μέρος σε πολλές δίκες βασανιστών ως εκπρόσωπος βασανισθέντων.
Δημοτικός Σύμβουλος Καλαμαριάς 1979-1990.
Μέλος του γραφείου σπουδάζουσας της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, στέλεχος του Κ.Κ.Ε.εσ. και του ΣΥΝ μέχρι πρόσφατα.
Είναι νυμφευμένος με την εκπαιδευτικό Έφη Τσαπαρδώνη και έχουν τρία παιδιά.
Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο Πλωμάρι, όπου είναι πρόεδρος του Δ.Σ. της «Λέσχης Πλωμαρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος», και τη Θεσσαλονίκη.

Μνήμες και βιώματα ενισχυμένα με τη νοσταλγία, ίσως και την πίκρα, εποχών, συνηθειών και ανθρώπων που εξέλιπαν δια παντός, αναστηλώνονται και ζωντανεύουν μέσα στις σελίδες τού Ψάρι με κεφάλι και ουρά. Μετανάστες που ξεκίνησαν να βρουν την τύχη τους απ' τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά στις πιο μακρινές άκρες του κόσμου, κι άλλοι που ήρθαν για τον ίδιο λόγο απ' τους καθημαγμένους τόπους τους, πρόσφυγες, καταδιωγμένοι, απόκληροι, αλλά και χαρακτηριστικοί για τις ιδιορρυθμίες τους τύποι συνωθούνται και διαλέγονται στις ίδιες σελίδες. Μάνες και γιαγιάδες, που χαϊδεύουν και φιλούν τις φωτογραφίες παιδιών και εγγονών τους, που δεν τα είδαν ή δεν θα τα δουν ποτέ, παπάδες που αντί παρηγοριά και παραμυθία μοιράζουν φόβο και απειλές σε συνδυασμό με μια ακατασίγαστη επιθυμία νόστου, γιατί «Όσο καλά και να τα φτιάξεις, κόρη μου, εκεί στην ξενιτιά, τόσο καλά όσο στον τόπο σου δεν γίνονται».

Ψάρι με κεφάλι και ουρά. Έτσι επιγράφεται η νέα συλλογή διηγημάτων του Ξενοφώντα Μαυραγάνη, Προέδρου της Λέσχης Πλωμαρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό απ' τον εκδοτικό οίκο «Νησίδες». Από τα 25 διηγήματα, τα περισσότερα αφορούν πρόσωπα του παλιού Πλωμαριού, ενώ τα υπόλοιπα εστιάζουν σε ιστορίες που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη μετανάστευση. - Το βιβλίο διαβάζεται -«ρουφιέται», καλύτερα- απνευστί. Και λόγω της αφηγηματικής δεινότητας του συγγραφέα, αλλά και λόγω της γλώσσας, που ρέει αβίαστη και φυσική, αλλά ταυτόχρονα και υπέροχα ποικιλμένη με λογής-λογής τύπους της καθαρεύουσας και της πλωμαρίτικης «διαλέκτου». - Ο Ξ. Μαυραγάνης περιγράφει ιστορίες ανθρώπων, για την ακρίβεια περιπέτειες ζωής. Επειδή όμως κάθε ατομικός βίος είναι ταυτόχρονα και μια πτυχή του συλλογικού γίγνεσθαι, μας παραδίδει τελικά μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τοιχογραφία του παλιού Πλωμαριού. Οι ιστορίες της ζωής των ηρώων του γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο κεντά με καταπληκτική δεινότητα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας και λεπτομέρειες μιας ζωής που ήταν στοιχημένη σε πολύ διαφορετικούς αξιακούς κώδικες απ' τους σημερινούς. Πίσω απ' τις περιγραφές του Ξ. Μαυραγάνη θα διακρίνει κανείς, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, τον καημό του μετανάστη, τον ψυχισμό του θαλασσινού, τις αυστηρές αρχές του παλιού οικογενειάρχη, τη σύγκρουση των νοοτροπιών ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, τα γνωστά πάθη των ανθρώπων, πριν η ομοιογενοποίηση των τελευταίων δεκαετιών τούς ισοπεδώσει. -Κάθε διήγημα μοιάζει με μια μεστή φιλμική αφήγηση. Ο συγγραφέας εστιάζει στο καίριο και το ουσιώδες, παραλείποντας το αυτονόητο και το τετριμμένο. Έτσι καταφέρνει, κάνοντας άλματα στον χρόνο, να φτιάχνει ιστορίες που δεν κουράζουν, αλλά παρασέρνουν τον αναγνώστη σε ένα μαγευτικό ταξίδι με απανωτά φλασ-μπάκ. Αυτές οι συνεχείς «βουτιές» στο χθες δίνουν στον συγγραφέα την ευκαιρία να φωτίσει στοιχεία, κοινωνικές δομές, διατρωματώσεις, εθιμικές πρακτικές, οικονομικές δοσοληψίες, επαγγελματικές συνήθειες του χθες. Όλα τα παραπάνω αποτελούν το φόντο των ιστοριών του και αποκαλύπτουν μια ζώσα και παλλόμενη ιστορική πραγματικότητα, εντυπωσιακά ελκυστικότερη από τις «κατεψυγμένες» εικόνες που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας ιστορικές αναφορές, άγευστες, εγκλωβισμένες σε ημερομηνίες και γεγονότα. - Φυσικά, δεν λείπουν και οι επώνυμοι πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας εντάσσει στα διηγήματά του και σημαντικά ιστορικά γεγονότα -άγνωστα στους πολλούς- με χαρακτηριστικότερο τη συνάντηση του Πλωμαρίτη καπετάνιου Πούλια (που προστάτευε τα νότια παράλια του νησιού απ' τις επιδρομές των Ψαριανών πειρατών) υπό τις διαταγές του Τούρκου κυβερνήτη της Λέσβου Κουλαξίζ Αγά, και του Κ. Κανάρη, που μαζί με τον Παπανικολή ήταν τα πρωτοπαλλήκαρα των επιθέσεων των Ελλήνων κατά του τουρκικού στόλου στην επανάσταση του 1821. Η συνάντηση γίνεται μυστικά, με στόχο ο Πούλιας να φύγει απ' τον Κουλαξίζ Αγά και να ενώσει τις ναυτικές δυνάμεις του μ' εκείνες των επαναστατημένων Ελλήνων. Το περιστατικό που περιγράφεται είναι απ' τα πιο ενδιαφέροντα του βιβλίου και δείχνει πόσο δύσκολο είναι να χωρέσει η ιστορία σε απλουστευτικά δίπολα και πόσο σύνθετη παρουσιάζεται πολλές φορές η πραγματικότητα. - Για όλα τα παραπάνω, και για πολλά άλλα που δεν επαρκεί ο χώρος ν' αναφέρουμε, το Ψάρι με κεφάλι και ουρά είναι ένα βιβλίο που τιμά τα λεσβιακά γράμματα και ξεχωρίζει μέσα στον καταιγισμό των εκδόσεων, και αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί αφού, πέρα απ' τη λογοτεχνική του αξία, αποτελεί και πολύτιμη λαογραφική και ιστορική παρακαταθήκη. - (Χριστίνα Βογιάννη, Τα ΝΕΑ της Λέσβου, Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011)

Ο Ξενοφών Μαυραγάνης είναι ένας πραγματικός ευπατρίδης. Η ιδιαίτερη πατρίδα του η Λέσβος αλλά και η θετή του πατρίδα η Θεσσαλονίκη είναι φανερό ότι καταλαμβάνουν ένα σημαντικό μερίδιο στην καρδιά του και μονοπωλούν τους στοχασμούς του. Είκοσι πέντε μικρά αφηγήματα αποτυπώνουν με ευαίσθητες αποχρώσεις και φωτοσκιάσεις την ανθρωπογεωγραφία των δύο αυτών τόπων με επίκεντρο τη μετανάστευση. Νοσταλγικές αναδρομές, βιωματικές διηγήσεις, ανακαλούν στιγμές και γεγονότα από τον βίο ανθρώπων που αγάπησαν τον τόπο τους, εξαναγκάστηκαν από τις περιστάσεις να τον εγκαταλείψουν, επέστρεψαν στα στερνά του βίου τους ή αποξεχάστηκαν σε ξένη γη για να ταφούν εκεί. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου με την ευγένεια και το άρωμα άλλων εποχών, οι ιστορίες των ανθρώπων που αποφάσισαν να φύγουν από τη Λέσβο για να βρουν την τύχη τους στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά και οι ιστορίες όσων βασανισμένοι, ανέστιοι και πένητες αναζήτησαν καταφύγιο στη δική μας χώρα, εγκαταλείποντας πατρίδες που μαστίζονταν από την πείνα και την ανέχεια, και σπαράσσονταν από πολέμους, διαδέχονται η μια την άλλη. Αναπτύσσονται ισότιμα και ισοδύναμα με μια απόλυτη συμμετρία συναισθημάτων. Ο συγγραφέας παρακολουθεί αμερόληπτα και ευπροσήγορα τις απεγνωσμένες κινήσεις του ανθρώπινου αυτού κοπαδιού που μετακινείται από τόπο σε τόπο για να επιβιώσει. Αφηγείται με ευαισθησία και διεισδυτικότητα τα πάθη και τις αγωνίες του να ξαποστάσει, να προσαρμοστεί, να προκόψει, να ριζώσει σε ξένα μέρη, κοντά σε άγνωστους ανθρώπους, μακριά από οικεία ήθη, έθιμα και συνήθειες, έξω από το λίκνο της γλώσσας και του τόπου του. - Τα αφηγήματα μιλούν για νεαρές κοπέλες που μετανάστευσαν στη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία και την Αμερική τη δεκαετία του 1930, για να μη γυρίσουν ποτέ. Για γριές μανάδες που ξέμειναν να περιμένουν γιους και κόρες που ξενιτεύτηκαν. Να ονειρεύονται με ανοιχτά μάτια στιγμές χαράς που παρήλθαν και να κλαίνε φιλώντας φωτογραφίες εγγονών που δεν θα γνωρίσουν, δεν θα σφίξουν στην αγκαλιά τους και δεν θα κανακέψουν ποτέ. Μικρές ιστορίες σαν φωτογραφικά στιγμιότυπα διαδέχονται η μια την άλλη αποτυπώνοντας έρημα χωριά που μαραζώνουν, κλειδωμένα πέτρινα αρχοντικά σπίτια που ρημάζουν, εύφορους τόπους που μένουν ακαλλιέργητοι. Για μια χούφτα κατοίκους που συντηρούν στοργικά τη μνήμη του τόπου με τις τελετουργίες των γεωργικών και κτηνοτροφικών εργασιών. Αειθαλείς γέροντες που όσο αντέχουν ακολουθούν πεισματικά τον κύκλο των εποχών, ριζωμένοι στη γη του νησιού τους. Καλλιεργούν στην εύφορη γη την ελιά και το σταφύλι, βόσκουν, αρμέγουν και τυροκομούν τα λίγα ζώα τους. Άνθρωποι που ο καθημερινός μόχθος είναι η άγκυρά τους με τη ζωή και τον τόπο. Άνθρωποι στωικοί που ζουν για να θυμούνται και να προσμένουν με ελπίδα την επιστροφή των δικών τους. Φαροφύλακες στην ερημιά του χειμώνα, που περιμένουν τους επισκέπτες του καλοκαιριού και τους ξενιτεμένους, για να ζωντανέψουν τα χωριά, να ανοίξουν τα κλειστά σπίτια, να αποκτήσουν φωνή οι στράτες, οι πλατείες και τα μαγαζιά. - Ο συγγραφέας δεν είναι επιλήσμων. Ο ξένος, ο άλλος, είναι για τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη ο Λέσβιος των αρχών του 20ού αι., που διεκδικούσε μια καλύτερη ζωή πολύ μακριά από την πατρίδα του. Οι ιστορίες των μεταναστών του τόπου μας ρίχνουν ένα φως κατανόησης και συμπόνιας στις ιστορίες των φυγάδων που βρίσκουν καταφύγιο στη χώρα μας για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους: το σμάρι των γυναικών από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που συνωστίζεται στις μεγαλουπόλεις αναζητώντας εργασία, τα παιδιά των πολιτικών προσφύγων που επιστρέφουν στη χώρα των πατέρων τους ψάχνοντας τον φιλόξενο τόπο που το άλγος του νόστου χάλκευε, για να συναντήσουν την καχυποψία και το αδιέξοδο, εκείνους που ξεβράζει η θάλασσα μισοπεθαμένους στις παραλίες των νησιών μας. Ανθρώπινα ράκη, έρμαια της ανάγκης και της απληστίας των δουλεμπόρων, επικερδές φορτίο στα αμπάρια των σαπιοκάραβων. - Η αφήγησή του ακουμπά στοργικά στις ζωές ιδιαίτερων ανθρώπων της πατρίδας του. Χαρακτηριστικοί τύποι της Λέσβου και ιστορικά πρόσωπα που μετείχαν και διακρίνονταν στον κοινοτικό βίο, παραμυθάδες και γόητες, αστοί και αριστοκράτες, εραστές της καλοπέρασης και της ωραιότητας, διανθίζουν με την ιδιαιτερότητα του βίου τους τις περιγραφές των τόπων του νησιού. Ένα μωσαϊκό αναμνήσεων, με εικόνες από το Πλωμάρι, τη Μυτιλήνη, το Σίγρι, το Παλαιοχώρι και τη Μελίντα, εμψυχώνονται με γεύσεις και αρώματα από βουτυράτες μυτζήθρες και εύγευστα τυριά, μυρωδάτο ούζο, ρακές και τσίπουρα, φρέσκα ζαρζαβατικά και ψάρια, σπάνιους θαλασσινούς μεζέδες, νόστιμα κρέατα και σιροπιαστά γλυκά, για να φιλοτεχνήσουν το πορτραίτο του αγαπημένου νησιού. - Η Γιασεμή, η Αμερισούδα, η Διαμάντω, η Φωτεινή, η Πηνελόπη, η Βαρβάρα, οι ανώνυμες γυναίκες από το πρώην ανατολικό μπλοκ που εργάζονται στα σπίτια μας και κατακλύζουν τις πόλεις μας, ο Γιάννης, ο Μίροσλαβ, ο Φαρχάν, ο Τζιμ ή Ξενοφών, οι άνθρωποι του μόχθου και της ανάγκης διασταυρώνονται στις σελίδες του βιβλίου όπως και οι πατρίδες τους, ανταλλάσσοντας απόγνωση, πόνο, μοναξιά, εγκαρτέρηση, δάκρυα λύπης και χαράς. (.) - (Μαρία Μοίρα, ΑΥΓΗ, Κυριακή 16.10.2011)

Ιστορίες γεμάτες ελπίδα, όνειρα και προσδοκίες, που «ενηλικιώνονται» κάποτε άδοξα και άλλοτε στεφανώνονται τη γαλήνη της κατάκτησης των απλών, αλλά σπουδαίων. Αφηγήσεις που ζωντανεύουν επεισόδια ζωής, στα οποία λίγο πολύ όλοι υπήρξαμε μάρτυρες -είτε αυτόπτες είτε ακροατές προφορικών διηγήσεων. Με ήρωες καθημερινούς, που αποδεικνύονται και οι πιο σπουδαίοι τελικά και που πρωταγωνιστούν στο τελευταίο βιβλίο του Ξενοφώντα Μαυραγάνη με τίτλο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νησίδες». - Ο νομικός και δημοσιογράφος Ξενοφών Μαυραγάνης αναμετριέται με την τέχνη του διηγήματος και παρουσιάζει μια συλλογή από αυτά. Είκοσι πέντε στον αριθμό, τα περισσότερα υφαίνονται γύρω από πρόσωπα του παλιού Πλωμαρίου -Λέσβιος ο ίδιος στην καταγωγή- κι άλλα ξετυλίγουν γλυκόπικρες ιστορίες σύγχρονης μετανάστευσης. Με λόγο οικείο, αβίαστο, καθημερινό -με τα θετικά του προφορικού, χωρίς να στερείται συγγραφικής δεινότητας- στα ατού του οποίου προσμετράται και ένα γοητευτικό πάντρεμα πλωμαρίτικης ντοπιολαλιάς με στοιχεία καθαρεύουσας. - Έτσι, μέσα από τις σελίδες του μας συστήνει τη Γιασεμή, που στα 17 της υπήρξε το τελευταίο... «γιασεμί» του χωριού της, που έφυγε για να πεθάνει στα 92 της σ' εναν αγγλικό οίκο ευγηρίας. Στις ηρωίδες του συμπεριλαμβάνονται οι Πλωμαρίτισσες νοικοκυρές που «ξεχνούσαν» πάντα μια μικρή λεπτομέρεια από τις συνταγές που τους ζητούσαν. Η θεία Βαρβάρα, που καθ' οδόν για την ξενιτιά για να δει τις «λαχτάρες» και τις «αγάπες» της -τα παιδιά και τα εγγόνια- δεν την άφησαν να περάσει από τα σύνορα τα γλυκά του κουτουλιού και τον μπακλαβά της. Ενας πολυεκατομμυριούχος που έφυγε στα 95 του φτωχός σε απολαύσεις και πολυτέλειες χωρίς να καταφέρει να υλοποιήσει το άλλοθι της τσιγγουνιάς του...«την ενίσχυση των φτωχών και ορφανών του τόπου των γονιών του». Αλλά και ο Πλωμαρίτης καπετάνιος Πούλιας που προστάτευε τα νότια παράλια του νησιού από τις επιδρομές των Ψαριανών πειρατών. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ιστορίες των ηρώων του ξετυλίγονται με φόντο ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα της Ελλάδας, ενώ η αφήγηση διανθίζεται από στοιχεία της λαογραφίας και της παράδοσης του νησιού με πρωταγωνιστή... «το δάκρυ τσι Παναγίας», το ευλογημένο και ξακουστό ούζο της περιοχής. Ενα βιβλίο που σε ταξιδεύει στη ζωή και που συνάμα σε κάνει να θέλεις να ταξιδέψεις μέχρι τη Μυτιλήνη. - (ΓΙΩΤΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, εφημ. Αγγελιοφόρος, 6.8.2011)

Το 2009 ο Ξενοφών Ευστρατίου Μαυραγάνης, ο Πλωμαρίτης νομικός και δημοσιογράφος, ο γνωστός για την πολυσχιδή του δράση, μας έδωσε το πρώτο έργο του με τίτλο «Ο θείος μου ο Άγιος», το οποίο κυκλοφόρησε στη Μυτιλήνη, στη σειρά των εκδόσεων της εφημερίδας «Εμπρός». Κατά το τρέχον έτος κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη, στη σειρά των φροντισμένων εκδόσεων «Νησίδες», το δεύτερο έργο του, συλλογή 25 διηγημάτων με το χαρακτηριστικό τίτλο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» διαστάσεων 21χ14 εκ., απαρτιζόμενο από 204+4 σελίδες. - Ο συγγραφέας, άνθρωπος της γενιάς που μπήκε στο στίβο της ζωής με το έπος του 1940-41, είχε την ευκαιρία ν' αποθησαυρίσει αξιοποιήσιμες λογοτεχνικά θύμησες ως μαθητής, ως φοιτητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ως μαχόμενος δικηγόρος και ως δημοσιογράφος. Παράλληλα όμως πνεύμα ανήσυχο και φιλέρευνο, επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο και στη σπουδή της λεσβιακής ιστορίας και κατ' εξοχήν του γενέθλιου τόπου, του Πλωμαρίου και της ευρύτερης περιοχής του. - Άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε τρίτο ο Ξενοφών Μαυραγάνης ξετυλίγει τις υποθέσεις των διηγημάτων του, αντλώντας τες από γεγονότα, από περιστατικά, από καταστάσεις, από ιστορικά πρόσωπα όπως ο Πλωμαρίτης καπετάνιος των χρόνων της Επανάστασης του 1821 Δημήτριος Πούλιας (Πατρίδα 116-127) αλλά και από ανθρώπους της καθημερινής βιοπάλης και από γραφικούς τύπους. Η θεματική τους είναι πλούσια και μαρτυρεί πνευματική συγκρότηση, πείρα ζωής, ελευθερία σκέψης, στοχαστική διάθεση, κοινωνικό προσανατολισμό, χιούμορ, πολλές ευαισθησίες και περίσσια αγάπη για τη γενέτειρά του, για το νησί του, αλλά και για τη δεύτερη πατρίδα του τη νύμφη του Θερμαϊκού, όπου σπούδασε και σταδιοδρόμησε. - Θεματολογικός πυλώνας του ο άνθρωπος της υπαίθρου και των αστικών κέντρων, ως δουλευτής της γης, ως αποχειροβίοτος εργάτης, ως μετανάστης και ως αναζητητής της γης της επαγγελίας (Στου Βελγίου τις στοές 76-80), ως λαθρομετανάστης (Ήρθα για δουλειά 107-107) ως πολιτικός πρόσφυγας, ως Έλληνας επαναπατριζόμενος, ως θύμα του διεθνούς πολιτικού αμοραλισμού, ο οποίος δρα εν ονόματι δήθεν της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Το τελευταίο Ζάσταβα 183-189), κοντολογίς ως ενεργούμενο νοσηρών πολιτικο-κοινωνικών καταστάσεων. - Ο Ξενοφών Μαυραγάνης αξιοποιεί στα πεζογραφήματά του πλήθος πατριδογνωστικών, λαογραφικών, ηθογραφικών, γλωσσικών-ιδιωματικών, κοινωνικών και οικονομικών στοιχείων, τα οποία έχουν σχέση κατά κανόνα με τη Λέσβο. Διαθέτει παρατηρητικότητα, φωτογραφική και συγχρόνως διεισδυτική, η οποία δικαιολογεί και ενδυναμώνει την περιγραφικότητα και την αφηγηματικότητα, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον ευανάγνωστο και ρέοντα λόγο του. - Χωρίς να είναι θιασώτης απαρχαιωμένων αντιλήψεων, αισθάνεται συχνά πυκνά λύπη, νοσταλγία ή αποστροφή γι' αυτά που με το πέρασμα του χρόνου χάνονται στον καταποτήρα του παρελθόντος ή αλλοτριώνονται επικίνδυνα ή μεταστοιχειώνονται ανορθόδοξα ή δρομολογούν τον όλεθρο και την καταστροφή, όπως η απόρριψη υγιών στοιχείων της παράδοσης, η ρηγμάτωση των ηθών και των εθίμων, η εγκατάλειψη και η ερήμωση της υπαίθρου (Οικίαι εκατόν είκοσι 14-18), η αποβιομηχάνιση του τόπου, η μείωση των αναγκαίων αγαθών, η θυσία των πάντων στη φρενίτιδα του εκσυγχρονισμού, η καταλυτική τυποποίηση των προϊόντων (Ψάρι με κεφάλι και ουρά 30-39, απ' όπου και ο τίτλος του βιβλίου, η δημογραφική αποδυνάμωση, η απώλεια της εθνικής ταυτότητας και της μητρικής γλώσσας (Η ρίζα του γιασεμιού 9-13), ο ογκούμενος ρατσισμός καθώς και η άμβλυνση του ωραίου και η περίσσεια της κακογουστιάς στη εποχή μας. - Με το δεύτερο αυτό βιβλίο ο Ξενοφών Μαυραγάνης έδωσε και άλλα δείγματα της θελκτικής γραφίδας του, της συγγραφικής στόφας του, της κοινωνικής ευαισθησίας του, της υφολογικής απλότητάς του και της πλεονάζουσας αγάπης για την ιδιαίτερη πατρίδα του. - (Γιάννης Χατζηβασιλείου, περιοδικό «Αγιάσος» Ιούλιος -Αύγουστος 2011, τεύχος 185).

«Η καταχνιά, αντάρα που λένε οι ντόπιοι, σκέπαζε το βουνό κι ένα επίμονο ψιλόβροχο μούλιαζε δέντρα, λουλούδια, φράχτες και σκεπές, όσες είχαν απομείνει, κι εξαφανιζόταν στη διψασμένη γη.
Το νερό στην παλιά βρύση με τις πέτρινες γούρνες έτρεχε πλούσιο και χειμαρρώδες, όπως πάντα, ξεδιψώντας τη γη, ανθρώπους και ζώα, κι ας ούρλιαζαν οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα πως θα πεθάνουμε της δίψας απ' την αναβροχιά. Πριν προλάβει η γριά Citroen, που άλλοτε έτρεχε αλαζονική σε φαρδείς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, να σταματήσει στην υποτυπώδη πλατεία, φάνηκαν στην άκρη του δρόμου τα δύο γεροντάκια, τελευταίοι κάτοικοι του οικισμού, απομεινάρια ενός παρελθόντος, και μιας αντίληψης ζωής ίσως, που έχει οριστικά χαθεί. Ενός οικισμού που, στον καιρό των Τούρκων, λογαριαζότανε από τους φορατζήδες ως "οικίαι εκατόν είκοσι δυνάμεναι", να πληρώσουν φόρους εννοείται.
Ασκεπείς χωρίς κάτι που να τους προφυλάσσει από τη βροχή, χαιρότανε που έπεφτε ασταμάτητα κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης διαγραφότανε στα χείλη τους. "Βλέπαμίντα να ξιρινόντι τα δέντρα, τσι κλαίγαμι. Δόξα του θιο, π' έβριξι". Και καθότανε ήρεμοι στο πεζούλι του σπιτιού τους.» - Στο μικρό αυτό απόσπασμα από το διήγημα «Οικίαι εκατόν είκοσι» από τη συλλογή με τον τίτλο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» του Ξενοφώντα Μαυραγάνη μπορούμε να διακρίνουμε μερικά από τα χαρακτηριστικά της πρώτης του πεζογραφικής κατάθεσης, με την οποία ξεκίνησε το ταξίδι του στον χώρο της λογοτεχνικής απεικόνισης του κόσμου.
Τα διηγήματα της συλλογής σε πρώτο επίπεδο είναι απλά. Η γλώσσα είναι ηθελημένα ίσια, στρωτή, ρέουσα, μπολιασμένη έξυπνα με τη λεσβιακή ντοπιολαλιά και οι ιστορίες εμφανίζονται εκ πρώτης όψεως και αυτές καθημερινές, απλές, με γραμμική αφήγηση και εκφραστική λιτότητα. Ξαναδιαβάζοντάς τα, ωστόσο, διακρίνει κανείς από κάτω τον πραγματικό, σύνθετο χαρακτήρα τους. Στο πρώτο επίπεδο, με μια χαμηλή, διακριτική φωνή μιλούν για τον πόνο της ξενιτιάς και τον νόστο του γενέθλιου τόπου των περασμένων δεκαετιών, αλλά και για την προσφυγιά τού "σήμερα", τη βασανισμένη ζωή απλών ανθρώπων του χωριού, τον αγώνα της βιοπάλης, τη μοναξιά και την ανάγκη της οικογενειακής αγκαλιάς, τη ζεστασιά του ανθρώπινου χνώτου. Η προβλέψιμη εξέλιξη μπορεί να ξεγελάσει τον αναγνώστη, αφού δεν τον προϊδεάζει για την πραγματική φύση των ιστοριών αυτών: ιστορίες αργής και προοδευτικής ανάφλεξης, που δημιουργούν ερωτήματα και δεύτερες σκέψεις εκεί που κάποιος νόμιζε ότι διείδε μόνο πεντακάθαρες γραμμές και απλοϊκή πλοκή. - Ο Πλωμαρίτης συγγραφέας δένει μαεστρικά το λογοτεχνικό του οικοδόμημα με ελάχιστους και γνήσιους αρμούς: πρωτογενές υλικό, βιωματική γραφή, ήρωες που έλκουν την καταγωγή τους από μια άλλη εποχή άμεσα συναρτώμενη με την ατμόσφαιρα, τα ήθη και την κοινωνική ψυχολογία της λεσβιακής υπαίθρου. Σε αυτά τα ξεχωριστά στοιχεία θα πρέπει να προσθέσουμε τον πετυχημένο τρόπο με τον οποίο χωνεύει μέσα στην αφήγηση τον κοινωνιολογικό-δοκιμιακό του προβληματισμό για καταστάσεις και προβλήματα του «χθες» και του «σήμερα» (π.χ. την εγκατάλειψη της υπαίθρου, τη δημογραφική αποδυνάμωση κ.ά.), αλλά και συναιρεί την πανελλήνια δημοτική με τον διαλεκτικό τύπο που συστηματικά χρησιμοποιεί ως σημείο μάλλον και άκουσμα μυστικό, ως μυστική απαρχή του δεσμού του ανθρώπου με τον κόσμο.
O Μαυραγάνης στήνει μια τοπογραφία μνήμης και συναισθημάτων, μια περιήγηση στον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο. Διαγράφει τους χαρακτήρες των ηρώων του με πειστικότητα και απαλύνει την πίκρα και την απογοήτευσή τους για τα χτυπήματα της παλιοζωής με ανακουφιστικό και λυτρωτικό χιούμορ.
Οι ιστορίες του αποκτούν αυτοτέλεια διηγήματος χάρη στον μύθο και το επιμύθιο. Εδώ ακριβώς, μόλις ολοκληρωθεί η ανάγνωση, βλέπεις άλλοτε καθαρά και άλλοτε σαν αστραπή την τρυφερή, ελεγειακή διάθεση του συγγραφέα. Πέρα και πάνω από την ευδιάκριτη, συχνά πικρή νοσταλγία, μελαγχολία και ματαίωση, το βιβλίο αποπνέει ανθρωπιά και ζεστασιά που το κάνουν, τελικά, ένα αισιόδοξο βιβλίο. -
(Σκορδάς Παναγιώτης, εφημ. ΕΜΠΡΟΣ Λέσβου, 22.11.2011)

Πιστεύω πως σε μια περίοδο τέτοιας πρωτόγνωρης κι άθλιας στην εξέλιξή της κρίσης, ένα βιβλίο σαν κι αυτό που μας χάρισε ο φίλος Ξενοφών Μαυραγάνης, είναι μια παρηγοριά ευπρόσδεκτη και παράλληλα εξαιρετικά διδακτική. - Και το λέω αυτό γιατί τα είκοσι (μπορεί νά 'ναι και περισσότερα) χρόνια η διαδικασία της μνήμης ακυρώνεται μέσα από τη συσσώρευση άπειρων εικόνων που κουβαλάει το φορτίο της άμεσης πληροφορίας στην καθημερινότητά μας, κυρίως από τις μορφές της μαζικής πληροφόρησης, δηλαδή της τηλεόρασης κατά κύριο λόγο και του διαδικτύου το οποίο διατρέχουν οι νεότεροι. - Άρα ο δημιουργός που κάθεται να γράψει ένα βιβλίο, ο διανοούμενος που θέλει να αποτυπώσει διηγηματικά, γεγονότα και δρώμενα της καθημερινής και διαρκούς ζωής ενός τόπου είναι ένα σπάνιο είδος, σε σχέση με τους υπόλοιπους που γυροφέρνουμε στην καθημερινότητά μας χωρίς να φιλτράρουμε τις υπαρξιακές μας διαδρομές. - Ο Ξενοφών, έχοντας κατασταλάξει από τις εφήμερές του επαγγελματικές δραστηριότητες, έχει τη μεγάλη τύχη να μπορεί να αποδώσει σ' ένα βιβλίο τις ζωές, τις αγωνίες, τα πάθη αλλά και το άρωμα που διαπερνά τον γενέθλιο τόπο του. - Ο συγγραφέας γίνεται έμπειρος ανατόμος τής εν κινήσει ανθρωπογεωγραφίας μιας μικρής κοινωνίας που δεν διαφέρει και πολύ από άλλες της χώρας, σε χρόνους δύσκολους, όπου οι πρωταγωνιστές είχαν μία και μόνη αγωνία. να ζήσουν με λίγα αλλά . εν ειρήνη μετά τη ταραγμένη ζωή της προηγούμενης απ' αυτούς γενιάς. - Πολλές φορές σκέφτομαι ποια τύχη θα είχε η δική μας γενιά, αν ήμασταν υποχρεωμένοι να βιώσουμε δύο παγκόσμιους πολέμους, έναν εμφύλιο και μια σειρά από πέτρινα χρόνια. - Ποια τύχη θα είχαμε τώρα εμείς που ζήσαμε χρόνια τρυφηλής αμεριμνησίας όπου πιστεύαμε πως το μικροαστικό μας περιβάλλον ήταν άτρωτο μέσα στο εθνικό και παγκόσμιο σκηνικό. - Αυτές οι εικόνες κι η επαρχιακή καθημερινότητα που περιγράφει ο Ξενοφών Μαυραγάνης στη συλλογή των διηγημάτων του, στις περιοχές του γενέθλιου χώρου του, είναι κατ' ουσίαν ταυτόχρονα μια διδαχή της εσώτερης μνήμης που σήμερα είναι απαραίτητη για τη θωράκιση απέναντι στη διάλυση του εν δυνάμει σημερινού μας κόσμου. Κάθε ήρωάς του και ηρωίδα, είτε λέγεται Γιάννης, Μίροσλαβ, Φαρχάν ή Γιασεμί, Διαμάντω ή Φωτεινή, έχει τις ίδιες ανάγκες για επιβίωση στην προσωπική του ερημία γιατί κάθε άνθρωπος του μόχθου καθορίζεται από τις χαρές και τις λύπες της καθημερινότητάς του. - Το διήγημα ως είδος της λογοτεχνίας κινείται σε δύο άξονες. Στον περιγραφικό περιεκτικό λόγο και στη σχέση των εικόνων που αναλύουν τα δρώμενά του. Δηλαδή στις περιγραφές των ηρώων και της δράσης τους πρέπει να καλύπτει ο συγγραφέας την ανάγκη του αναγνώστη να κατανοήσει τις σκηνές. Όπως για παράδειγμα κάνει ο Ξενοφών σ' όλα τα διηγήματά του και στο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» (σ. 38-39) και ακόμα ένα παράδειγμα για την πόση του ούζου, από δυο κολλητούς φίλους που αποδεικνύει τον απλό και εξαίρετο τρόπο παρατηρητικότητας και αφήγησης του συγγραφέα (σελ. 61). - Οι ήρωες των διηγημάτων του Μαυραγάνη, στην πλειονότητά τους δεν βρίσκονται βεβαίως στον δικό μας αστικό περίγυρο και δεν εκφράζουν τις όποιες υπαρξιακές αγωνίες τους με βάση τη σημερινή μας κατάσταση που στοιχειοθετείται από την τραπεζική χρηματοπιστωτική κρίση. - Είναι ήρωες που ο μικρόκοσμός τους βιώνει την αγάπη ή την απώλεια μέσα από το εθιμικό δίκαιο, μέσα από ανάγκη για μία κοινωνικότητα που καθορίζεται από την ουμανιστική παρακαταθήκη των προγόνων της, άσχετα με την καθημερινή τους ενασχόληση στα χωράφια, στις ελιές, στα καΐκια, στο βουνό ή στη θάλασσα. - Είναι ήρωες που μιλούν με τη ντοπιολαλιά τους, κι αυτό είναι ένα άλλο σημαντικό προσόν του συγγραφέα για τη μεταφορά της γλώσσας που χάνεται, γιατί η λογοτεχνία έχει κι αυτήν την υποχρέωση: Να μας διασώσει την ομιλία των τόπων που έζησαν οι γεννήτορές μας. - Πέρα όμως από τη λογοτεχνική αφήγηση των ιστοριών του γενέθλιου τόπου του, ο Ξενοφών καταγράφει γοητευτικά και την εξέλιξη των ιστοριών του και πέρα από τη Λέσβο, όπως για παράδειγμα την τραγωδία της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, μ' ένα κορυφαίο κατά την άποψή μου διήγημα («Το τελευταίο Ζάσταβα»), που μέσα σε επτά σελίδες αποκαλύπτει την αξιοπρέπεια του Βαλκάνιου ήρωά του. Ενός αντιπροσώπου των αυτοκινήτων Ζάσταβα, που κουβάλησε γενιές ανθρώπων και με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας έπαψε να υπάρχει (σ. 189). - Καταλήγοντας, θα πω πως ο Ξενοφών Μαυραγάνης, με ανθρώπινη ευγένεια, με καταλυτική απλότητα κι ευαισθησία και αμεροληψία και αισθήματα δικαίου, με στοργή και συμπόνια χρωματίζει αυτόν τον σπουδαίο πίνακα του διηγηματικού λόγου. Μέσα από αυτό το μωσαϊκό αποκαλύπτεται η ομορφιά της ζωής και η παρηγορία των δύσκολων καιρών. - Κι εγώ προσωπικά τον ευχαριστώ πολύ. - (Εισήγηση του Ηλία Κουτσούκου στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο «Πρωτοπορία» στις 25 Νοεμβρίου 2011)

Ο κ. Ξενοφών Μαυραγάνης μάς έκανε ιδιαίτερα εμφανείς τις αρετές του γραψίματος του από το προηγούμενο βιβλίο του ("Ο θείος μου ο Άγιος" που περιείχε χρονογραφήματα τα οποία δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Εμπρός" της Λέσβου). - Όπως είναι γνωστό, το χρονογράφημα αποτελεί δημοσιογραφικό είδος λόγου το οποίο όμως φλερτάρει με τη λογοτεχνία και πιο ειδικά με το διήγημα. - Σ' εκείνο λοιπόν το βιβλίο με τα χρονογραφήματα φάνηκε η ποιότητα της γραφής του συγγραφέα. Και όταν λέμε ότι κάποιος γράφει καλά δεν εννοούμε ότι ξέρει να γράφει περίτεχνα αλλά ότι έχει κάτι να πει, ότι έχει να δώσει και ότι ο αναγνώστης θα πάρει κάτι από τα γραφόμενα του. - Αυτό προφανώς είναι το ουσιαστικό. Όλα τα άλλα πιθανόν να γίνονται "για λόγους ανύπαρκτους" και πιθανότατα ευτελείς. Και ο έμπειρος και ευαίσθητος αναγνώστης αργά ή γρήγορα το αντιλαμβάνεται. - Το βιβλίο του κ. Ξενοφώντα Μαυραγάνη με τίτλο "Ψάρι με κεφάλι και ουρά" περιέχει 25 διηγήματα και ένα ακόμη για το οποίο θα σας μιλήσω στο τέλος. - Πεδίο δράσης των ηρώων του βιβλίου είναι όλη η οικουμένη και ειδικότερα όπου κατοικούν Λέσβιοι, με πρωτεύουσα και επίκεντρο της δράσης, αλλά και της οικουμένης τη Λέσβο. Δηλαδή τη γενέτειρα του συγγραφέα. - Υπάρχουν όμως και μερικά διηγήματα τα οποία διαδραματίζονται στον τόπο κατοικίας του συγγραφέα, τη Θεσσαλονίκη, και ένα τουλάχιστον στην Αθήνα. - Θα μπορούσε βεβαίως η συλλογή αυτή να περιείχε μόνο τα διηγήματα που αφορούν τη Λέσβο και να έμεναν τα υπόλοιπα ως μαγιά για μια δεύτερη. - Προσωπικά πιστεύω πως τα διηγήματα που αφορούν την οικουμένη της Λέσβου αποτελούν μια εκρηκτική ενότητα. Αυτό δεν σημαίνει πως τα υπόλοιπα δεν είναι το ίδιο αξιόλογα. Κάθε άλλο. Να αναφέρω ενδεικτικά "Το τελευταίο Ζάσταβα", το "Ήρθα για δουλειά" και το σχεδόν σπαρακτικό "Ετών εβδομήκοντα...". - Παρ' όλο λοιπόν που ο συγγραφέας μάς είχε προϊδεάσει με τα χρονογραφήματα του για το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει, το νέο του βιβλίο αποτελεί συγχρόνως έκπληξη και αποκάλυψη. Η έκπληξη αφορά τον γνήσιο λογοτεχνικό χαρακτήρα του βιβλίου, ενώ η αποκάλυψη αφορά το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέα - λογοτέχνη. - Ο κ. Μαυραγάνης από το πρώτο διήγημα του βιβλίου σε αιφνιδιάζει για την αρτιότητα του λόγου του όπως και το ουσιαστικό του περιεχόμενο. Προσωπικά όταν τέλειωσα το τρίτο διήγημα έπιασα τον εαυτό μου να μονολογεί "τι κάνει ο άνθρωπος! Δεν είναι δυνατόν"! - Από το πρώτο λοιπόν διήγημα αντιλαμβάνεσαι ότι αρχίζει ένα υψηλού επιπέδου Μαυραγάνειον νόστιμον ήμαρ. Μια πολύ δυναμική επιστροφή στον γενέθλιο τόπο όπου ο ιδιαίτερα φιλόκαλος οίστρος του λογοτέχνη δεν μπορεί να κρυφτεί. - Η επιστροφή στη Λεσβιακή γη και ατμόσφαιρα ξεκινά μέσω Νέας Ζηλανδίας, αφού εκεί κατοικούσε η ξενιτεμένη συμπατριώτισσα του Γιασεμή. Πρόκειται για το διήγημα "Η ρίζα του γιασεμιού". - Ο συγγραφέας, ζώντας για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, έζησε και ο ίδιος έναν ξενιτεμό, αφού κι αυτός έχασε εν μέρει το άμεσο και το εξ επαφής της συνέχειας της ζωής του τόπου του. - Αλλά το γεγονός αυτό εκόμισε σ' αυτόν μία στιβαρή και ουσιαστική νοσταλγία για την ιδιαίτερη του πατρίδα η οποία όπως είναι φανερό, τον διακατέχει πλήρως και αδιαλείπτως. Και το ουσιώδες για μας είναι ότι πλέον μπορεί να την εκφράσει λογοτεχνικά. - Αυτός είναι και ένας από τους τρόπους που επέλεξε ο ίδιος για να γεφυρώσει το χάσμα της ξενιτιάς που προαναφέραμε. Και όπως η Γιασεμή από τη μακρινή Νέα Ζηλανδία άφησε στον γιο της το προικώο της, κάτι ανάλογο πραγματοποιεί ο Ξενοφών Μαυραγάνης με τα διηγήματα αυτά. Τα κομψοτεχνήματα αυτά είναι τα δικά του προικώα που μας τα χαρίζει απλόχερα. Και μάλιστα όχι μόνον στους άμεσα κληρονόμους του και τους συντοπίτες του αλλά σε κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη. - Και μη φανταστείτε ότι ο συγγραφέας γράφει ό,τι θυμάται, κατά το ό,τι θυμάται χαίρεται. Είναι ολοφάνερο πως τα διηγήματα του αποτελούν καρπό ιδιαίτερης έρευνας και ψαξίματος. Αναφέρω για παράδειγμα το διήγημα "Πατρίδα" που αναφέρεται σε ιστορικές στιγμές στο οποίο μας δίνει και τη βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε. - Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως εν πολλοίς η λογοτεχνία αποτελεί μια δια λόγου έντεχνη κωδικοποίηση και μεταφορά της νοσταλγίας. - Και εδώ νιώθεις πως ο Ξενοφών Μαυραγάνης κάνει μια γενναία και ιδιαίτερα επιβλητική επίσκεψη στις ώρες και τις στιγμές του απολεσθέντος λεσβιακού χρόνου, αναζητώντας τον για να τον ανασυγκροτήσει και να τον ανασυστήσει. Πρώτα γι' αυτόν και μετά για μας. - Ο συγγραφέας, σμιλεύοντας τον χρόνο, περασμένο και παρόντα, μάς τον παραδίδει ως "Ψάρι με κεφάλι και ουρά". Δηλαδή άρτιο. - Και προφανώς το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί έργο ενός γραφιά-καταγραφέα αλλά κατόρθωμα ενός ποιητή. - Σ' αυτό είναι εμφανές ότι αξιοποίησε τις ιδιότητες του δικηγόρου και του δημοσιογράφου, αλλά δεν έμεινε σε καμία από αυτές, αφού, όπως φαίνεται, είχε μάθει πολύ καλά από το μάθημα του συνταγματικού δικαίου, την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών. - Και έτσι εκεί που σταματούσε η δημοσιογραφική έρευνα και τα αποδεικτικά στοιχεία της νομικής και της επί δικαστηρίω δικηγορικής ξεκινούσε η λογοτεχνία. - Έτσι, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί κανένας να χαρακτηρίσει τον λόγο του βιβλίου ως δημοσιογραφικό. Και αυτό σου προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, αφού οι περισσότεροι σήμερα συγγραφείς, οι οποίοι μάλιστα θεωρούν τον εαυτό τους λογοτέχνη, δεν εκφράζονται λογοτεχνικά αλλά δημοσιογραφικά. Στην καλύτερη δε περίπτωση σεναριογραφικά, όπως ανέφερα και σε μια άλλη περίπτωση. - Όσοι διαβάσατε το βιβλίο θα έχετε διαπιστώσει πως ο συγγραφέας δεν έχει δυσκολία στο να αναπαραστήσει το φόντο των διηγημάτων του, δηλαδή το τοπίο της Λέσβου, αλλά και την ίδια τη ζωή της. - Όπως, φαίνεται λοιπόν, όλον αυτόν τον κόσμο τον περιέχει εντός του και τον κουβαλά μέσα του και έτσι ο αναγνώστης είναι σίγουρος ότι ο συγγραφέας αναφέρεται σε πράγματα που τα έχει ζήσει. Πρόκειται για πράγματα τα οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ανθρωπογεωγραφία αναπνοών, ελπίδων ή απογοητεύσεων. Μα πιο πολύ ζωής. - Έτσι, αρχίζοντας την ανάγνωση δεν αργούν να σε κατακλύσουν οι οσμές, οι γεύσεις, οι μουσικές, η ευρύτερη ατμόσφαιρα, και το ήθος των ανθρώπων. Και μάλιστα χωρίς τίποτα απ' όλα αυτά να φαίνεται ότι είναι φτιαχτό και επιτηδευμένο. - Όλα μοιάζουν ιδιαίτερα φυσικά όπως μοιάζει να είναι όλος ο λαϊκός πολιτισμός ακόμη και όταν περιέχει αρχοντικά και αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Ακούστε, για παράδειγμα, την παραδοσιακή μουσική και τα τραγούδια της Λέσβου. - Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να προσθέσουμε πως ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση της τοπικής διαλέκτου σε κάποιους διαλόγους των διηγημάτων. Και έτσι με τη ντοπολαλιά συμπληρώνεται το ευρύτερο περιβάλλον και σκηνικό που περιγράψαμε πιο πάνω. - Όσοι κατάγονται από μέρη στα οποία μιλιούνται ακόμη οι διάλεκτοι, με ιδιαίτερη χαρά συναντούν λέξεις τις οποίες άκουγαν από τους παππούδες και τις διασώζουν οι παλιότεροι. - Όπως γνωρίζετε, το διήγημα θεωρείται ο φτωχός συγγενής του πεζού λόγου αφού το αναγνωστικό κοινό προτιμά τα μυθιστορήματα. Παρ' όλα αυτά διάβασα με ιδιαίτερη αγωνία και ορισμένες φορές απνευστί την εξέλιξη κάποιων από τα διηγήματα τα οποία θα μπορούσαν και από μόνα τους να αποτελούν μια αυτοτελή έκδοση. Έστω ολιγοσέλιδη. Ακόμη και 2-3 σελίδες. Το διήγημα όπως και το ποίημα αποτελεί αυτόνομη μονάδα. Μπορούμε να πούμε πω μπορεί και να "σερβιριστεί" με το κομμάτι. Πολλές φορές ένα ποίημα ή ένα διήγημα μπορεί να ισοδυναμεί με το διάβασμα 10 μυθιστορημάτων. Όπως γνωρίζετε ο Κωνσταντίνος Καβάφης διακινούσε τα ποιήματα του ένα ένα. - Εν κατακλείδι και ανακεφαλαιώνοντας: Ο γνωστός δικηγόρος και δημοσιογράφος, συνταξιούχος πλέον, αλλά πάντα μάχιμος και συνεπής στη σχέση του με τον λόγο, τη γραφή και την έκφραση πασκίζει τα τελευταία χρόνια μέσα από τα χρονογραφήματα και τα διηγήματα του να ανασυστήσει τον χρόνο και τα πεπραγμένα του που ο ίδιος είδε και έζησε. - Τα βιβλία του αποτελούν μια μαρτυρία και συνάμα μια ξεχωριστή φανέρωση σχέσεων, την οποία ο συγγραφέας επεξεργάζεται έντεχνα και με ιδιαίτερο πάθος ως ένα είδους προσωπικού χρέους. Ή ακόμη και αδήριτης ανάγκη για τη διάσωση της απαραίτητης και ωφέλιμης αυτής μνήμης και γνώσης. Μια διάσωση όχι βεβαίως καταναγκαστική ή φολκλορική αλλά με την έννοια της διαιώνισης της, "παρέχοντας" ή περιβάλλωντας τον ταπεινό και κατά συνέπεια γνήσιο και αριστοκρατικό "χαμένο" κόσμο με το ανάλογο κομμάτι αθανασίας που δικαιούνται. Και τελικά τη μετεξέλιξη του στον κόσμο της τέχνης και της ποιητικής αειφορίας. - Απόδειξη αυτού είναι η ευρύτερη εισβολή της νοσταλγίας που σε κατακλύζει από τα πρώτα διηγήματα του βιβλίου, στα οποία η "αναγκαία" χρήση της τοπικής ντοπιολαλιάς της Λέσβου αποτελεί συγχρόνως και ένα σύγχρονο σχόλιο στην κενή ισοπέδωση της γλώσσας και της ανάδειξης της ποιητικής διάστασης των ποικίλων διαλέκτων της ελληνικής λαλιάς. - Έτσι, ο κόσμος της Λέσβου γίνεται οικουμένη και πρωτεύουσα του σύμπαντος κόσμου. Με τον τρόπο αυτό κάθε αναγνώστης πολιτογραφείται πολίτης της ποιητικής Λέσβου του Ξενοφώντα Μαυραγάνη. Τον ευχαριστούμε. Όσο για το 26ο διήγημα που σας προανέφερα, πρόκειται για το μεστό βιογραφικό του συγγραφέα που βρίσκεται στο αυτί του εξωφύλλου του βιβλίου. -
(Εισήγηση του Στέλιου Κούκου στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία στις 25 Νοεμβρίου 2011)

 

[ISBN:978-960-9488-08-2]

Nικ. Α. Μπινιάρης,
Το κάλεσμα της ερήμου

Ο Νικόλαος Α. Μπινιάρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός, οικονομικά και φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Βοστόνης και Βιρτζίνια. Έχει διδάξει φιλοσοφία και πολιτική θεωρία, καθώς και διεθνείς σχέσεις. Η μελέτη της Ιστορίας αλλά και η οικονομία υπήρξαν θέματα που τον απασχόλησαν σε όλη του τη ζωή. Ταυτόχρονα, έχει ασχοληθεί με επιχειρήσεις σε διάφορους τομείς σε Ελλάδα, Αμερική, Αγγλία και Γερμανία. Τα τελευταία χρόνια τα ενδιαφέροντα του έχουν στραφεί στο πρόβλημα του περιβάλλοντος και της συμβατότητάς του με την επιστήμη και την τεχνολογία. Έχει δημοσιεύσει μελέτες πάνω στην οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.

Το βιβλίο αυτό έχει γραφεί σαν μυθιστόρημα. Η αναφορά του στο παρελθόν και στην επίμονη παρουσία του παρελθόντος στο εκρηκτικό παρόν, απευθύνεται στον αναγνώστη που έχει την επιθυμία να διαβάσει, να σκεφτεί και ν' αποφασίσει. Στον ποταμό Ιερεμίακα, με το αραβικό όνομα Γιαρμούκ, έγινε το 636 μ.Χ. μια ιστορική μάχη που άλλαξε την πορεία της Ιστορίας και την αλλάζει έως και αυτήν τη στιγμή. Η σημερινή Δύση, ειδωλολατρική, Αναγεννησιακή, αλλά και μετα-μοντέρνα, δοκιμάζεται στα έσχατα όριά της στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή για την επιβίωσή της. Έχοντας ανασυστήσει το αρχαίο κράτος του Ισραήλ και την Ελλάδα, κομμάτι μιας πανάρχαιας και δισυπόστατης παράδοσης Φυσιοκρατίας και Χριστιανισμού, η Δύση περιμένει περιδεής και αναποφάσιστη το μοιραίο. Διακυβεύοντας μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο του Διαφωτισμού και της Επανάστασης την ίδια της την ιστορική παρουσία, βρίσκεται ανέτοιμη να κατανοήσει τα κύματα της ιστορικής έκρηξης των μαζών άλλων παραδειγμάτων τα οποία, επαναστατώντας κατά της ίδιας της μήτρας της έννοιας της Ιστορίας, θα επιχειρήσουν τη μητροκτονία. Έτσι, θα προσπαθήσουν να επαναφέρουν την αρχέγονη αταξία των πραγμάτων στην εν αρμονία και μέτρω τάξη της πορείας του ήλιου, απονέμοντας δικαιοσύνη σ' όσους μέσα στην απορία τους θεμελίωσαν μια νέα Βαβέλ. Η αρχαία σοφία των προγόνων μεγάλων και περίλαμπρων λαών θα χαθεί μέσα στον μεγάλο κρότο της επιστήμης, η οποία άνευ αρετής έγινε και είναι μόνο πανουργία.

Ένα βιβλίο με πολυεπίπεδες τομές στον χρόνο, σε μιαεκρηκτική συγκυρία για το μέλλον της περιοχής και της πατρίδας μας. Ο συγγραφέας στοχάζεται σε βάθος ζητήματα που αφορούν στην ύπαρξη του ανθρωπίνου όντος, ενώ συγχρόνως αναλύει γεγονότα που καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Αξίζει να διαβαστεί από όλους με την απαιτούμενη προσοχή.

Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου

 

[ISBN:978-960-9488-07-5]

Δέσποινα Λέφα,
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΔΕΛΤΑ

Τρία ποιητικά γραμμένα μικρά πεζά, για τα μείζονα πανανθρώπινα προβλήματα.
Τη στιγμή της εντεινόμενης αγωνίας του για την καλπάζουσα διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στις οποίες ανέκαθεν ο άνθρωπος αντιστάθηκε και τις οποίες καλείται πάλι να αντιμετωπίσει, δεν παύει να προσπαθεί να εντρυφήσει σε όλα τα ακρογωνιαία, πανανθρώπινα ερωτηματικά. Η Δέσποινα Λέφα γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα όπου και ζει.

Άλλα έργα της Δέσποινας Λέφα στις «Νησίδες»:

Μετατοπίσεις, μικρά πεζά, 2004
Αντι-Θυέστης και άλλες ιστορίες βρώσης, μικρά πεζά, 2005
Ατοπίες, μικρά πεζά, 2008
Το τέλος της φοβίας, μικρά πεζά, 2010
Μετέφρασε το βιβλίο του Γκέοργκ Γιόζεφ Πάουλους

Περί του ανθρωπίνου κάλλους ή μια άλλη κωμωδία, το οποίο κυκλοφορεί στις «Νησίδες» (2009).

 

[ISBN:978-960-9488-05-1]

Μαρία Πάλλα,
ΜΙΚΡΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
(μυθιστόρημα)

Η Μαρία Πάλλα γεννήθηκε το 1952 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. (τμήμα Ιστορικών σπουδών) και συνέχισε στη Γαλλία, στο Universite Paris VII (Jussieu) και στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (EHESS). Από το 1985 εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και απ? το 1991 υπηρετεί ως καθηγήτρια φιλόλογος στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έως το 2003 δημοσίευε μελέτες σε ιστορικά και φιλολογικά περιοδικά. Εισηγήσεις της έχουν δημοσιευθεί επίσης σε πρακτική συνεδρίων. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίσθηκε το 2003 με εννέα πεζογραφήματα υπό τον τίτλο Απώλειες, που κυκλοφόρησαν εκτός εμπορίου απ? τις εκδόσεις "Νέα Πορεία". Η νουβέλα Πυροτεχνήματα στη νύχτα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πάροδος, 9, περίοδος δεύτερη, Ιούν. 2006. Αυτό είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

Ο εικοστός αιώνας κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μιά ανάσα, γοργό το τραίνο της Ιστορίας τον άφησε πίσω μαζί με τους άλλους. Μόνο που αυτή η ανάσα είχε επώδυνες αιωνιότητες μέσα της, αιματηρές και νοσογόνες, γεμάτες πίκρα και δάκρυα, κι ακόμα αναζητούνται φάρμακο για τον ανθρώπινο πόνο, χνάρια που οδηγούν στην αγάπη. Οι μηχανιστικές ερμηνείες καλώς κρατούν. Το σύμπαν απέχει έτη φωτός, ό,τι κι αν προσπαθούμε, μες στη νοησιαρχία και την εξειδίκευση συντονίζουμε βραχν?ς ρευστές συμπεριφορές. Το πρωί πήγαμε στην Ανάσταση, απόψε τηλεόραση, αεροπλάνο ανεβαίνει στους ουρανούς, διαλύει παλμο?ς φαντασίωσης και το έργο προς διερεύνηση. Η ζω? καθεαυτήν μοιάζει με αυτό που ήταν τον Μεσαίωνα, ή λίγο πριν, ή πιο μετά? δεν ξέρεις γιατί έζησες, ούτε και πώς να πεθαίνεις, μέσα σε γιορτές υπολογιστών -αυτοί συνεπείς καθ' ολοκληρίαν- και των κατασκευαστών τους. Συμβαίνουν αυτά, να πούμε, κάπου στο άπειρο θα ξεχάσουμε το πώς ζήσαμε.

Τέσσερις γενιές ανθρώπων, οι μικρές ιστορίες τους, η ιστορία της πόλης τους, της Θεσσαλονίκης.

Άννα Αγγελοπούλου

Η μνήμη του ιστορικού χώρου της Θεσσαλονίκης στο μυθιστόρημα Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα της Μαρίας Πάλλα

Στο μυθιστόρημα της Μαρίας Πάλλα Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα η «μεγάλη» ιστορία των ειδικών επιστημόνων, των ιστορικών, συνάντησε τη λογοτεχνία, έγινε λογοτεχνία. Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν ένα συναρπαστικό κείμενο μυθοπλασίας που αφηγείται τη «μικρή» ιστορία προσώπων από τέσσερις γενιές ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, μία ιστορία που υμνεί τη δύναμη της αγάπης μέσα στη θύελλα των ιστορικών γεγονότων του 20ου αιώνα που σάρωσαν την πόλη, μία ιστορία που καταλήγει να ηχεί ως αιώνιο και διαχρονικό τραγούδι, ως «τραγούδι του έρωτα σε ουράνια συναυλία» (είναι η τελευταία φράση του μυθιστορήματος).
Διαβάζοντας το κείμενο οι αναγνώστες αντιλαμβάνονται σχεδόν αμέσως ότι ο τόπος-σκηνικό, όπου διαδραματίζεται η ιστορία, είναι η Θεσσαλονικέων πόλις, η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη, όμως, δεν είναι μόνο ο τόπος όπου κινούνται, δρουν, ζουν και πεθαίνουν οι ήρωες του μύθου. Από τις πρώτες έως τις τελευταίες σελίδες του έργου η αφήγηση φαίνεται ότι βλέπει την πόλη ως χωροχρόνο, δηλαδή ως ιστορικό χώρο που επηρεάζει καταλυτικά τη ζωή των ατόμων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η περιπέτεια των ιστορικών γεγονότων, που βίωσαν συλλογικά ομάδες του πληθυσμού της πόλης, μετασχηματίζεται από την αφήγηση σε προσωπική περιπέτεια των ηρώων του έργου.
Η αφηγηματική φωνή αναπαριστά, μέσω μίας αριστοτεχνικά επεξεργασμένης λόγιας και συνάμα λαϊκής γλώσσας, εικόνες από τη συλλογική συνείδηση για τον ιστορικό χώρο της Θεσσαλονίκης, έτσι όπως αυτές έχουν διασωθεί σε τόπους της ιστορικής μνήμης που μελετούν και διαχειρίζονται οι ιστορικοί. Εννοώ ως τόπους ιστορικής μνήμης τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες, τις συλλογές οπτικοακουστικού υλικού από το παρελθόν, τα περιοδικά και τις εφημερίδες, τις μουσικές ανθολογίες, τις αυτοβιογραφίες, τα αρχιτεκτονικά μνημεία και τα κτίρια της πόλης, τα μουσεία και πολλές άλλες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές, όπου οι ιστορικοί αναζητούν και επιλέγουν στοιχεία της μνήμης και των εμπειριών ατόμων και ομάδων, για να τα επεξεργαστούν και να συντάξουν κείμενα ιστοριογραφίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μαρία Πάλλα έχει καταφύγει σε τέτοιους κοινούς τόπους ιστορικής μνήμης για να αντλήσει στοιχεία, με σκοπό να δημιουργήσει ένα κείμενο μυθοπλασίας και όχι ιστοριογραφίας. Υπάρχει όμως ακόμα ένας τόπος ιστορικής μνήμης, από τον οποίο άντλησε υλικό, ανασύροντας εικόνες του παρελθόντος: είναι ο τόπος της δικής της μνήμης, της ατομικής, που όμως δεν αποτελεί μόνο προσωπική, ιδιωτική υπόθεση. Γιατί, οι μνήμες, που συγκροτούν την ατομική μας ταυτότητα επηρεάζοντας τον τρόπο σκέψης και καθορίζοντας ίσως κατά πολύ τη ζωή μας, δεν είναι μόνο δικές μας. Είναι μνήμες συλλογικών βιωμάτων που έχουμε κατά κάποιον τρόπο κληρονομήσει από τις οικογένειές μας και που μας έχουν μεταδοθεί μέσα στους τόπους των κοινωνικών ομάδων και των κοινοτήτων στις οποίες ανήκουμε. Και στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι η συγγραφέας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης, έζησε και ζει στη Θεσσαλονίκη, κινήθηκε και συνεχίζει να κινείται στους ίδιους τόπους του ιστορικού χώρου της πόλης όπου κίνησε τα πρόσωπα-ήρωες του έργου της.
Η παρουσία της μνήμης του ιστορικού χώρου της Θεσσαλονίκης δηλώνεται αμέσως, από την αρχή του κειμένου, και λειτουργεί ως τη βάση ύφανσης πάνω στην οποία υφαίνεται και διαπλέκεται η ιστορία της αφήγησης. Θα επιχειρήσω παρακάτω πολύ συνοπτικά να εξηγήσω τι εννοώ, κάνοντας αναφορές-παραδείγματα σε αποσπάσματα του κειμένου.
Στην «Κυριακή», όπως τιτλοφορείται το πρώτο κεφάλαιο του έργου, η αφήγηση, αφού προτάξει το χρονικό και τοπικό προσδιορισμό, στη συνέχεια αρχίζει να αναπαριστά εικόνες συλλογικής μνήμης από τον τόπο και τον χώρο όπου θα κινηθούν οι ήρωες και θα διαδραματισθεί η ιστορία τους.
Το 1919 σε πολλές συνοικίες γύρω από το κέντρο απέμεναν ένα-δυο σπίτια σωστά, περισσότερα ερείπια. και συστάδες διάφορες από δημοτικά πανομοιότυπα παραπήγματα είχαν δημιουργηθεί για να εξυπηρετήσουν περιστασιακά τους πυροπαθείς και τους νεήλυδες που κατέφθαναν από απώτερες και εγγύτερες περιοχές.
Ο χρόνος, το 1919, ορίζεται ξεκάθαρα, χωρίς όμως να δίνεται προς το παρόν το όνομα του αστικού χώρου. Ωστόσο, εκτός από την ακριβή χρονολογία, δίνονται στοιχεία μέσα από φράσεις-δείκτες που αρχίζουν να συγκροτούν την ταυτότητα της πόλης ως ιστορικού αστικού χώρου.
Η φράση «υπολείμματα αγγλογαλλικών στρατευμάτων κατοχής περιφέρονταν στην πόλη από Εγνατία και κάτω...» μαζί με τη φράση «Βέβαια ο πόλεμος είχε τελειώσει», σε συνδυασμό με τη χρονολογία «1919» και τους χαρακτηρισμούς «πυροπαθείς» και «νεήλυδες», είναι ασφαλώς δείκτες αναφοράς στα γεγονότα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (παρουσία στρατευμάτων των Δυνάμεων της Εntente στην πόλη, η πυρκαγιά του 1917, η άφιξη προσφύγων μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων). Από την άλλη πλευρά, η αναφορά στην κεντρική οδό «Εγνατία», οδό γνωστή και σε μη Θεσσαλονικείς, αποτελεί την πρώτη ασφαλή ένδειξη για το όνομα της πόλης.
Η αφηγηματική φωνή, όμως, αποφεύγει να αποκαλύψει ακόμα το όνομα, αλλά προτιμά να σκιαγραφήσει εικόνες της συλλογικής μνήμης για την πόλη, εικόνες από βιώματα ομάδων ανθρώπων που κινούνται μέσα στον αστικό χώρο και ζουν την περιπέτεια των ιστορικών γεγονότων. Το βλέμμα της επικεντρώνεται κυρίως σε ανθρώπους που μετακινούνται «με τα τραμ τσουβαλιαζόμενοι στανικώς», αλλά και σε πολλούς άλλους που κυκλοφορούν με τα πόδια, προσπαθώντας να αποφύγουν τους «αμαξηλάτες» και τους «καραγωγείς», καθώς και κάποια «αυτοκίνητα τρελλά». Εστιάζει σε άνθρωπους βασανισμένους από τη φτώχεια που περιμένουν μετά τη λήξη του πολέμου «να εμφανιστούν ξανά τα τρόφιμα και να λογικευθούν οι τιμές», σ'ένα «φτωχολόι» από υπαλληλίσκους, εργάτες και υποαπασχολούμενους που «αγωνιούσαν για την εξασφάλιση του καθημερινού ψωμιού». Άλλωστε, οι αναγνώστες σε λίγο θα διαπιστώσουν ότι στη Φτωχολογιά της Θεσσαλονίκης ανήκουν και οι ήρωες του μύθου.
Μεταφέροντας τις εικόνες αυτών των φτωχών ανθρώπων, η αφήγηση προσθέτει ένα ακόμα όνομα-δείκτη, τον «Μεβληχανέ», το όνομα του μουσουλμανικού τεκέ (μοναστηριού) των Μεβλεβί δερβίσηδων, που βρισκόταν έξω από τα δυτικά τείχη, στο Βαρδάρη, εκεί που άρχιζε η οδός Αγ. Δημητρίου. Πρόκειται για τόπο-μνημείο που συνδέεται με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης, αλλά και με το ιστορικό γεγονός της μεγάλης πυρκαγιάς:
στον Μεβληχανέ (από εκεί λέγανε πως είχε ξεκινήσει η πυρκαγιά), όπου τα τουρκικά καφενεδάκια, οι υπαίθριοι κουρείς που ξυρίζανε με την ψιλή για είκοσι λεπτά της δραχμής, νωχελείς θαμώνες σε μικροκαταστήματα, το αργό βάδισμα των Θεσσαλονικέων μουσουλμάνων, οι χοτζάδες με τζουμπέδες και τα καραβάνια των μεβλεβήδων, άλλος κόσμος εκεί.
Καθώς περιγράφει τη συνοικία γύρω από τον Μεβληχανέ, η φωνή επιλέγει να αποκάλυψει πλήρως το όνομα της πόλης μέσω ενός επιθετικού προσδιορισμού, των «Θεσσαλονικέων», που προσδιορίζει την ταυτότητα μίας ιδιαίτερης κοινότητας της πόλης, των μουσουλμάνων. Η παραστατική περιγραφή καταλήγει στο τέλος σε μία εικόνα-σύνοψη για την ταυτότητα της Θεσσαλονίκης: «Mωσαϊκό λαών, γλωσσών, πολύχρωμης διαχρονίας μέσα στην ιστορική περιπέτεια», σχολιάζει. Έτσι, το όνομα της Θεσσαλονίκης συνδέεται εξ αρχής μ' ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ιστορικού χώρου, την «πολυχρωμία» του πληθυσμού του.
Μερικές σελίδες παρακάτω, η περιγραφή της αγοράς στο Καπάνι, ενός τόπου επίσης αντιπροσωπευτικού -μέχρι σήμερα- για την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης, θα καταλήξει σε μία παρόμοια εικόνα για την ταυτότητα του ιστορικού χώρου: «εδώ μιλούσαν τούρκικα, εκεί ισπανοεβραϊκά και γίντις, αρμένικα, ελληνικές διαλέκτους, καυκασιανά, θρακικά, ιδιώματα νησιωτικά και ντόπια.»
Τα χρόνια, επομένως, αμέσως μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο ήταν εμφανή ακόμα τα ίχνη της παρουσίας των μουσουλμάνων, αλλά και ζωντανές οι μνήμες από το οθωμανικό πολυεθνικό παρελθόν της πόλης. Ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος η αφήγηση παρουσιάζει στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα μίας κατεξοχήν πόλης της φτωχολογιάς και των προσφύγων, αλλά και την εικόνα ενός κοσμοπολίτικου αστικού χώρου, με γειτονιές που διατηρούν έντονα το οθωμανικό χρώμα. Πρόκειται για την εικόνα μίας τυπικής ανατολίτικης και κοσμοπολίτικης, πολυεθνικής και πολύγλωσσης πόλης, μίας πόλης που για αιώνες και ως την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα αποτελούσε ιστορικό αστικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνέχισε να διατηρεί κάποια από τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας της και στην αμέσως επόμενη δεκαετία, όταν ενώθηκε με το ελληνικό κράτος.
Αφού, λοιπόν, πρώτα σκιαγραφήσει το μεγάλο ιστορικό χώρο, η φωνή θα επιστρέψει στο μικρό τόπο από όπου ξεκίνησε, στις συνοικίες των φτωχών πυροπαθών και νεήλυδων, και πιο συγκεκριμένα «σε μία συνοικία» όπου «δύο γυναίκες γέννησαν το πρώτο παιδί τους με διαφορά μερικούς μήνες η πρώτη από τη δεύτερη», εκεί όπου πρώτη θα γεννηθεί η Ευαγγελία από γονείς πρόσφυγες της Ανατατολικής Θράκης και λίγους μήνες μετά ο Κωνσταντίνος, οι δύο ήρωες του μυθιστορήματος. Η αφηγηματική φωνή θα διαπλέξει και θα ενσωματώσει τη μικρή ιστορία της ζωής των δύο ηρώων, της οικογένειάς τους και των φίλων τους μέσα στη μεγάλη ιστορία του αστικού χώρου της Θεσσαλονίκης και μέσα στη μεγαλύτερη της Ελλάδας και του κόσμου. Έτσι, ο χρόνος του εικοστού αιώνα με τα ιστορικά γεγονότα, που επηρεάζουν το βίο των προσώπων-ηρώων του μύθου στο χώρο της Θεσσαλονίκης, συμπυκνώνεται αφηγηματικά στις επτά ημέρες της «Μικρής Μεγάλης Εβδομάδας», γιατί φαίνεται ότι οι ατομικές «μικρές» ιστορίες προσωπικού και συλλογικού πόνου βιώνονται στην πραγματική ζωή αλλά και στην επινοημένη αφήγηση, ως ανάσες και διαρκούν ελάχιστα μέσα στην αιωνιότητα της «μεγάλης» ιστορίας και στη διαχρονικότητα του ιστορικού χώρου, μοιάζοντας με εικόνες-αναμνήσεις από ένα όνειρο, τυλιγμένες «στην αχλύ φαιών νεφών». Άλλωστε, και ο ίδιος ο εικοστός αιώνας, όπως και κάθε αιώνας, «κυλά άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μια ανάσα» μέσα στις χιλιετηρίδες της Ιστορίας.
Με άλλα λόγια, στα κεφάλαια του βιβλίου, που φέρουν τα ονόματα των επτά ημερών της εβδομάδας, συμπυκνώνονται οι ατομικές ιστορίες χαρμολύπης των προσώπων-ηρώων κατά τη διάρκεια των εκατό χρόνων ιστορικής συνέχειας της πόλης της Θεσσαλονίκης. Στο κεφάλαιο «Κυριακή» συμπυκνώνεται η περίοδος 1919-1936, στο κεφάλαιο «Δευτέρα» η περίοδος 1937-1940, στο κεφάλαιο «Τρίτη» η περίοδος 1940/1-1944, στο κεφάλαιο «Τετάρτη πρωί» η περίοδος 1944-1946, στο κεφάλαιο «Τετάρτη βράδυ» η περίοδος 1946/47-1950 (περίπου), στο κεφάλαιο «Πέμπτη πρωί» η περίοδος αρχές τις δεκαετίας του 1950-τέλη της ίδιας δεκαετίας, στο κεφάλαιο «Πέμπτη βράδυ» η περίοδος τέλη δεκαετίας 1950/1960-1973, στο κεφάλαιο «Παρασκευή πρωί» η περίοδος 1974-1981, στο κεφάλαιο «Παρασκευή βράδυ» η περίοδος 1982-1993 (περίπου), στο κεφάλαιο «Σάββατο» η περίοδος 1994-2005.
Ο γραμμικός ιστορικός χρόνος άλλοτε δηλώνεται φανερά με τον ακριβή προσδιορισμό των χρονολογιών και άλλοτε υπονοείται μέσω της αναφοράς περισσότερο ή λιγότερο γνωστών ιστορικών γεγονότων. Ο αφηγηματικός, όμως, χρόνος επιτρέπει παρεκκλίσεις από τη γραμμικότητα του ιστορικού χρόνου, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τη μνήμη των ατόμων. Έτσι, όταν το 1936 η Θεανώ λαμβάνει επιστολή από τον εξόριστο άνδρα της τον Κοσμά, θυμάται με συγκίνηση την περίοδο 1916-1918, τότε που ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Η αναδρομική αφήγηση, μέσω των αναμνήσεων της ερωτευμένης γυναίκας, μας ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η αναδρομική αφήγηση συνεχίζει να συναρπάζει τους αναγνώστες και όταν η Θεανώ θυμάται την Πρωτομαγιά του 1920. Θα αναφέρω αυτολεξεί το απόσπασμα, το οποίο μου θυμίζει έντονα σκηνές από την ταινία 1900 του Μπ. Μπερτολούτσι, επειδή είναι ενδεικτικό για το πώς η αφήγηση ενσωματώνει ή διαπλέκει μία προσωπική-ιδιωτική στιγμή των ηρώων της μικρής ιστορίας σ' ένα στιγμιότυπο της μεγαλύτερης ιστορίας του χώρου της Θεσσαλονίκης.
Θυμήθηκε την Πρωτομαγιά του είκοσι, είχε αφήσει όλη τη μέρα το μωρό στη μάνα της, ο Κοσμάς την πήρε και πήγαν από νωρίς σ' ένα εξοχικό καφενείο παραγεμάτο εργάτες και εργάτριες, ανέμιζε το ερυθρό λάβαρο του Εργατικού Κέντρου και σε απόσταση καραδοκούσαν οι περίπολοι, μουσικοί έπαιζαν την Τρίτη Διεθνή κι εργατικά τραγούδια, στην εξέδρα ένα κοριτσάκι ντυμένο κόκκινο και με στεφάνι από τριαντάφυλλα απήγγειλε ποίημα. Εκφωνούσαν λόγους στα εβραϊκά, στα ελληνικά, στα τούρκικα, έπειτα μίλησαν οι εκπρόσωποι των σοσιαλιστικών νεολαιών, ζητούσαν να σταματήσει η καταδίωξη των συνδικαλιστών, να επιστρέψει ο Αβραάμ Μπεναρόγια από τη Φολέγανδρο, ο Κοσμάς της έδειχνε τους εκπροσώπους της Φεντερασιόν κι επαναλάμβανε πως ήταν η σημαντικότερη οργάνωση του εργατικού κινήματος. Το απόγευμα ανέβηκαν κατά χιλιάδες στο Σέιχ-Σου, τραγούδησαν, χόρεψαν, με μουσικές συγκεντρώθηκαν το βράδυ στο Εργατικό Κέντρο. Πολύ είχε χαρεί ο Κοσμάς εκείνη την ημέρα, «α γένει ντουνιάς καλύτερος», το πίστευε, και η ίδια μαζί του.
Μία αναδρομή σε στιγμές της ιστορίας της Θεσσαλονίκης γίνεται και όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η Ευαγγελία και ο Κωνσταντίνος (πρόσωπα της δεύτερης γενιάς), γέροι πια, διηγούνται περιστατικά του παρελθόντος στην εγγονή τους Θεανώ (πρόσωπο της τέταρτης γενιάς). Το απόσπασμα δείχνει ακριβώς αυτό που έχουμε υπαινιχθεί από την αρχή, ότι δηλαδή η μνήμη του ιστορικού χώρου δεν είναι παρά σύνθεση από μνήμες συλλογικών βιωμάτων που τα άτομα κατά κάποιον τρόπο έχουν κληρονομήσει από τις οικογένειές τους και τους έχουν μεταδοθεί από τις κοινότητες στις οποίες ανήκουν. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Κωνσταντίνος μεταφέρει στην εγγονή του μνήμες και από τις διηγήσεις του δικού του πατέρα (του προπάππου της Θεανώς), του Μηνά (προσώπου της πρώτης γενιάς).
Ζητούσε από τον παππού και τη γιαγιά να της διηγούνται περιστατικά βιωμένα, ή όσα γνώριζαν εξ ακοής, αυτοί θυμούνταν τα παιδικά χρόνιά τους, τη ζωή στο γυμνάσιο. Ήρθε το 1927, τους αφηγούνταν οι καθηγητές τους, θεωρούσαν το γεγονός από τα συνταρακτικότερα που είχαν ζήσει, να δουν από κοντά τον Παλαμά...Θυμούνταν τις σκαλομαρίες στα τραμ και τους αστυνομικούς που τους κυνηγούσαν, όσους έπιαναν τους έδιναν το ξύλο της χρονιάς τους, ειδικά αν επρόκειτο για ξυπόλητους μικρούς...Της έλεγε και όσα θυμόταν από τις διηγήσεις του δικού του πατέρα, του Μηνά, ότι κάποιοι ανατίναξαν ένα γαλλικό πλοίο με ασύνηθες όνομα, είτα την Οθωμανική Τράπεζα και το ταχυδρομείο, καφενεία και δημόσια κτίρια τινάζονταν με δυναμίτη, είπανε πως αυτουργοί ήσαν Βούλγαροι αναρχικοί, Ήμουνα τότε δεκατέσσερα-δεκαπέντε χρονώ και το θυμούμαι έλεγε ο πρόπαππος. «Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1889 ή το 1890 νομίζω», υπολόγιζε ο παππούς, αυτά πρέπει να έγιναν στις αρχές του αιώνα μας, 1903 ή 1904, εκεί περίπου...
Επομένως, στο μυθιστόρημα ο αφηγηματικός λόγος διασώζει εικόνες συλλογικής μνήμης από στιγμές-ανάσες των ατόμων στο ιστορικό χώρο της Θεσσαλονίκης. Στιγμές που τις έζησαν οι ήρωες του μύθου ως αυτόπτες μάρτυρες ή που μετείχαν σ' αυτές ως δρώντα υποκείμενα, στιγμές που τις πληροφορήθηκαν από τις ειδήσεις των εφημερίδων και του ραδιοφώνου ή από αναμνήσεις διηγήσεων γερόντων παππούδων, φίλων και γνωστών. Παρακάτω, καταγράφονται συνοπτικά μόνο κάποιες από τις αναρίθμητες εικόνες των συλλογικών βιωμάτων, εικόνες από στιγμές των εκατό χρόνων ζωής της πόλης που αποτυπώνονται στην αφήγηση ως ενσταντανέ παλιών ασπρόμαυρων κιτρινισμένων αλλά και νεότερων έγχρωμων γυαλιστερών φωτογραφιών.
Πρόκειται για εικόνες-μνήμης από την πυρκαγιά του 1917, αλλά και τις βομβιστικές εκρήξεις δυναμίτιδας των Βουλγάρων αναρχικών το 1903, από την εβραϊκή εργατική οργάνωση Φεντερασιόν του Μπεναρόγια και τις πρώτες κινητοποιήσεις των εργατών, από τις μουσουλμανικές συνοικίες της πόλης, την αγορά στο Καπάνι, από το καταρριφθέν γερμανικό ζέππελιν και την έκθεσή του στο Λευκό Πύργο το 1916, αλλά και από τα αγγλογαλλικά στρατεύματα Κατοχής κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, από τις διασκεδάσεις στον Κήπο που στέγαζε το Θέατρο του Λευκού Πύργου μαζί με εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο, λέσχη και καμπαρέ, από τους πρώτους κινηματογράφους της πόλης, τις ταβέρνες και τα καφενεία, από τους κεντρικούς δρόμους με τα τραμ, τα παλιά αυτοκίνητα και τα αστικά λεωφορεία, αλλά και από τα στενά σοκάκια με τα κάρα και τα άλογα, από τους πλανόδιους βιοπαλαιστές, τα μικρά μαγαζάκια και επαγγέλματα που πλέον έχουν χαθεί, από τη ζωή ιστορικών εκπαιδευτηρίων και νοσοκομείων, από τη άφιξη και την εγκατάσταση των προσφύγων πριν και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, από την εργατική εξέγερση του Μάη του 1936, από τα καπνομάγαζα και τις καπναποθήκες, τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, τις βιομηχανίες «Ιούτης, Λινού και Καννάβεως», από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ, τις διώξεις των αντιφρονούντων κατά την περίοδο του Μεταξά, από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής, από τον εκτοπισμό και την εξόντωση μίας από τις πιο ιστορικές κοινότητες της πόλης, των Εβραίων, από την απελευθέρωση και την ενθουσιώδη υποδοχή που επιφύλαξαν οι Θεσσαλονικείς στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, από τη σύντομη αμφιλεγόμενη περίοδο της Εαμοκρατίας, τη σκοτεινή εποχή του εμφυλίου πολέμου και των μετεμφυλιακών χρόνων, από την πρώτη αεροπειρατεία των έξι νεαρών Θεσσαλονικέων σπουδαστών, από τη δολοφονία του Πολκ, τις φυλακίσεις και εκτελέσεις των αριστερών, τα παλλαϊκά συλλαλητήρια για το Κυπριακό, από τον ξενιτεμό των φτωχών στην Αμερική και τη Γερμανία, από τις εκδρομές με τα καραβάκια για τα καλοκαιρινά μπάνια του λαού στις παραλίες του Θερμαϊκού, από τη δολοφονία του Λαμπράκη, τις διαδηλώσεις του φοιτητικού κινήματος, από την ανοικοδόμηση της πόλης με την καταστροφή ιστορικών μνημείων και κτηρίων, την αντιπαροχή και την έγερση τσιμεντένιων πολυκατοικιών, από τις θλιβερές μέρες της Χούντας αλλά και τις φωτεινές της Μεταπολίτευσης, από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαυίας, την άφιξη νέων «νεήλυδων» προσφύγων μετά την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου και την πτώση του κομμουνισμού στη νοτιοανατολική Ευρώπη και τέλος από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004.
Οι αναγνώστες, όμως, βλέποντας να ξετυλίσσονται εικόνες του ιστορικού χώρου, «ακούν» ταυτόχρονα και τις μουσικές του. Η φωνή της αφήγησης σε κάθε κεφάλαιο-ημέρα ηχογραφεί κατά κάποιον τρόπο τις μουσικές μνήμες των ατόμων και των ομάδων στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Αλλώστε, οι μουσικές μνήμες είναι κατεξοχήν μνήμες συλλογικών βιωμάτων, μνήμες που συνδέουν το άτομο με την ομάδα. Έτσι, μαθαίνουμε για τα τραγούδια και τις μουσικές, που άκουγαν ή τραγουδούσαν ή έπαιζαν ως αυτοδίδακτοι μουσικοί οι ήρωες του μύθου. Ακούμε μουσική από λαϊκούς οργανοπαίχτες που παίζουν βιολί, κλαρίνο, ούτι, μπουζουκάκι, σαντούρι, ακορντέον, φυσαρμόνικα, αισθαντικούς αμανέδες από τη Σμύρνη, δημοτικά άσματα θρακιώτικα, ανατολίτικα και ποντιακά σε γάμους και σε οικογενειακά γλέντια, εργατικά επαναστατικά τραγούδια και ο ύμνος της Τρίτης Διεθνούς, τραγούδια του Μπαγιαντέρα και του Παπαϊωάννου, νοσταλγικά μελαγχολικά ερωτικά σεφεραδίτικα τραγούδια των Εβραίων, αρχοντορεμπέτικα σε γεμάτες καπνό ταβέρνες, ρούμπες, βαλς και ταγκό από μεγάλες προπολεμικές ορχήστρες και αργεντίνικα μουσικά συγκροτήματα, «ρούμι και κόκα κόλα, Λιλή Μαρλέν» την περίοδο της Κατοχής, δημοτική, ελαφρά και κλασική μουσική από το ράδιο τις μεταπολεμικές δεκαετίες, τραγούδια της Μαρίκας Νίνου, της Ελίζας Μανέλι, της Μαριάννας Χατζοπούλου, της Σοφίας Βέμπο, του Τζίμη Μακούλη, της Μαίρης Λίντα και του Μανόλη Χιώτη και φυσικά του Στέλιου με τη Μαρινέλα.και καθώς περνούσαν οι δεκαετίες, τραγούδια από το Νέο Κύμα, του Σαββόπουλου, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και βέβαια ροκ μουσική. Οι μουσικές αναφορές της αφήγησης είναι πραγματικά πολυάριθμες και θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι γίνονται η μουσική συνοδεία των στιγμιότυπων του 20ού αιώνα, η μουσική υπόκρουση των εικόνων μνήμης του ιστορικού χώρου.
Τα αναρίθμητα στιγμιότυπα -οπτικά και μουσικά- από την ιστορία της Θεσσαλονίκης και των ανθρώπων της, που περιέχονται στο μυθιστόρημα, συνθέτουν την εικόνα ενός ιστορικού χώρου που μοιάζει με παλίμψηστο χειρόγραφο. Παρόλο που κατά την πρώτη φάση της ελληνικής περιόδου της πόλης, η οποία συμπίπτει με την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η Θεσσαλονίκη διατηρεί κάποια από τα χαρακτηριστικά της πολυεθνικής φυσιογνωμίας της, αρχίζει, ωστόσο, να μεταμορφώνεται σε μία μονοεθνική πόλη, χάνοντας με την πάροδο των δεκαετιών τις ιστορικές κοινότητές της με τους ανθρώπους, τις γλώσσες και τις θρησκείες τους, τους τρόπους και τις συνήθειες της ζωής τους, τις μουσικές τους, τις γειτονιές με τα σχολεία και τους ναούς τους, τα μνημεία και τα νεκροταφεία τους, και τελικά τους πολιτισμούς τους. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον πρώτο μεγάλο πόλεμο ο σλαβικός και ο μουσουλμανικός πληθυσμός εγκατέλειψε την πόλη ή ανταλλάχτηκε, ενώ στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εξοντώθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός. Καθώς χάνονταν ή κρύβονταν τα ίχνη της παρουσίας των παλιών κοινοτήτων, έφθασαν άνθρωποι νέων κοινοτήτων και έγραψαν την ιστορία τους στο χώρο της πόλης, χαράζοντας νέα ίχνη πάνω ή δίπλα στα παλιά. Μετά κυρίως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το «πάμπαν πλημμύρισε» με πρόσφυγες από τις χώρες της χερσονήσου του Αίμου και την άλλοτε Οθωμανική Αυτοκρατορία που εγκαταστάθηκαν σε ανταλλάξιμα σπίτια ή δημιούργησαν τις δικές τους νέες συνοικίες. Τη μεταπολεμική περίοδο ήλθαν και νέοι πρόσφυγες, αυτή τη φορά εσωτερικοί μετανάστες. Ενώ, λοιπόν, η πόλη έδειχνε ότι μεταμορφωνόταν σε μονοεθνική, η τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα επιφυλάσσει μία ακόμη μεταμόρφωση, αφού δέχτηκε και πάλι πρόσφυγες από την Αλβανία και τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, αλλά και τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες.
Τα πρόσωπα-ήρωες του μυθιστορήματος, οι γονείς, τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα, κινούνται σ' αυτόν τον παλίμψηστο ιστορικό χώρο του εικοστού αιώνα, αφήνοντας πάνω του και τα δικά τους αποτυπώματα. Κινούνται ανάμεσα σε ρωμαϊκές κολόνες και αψίδες, ζουν σε σπίτια θεμελιωμένα πάνω σε αρχαία και νεότερα ερείπια, προσεύχονται σε παλαιοχριστιανικές βυζαντινές εκκλησιές, περνούν δίπλα από κρήνες με αραβικές επιγραφές, περπατούν δίπλα σε γκρεμισμένα οθωμανικά τζαμιά, μπεζεστάνια και χαμάμ, ψωνίζουν από άλλοτε εβραϊκές αγορές, βλέπουν να διανοίγονται κεντρικοί δρόμοι, να κατεδαφίζονται χαμόσπιτα, να γκρεμίζονται κομψά νεοκλασικά και σπίτια με τα σαχνισιά και στη θέση τους να υψώνονται τσιμεντένιες πολυκατοικίες που σκοτεινιάζουν τους δρόμους αλλά και τις ζωές τους.
Αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τις αλλαγές στη φυσιογνωμία της πόλης, που αποτυπώνονται στην αφήγηση, όταν το Νοέμβριο του 1937 η Ευσταθία μαζί με τα δύο μικρά παιδιά της κατεβαίνουν από το τραμ στην πλατεία Συντριβανίου για να πάνε πεζή στην οδό Καπετάν Άγρα, στο σπίτι όπου διέμεναν οι τότε νεόνυμφοι Κωνσταντίνος και Ευαγγελία. Η φωνή της αφήγησης περιγράφει την εικόνα του αστικού χώρου, βλέποντας και γνωρίζοντας όμως πολύ περισσότερα για τη μεταμόρφωση της πόλης από όσα έβλεπαν και γνώριζαν οι τότε αυτόπτες, η μητέρα και τα παιδιά: πέρα μακριά η διάνοιξη της Εγνατίας βραδυπορούσε, χαμόσπιτα μέσα στη μέση της οδού έπαιρναν σειρά μακράς αναμονής για την κατεδάφιση. πήραν την Εγνατία για να ανηφορίσουν ακολούθως αρκετό ποδαρόδρομο προς την Καπετάν Άγρα, όπου η κατοικία της Θεανώς και του ζευγαριού. Πέρασαν από χαλάσματα, παράγκες και τετραώροφα καινούρια κτίσματα, τους καλούμενους ουρανοξύστας, παρέκαμψαν λάκκους με νερά σε λασπερούς δρόμους με σκόρπιες κοτρώνες-ο χαρακτηρισμός η πόλις της λάσπης θα συνεχιζόταν για πολλά χρόνια-.
Σ' ένα ακόμα χαρακτηριστικό απόσπασμα για τη μεταμόρφωση της πόλης στα τέλη της δεκαετίας του 1950 αναπαρίστανται εικόνες από την ίδια γειτονιά, με τις οδούς Αγ. Δημητρίου, Καπετάν Άγρα, Κάλβου, Διός και Αρκαδιουπόλεως, τη γειτονιά όπου πέρασαν τη ζωή τους το ζευγάρι των κεντρικών ηρώων, ο Κωνσταντίνος και η Ευαγγελία:
Κοντά στην εκπνοή της δεκαετίας υπερυψώθηκε ως αξιοθέατο, κράχτης κοινωνικής ανόδου και αρχόμενης ευημερίας, για κάποιους άλλους επισφράγιση κύρους, με ανεπίστροφες μετατροπές καθημερινότητας, η πρώτη πολυκατοικία της Καπετάν Άγρα. Οικοδομήθηκε κι άλλη, εν συνεχεία άλλη, συνήθισαν. Όμως, ενώ πέντε και έξι όροφοι επί της Αγίου Δημητρίου δεν δημιουργούσαν πρόβλημα, στο σοκάκι τους ο ήλιος εμφανιζόταν το μεσημέρι και πλέον από άνοιξη κι ύστερα. Γέμισε πρώτα η Αγίου Δημητρίου και είτα οι δρομίσκοι, η Κάλβου, η Διος, πιο πέρα η Αρκαδιουπόλεως, πολυκατοικίες-μέγαρα φύτρωναν σαν τα μανιτάρια του φθινοπώρου-έως τότε ογκώδη οικοδομήματα ήσαν κατ' εξοχήν τα δημόσια, τουλάχιστον στις βόρειες γειτονιές. Κατεδαφίζονταν τα παλιά τούρκικα, χαμοκέλες και τριώροφα με την αρχιτεκτονική που συναντούσε κανείς σ'όλα τα Βαλκάνια και όχι μόνον, εδώ κι εκεί κάποια καμένα από τη στέγη όταν τελείωσαν, η ίδια τύχη επιφυλάχθηκε σε αρχοντικά, γερά νεοκλασικά, και ανυπερθέτως καλύφθηκαν με τσιμέντο αυλές, κήποι, περιβόλια.
Καθώς, λοιπόν, περνούν οι δεκαετίες του 20ού αιώνα, τα πρόσωπα του μύθου ζουν τις μικρές «προσωπικές» περιπέτειες στον διαρκώς μεταμορφούμενο ιστορικό χώρο, γίνονται θεατές των μεταμορφώσεων, αλλά και βιώνουν τις αλλαγές της φυσιογνωμίας της πόλης στην καθημερινότητά τους. Και ενώ η πόλη αλλάζει, αυτοί επιμένουν να αναζητούν τα καλυμμένα χαμένα ίχνη του παρελθόντος και να αναγνωρίζουν τα ελάχιστα εναπομείναντα-ή μήπως είναι περισσότερα από όσα νομίζουμε-, ανασύροντας εικόνες από την ατομική και συλλογική συνείδηση, εικόνες ιστορικής μνήμης, και εν τέλει διαπιστώνοντας ότι όσο και αν αλλάζει μορφές η πόλη, παραμένει ταυτόχρονα και ίδια.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι δύο συνονόματες εξαδέλφες Πελαγίες, η μία κόρη του Κωνσταντίνου και η άλλη κόρη της αδελφής του Ασημίνας (πρόσωπα της τρίτης γενιάς), περπατούν ακόμα στους ίδιους δρόμους με τα ίδια ονόματα, που είχε περπατήσει το 1937 η Ευσταθία με τα παιδιά της και προφανώς βλέπουν την ίδια βυζαντινή εκκλησία (Δώδεκα Απόστολοι), που και αυτή θα είχε δει. Οι προσεκτικοί αναγνώστες του παρακάτω αποσπάσματος θυμούνται την εικόνα της λασπερής διαδρομής της Ευσταθίας, όταν διαβάζουν την εικόνα των δύο γυναικών που περπατούν στην ίδια γειτονιά:
Αρκαδιουπόλεως, Καπετάν Άγρα, Διος, Κάλβου. Τα πεζοδρόμια έχουν λάσπες, δε γλιτώνεις από δαύτες. Οι Πελαγίες βάδιζαν την Αγίου Δημητρίου, στο ύψος της Καπετάν Άγρα έβλεπαν τους Δώδεκα Αποστόλους.
Στις επόμενες σελίδες οι δύο γυναίκες, συγκρίνοντας το παρόν της πόλης με το παρελθόν, θυμούνται και αναγνωρίζουν τα εναπομείναντα ίχνη του ιστορικού χώρου: «Όμως, υπάρχει η Άνω Πόλη, όλα αυτά σαν να μην την αφορούν, σαν να βρίσκεσαι σ' άλλο τόπο», αναφωνεί σε κάποιο σημείο η Πελαγία της Ασημίνας, ενώ λίγο παρακάτω η Πελαγία του Κωνσταντίνου θυμάται ότι το «πανεθνικό κουρκούτι» των αρχών του 20ού αιώνα το «διαδέχτηκε η εθνική ομοιογένεια». Θυμάται επίσης ότι η πόλη κάποτε ήταν πολυεθνικό κέντρο. Στις πρώτες δεκαετίες οι Σλαύοι και οι Τούρκοι είχαν φύγει κι οι Έλληνες της χερσονήσου του Αίμου και της Τουρκίας είχαν έλθει εδώ, μ' όλα ταύτα έμενε κάτι από την ιστορική αύρα περασμένων μεγαλείων και οντοτήτων, οι Ισραηλίτες, που ωστόσο έφυγαν με τον τρόπο που έφυγαν, κι η πόλη προϊόντος του χρόνου παρήκμαζε και μετατρεπόταν σε επαρχιακό μπακάλικο του μικρού βασιλείου. Τώρα οι ελάχιστοι εναπομείναντες Ελληνοεβραίοι με την «Μακκαμπή», τις δύο συναγωγές, το μικρό μουσείο, το νέο νεκροταφείο, το Ματανώθ Λεβιονίμ στεγάζει το μικρό σχολείο τους, κτήριο που στην Κατοχή μοίραζε συσσίτιο, τότε που τα παιδιά δεν είχαν τροφή. Ελάχιστοι Αρμένιοι με την εκκλησία τους, το κοιμητήριο λησμονημένο, αν όχι σε εγκατάλειψη.
Η Πελαγία του Κωνσταντίνου δεν αναγνωρίζει μόνο τα εναπομείναντα ίχνη του παρελθόντος, αλλά βλέπει και με αισιοδόξία τη «νέα επέλαση από χιλιάδες των αλλογενών που κατέκλυσαν την πόλη και θυμίζουν σε κάποιους παλιούς τον αλλοτινό πολυεθνικό πυρετό της». Στην τελευταία δεκαετία του αιώνα, ο ιστορικός χώρος φαίνεται να επανακτά την παλιά ταυτότητα του, που ίσως ποτέ να μην την είχε χάσει τελείως: «εξακολουθούν να έρχονται.αντιδάνεια σκόρπιων ονείρων. επαναπατριζόμενοι νέας κοπής, μετανάστες και πρόσφυγες, κλαίνε ζωές ξοδεμένες και νοσταλγημένες πατρίδες, προσπαθούν εδώ και κάποιες δεκαετίες να ριζώσουν κι αυτοί. όλοι στο μεγάλο μικρό χωνευτήρι της άκρης των Βαλκανίων, δεν φέρνουν μόνο την απόγνωσή τους, κομίζουν και την ελπίδα για καλύτερη ζωή. Για αυτούς και για μάς.», διαβάζουμε τις σκέψεις της Πελαγίας.
Ενώ, λοιπόν, ο αιώνας κυλά προς το τέλος και μαζί του εκπνέουν οι ζωές των γεροντότερων προσώπων του μυθιστορήματος, διαπιστώνουμε ότι η συλλογική μνήμη του ιστορικού χώρου στοιχειώνεται στην ατομική συνείδηση των ηρώων, γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο της υπόστασής τους. Λίγο προτού πεθάνει ο γηραιός πλέον Κωνσταντίνος, απαρηγόρητος από τον προηγηθέντα χαμό της αγαπημένης του Ευαγγελίας, βλέπει ένα όνειρο που επιβεβαιώνει ότι η μνήμη του ιστορικού χώρου ζει εντυπωμένη στη συνείδηση του ατόμου. Ο Κωνσταντίνος ονειρεύεται ότι άλλοτε μόνος του και άλλοτε μαζί με την Ευαγγελία περπατάει σε δρόμους του χωροχρόνου, αναζητώντας με αγωνία και αναγνωρίζοντας με ανακούφιση αλλά και θλίψη τα εναπομείναντα ίχνη του παρελθόντος της πόλης, τα ίχνη του δικού του παρελθόντος. Ονειρεύεται ότι περπατάει στα σοκάκια που τον οδηγούν στην Άνω Πόλη των παλιών σπιτιών «με τους χαρακτηριστικούς εξώστες, τα σαχνισιά που τα έβλεπε κατεβαίνοντας με την Ευαγγελία από το γυμνάσιο του Κουλέ Καφέ μετά το σχόλασμα», ότι περνάει από τη βρύση με την καλλιτεχνική αραβική επιγραφή στο Τσινάρι «δίχως πλάτανο από πάνω.», ότι συναντά τη μισογκρεμισμένη κρήνη της οδού Ολυμπιάδος, την Κρήνη του Αβδουραχμάν Μπέη, ότι προχωράει παραπέρα και βλέπει «το πρώτο νοσοκομείο της πόλης, κτίσμα του 1850, με τα πολλά ονόματα στο διάβα του χρόνου...» και ότι ξαφνικά βρίσκεται να περπατά στη Μπάρα και να αντικρίζει «το τείχος που κατέβαινε ως το λιμάνι, από την άλλη πλευρά του η πλατεία Βαρδαρίου που φαινόταν από τη διπλή πύλη, την πορτάρα που οι Βυζαντινοί ονόμαζαν Χρυσή Πύλη, τους έλεγαν οι καθηγητές τους.». Η διαδρομή του ονείρου καταλήγει σε υπόγειες στοές, σκοτεινούς λαβυρίνθους στα βάθη της πόλης, όπου βρίσκονται θαμμένα ίχνη του παρελθόντος, ίχνη που πρόκειται να θαφτούν ακόμα βαθύτερα από τα έργα κατασκευής του σύγχρονου μετρό.
Επομένως, ο ιστορικός χώρος ζει στην ατομική συνείδηση, γιατί η ατομική μνήμη ταυτίζεται κατά πολύ με τη συλλογική. Ακόμα και όταν οι ήρωες του μυθιστορήματος αρχίζουν να εκλείπουν, ο ιστορικός χώρος της πόλης δε χάνεται μαζί τους, αλλά παραμένει το διαχρονικά μεταμορφούμενο ζων πρόσωπο του μύθου και της ιστορίας. Τελικά, η ιστορική μνήμη της Θεσσαλονίκης θα παραμένει ζωντανή όσο οι εικόνες του παρελθόντος της πόλης θα αναγνωρίζονται από τις επόμενες γενιές και όσο θα γράφονται βιβλία, όπως η Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα της Μαρίας Πάλλα.

Μαρία Πάλλα, Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 443.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα και γράφοντας το παρόν κείμενο, πιστεύω ότι ανέσυρα «εικόνες» από παλιότερα και νεότερα διαβάσματά μου σχετικά με την ιστορία, τη μνήμη και τη Θεσσαλονίκη.
Αναφέρω ενδεικτικά: Αναστασιάδης Γ., Σινεμά ο Παράδεισος, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 2000. Του ιδίου, Η Θεσσαλονίκη στις συμπληγάδες του 20ού αιώνα, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2005. Του ιδίου, Το παλίμψηστο του αίματος. Πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη (1913-1968), εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010. Αναστασιάδης Γ., Χεκίμογλου Ε., Τσιμισκή Αγίας Σοφίας Διαγώνιος, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997. Των ιδίων, Η μάχη της μνήμης. Παραλία, λιμάνια, Λευκός Πύργος, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997. Των ιδίων, Το πρόσωπο της μνήμης. Η φωτογραφία στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1998. Των ιδίων, Η «χαμένη» Εγνατία της Θεσσαλονίκης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001. Vakalopoulos Ap., Αναμνήσεις από την παλιά Θεσσαλονίκη-Memories of old Thessaloniki, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1993. Ζακ Λε Γκοφ, Ιστορία και Μνήμη, μτφρ. Κουμπουρλής Γ., εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998. Γούναρης Β., Παπαπολυβίου Π. (επιμ.), Ο φόρος του αίματος στην κατοχική Θεσσαλονίκη, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2002. Ζαφείρης Χρ., Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία, εκδ. Επίκεντρο (2η έκδ.), Θεσσαλονίκη 2006. Του ιδίου, Η μνήμη της πόλης. Η Θεσσαλονίκη τον 19ο και τον 20ό αιώνα, εκδ. Γνώση, Αθήνα 2007. Θεολόγου Κ., Χώρος και Μνήμη. Θεσσαλονίκη 15ος-20ός αι. Από τις παραδοσιακές κοινότητες στην αστική νεοτερικότητα, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2008. Καραβάτος Σ., Ματιές στην πόλη. Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης στον 20ό αιώνα, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης 2005. Καραδήμου Γερολύμπου Α., Το χρονικό της μεγάλης πυρκαγιάς (Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1917), εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002. Κίτσης Ε., Καρτ-ποστάλ της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 20ού αιώνα, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2008. Λιάκος Α., Η Σοσιαλιστική και Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης (Φεντερασιόν) και η Σοσιαλιστική Νεολαία, Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1985. Του ιδίου, πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία;, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2007. Lieberg Μ. (επιμ. Ε. Χεκίμογλου), Θεσσαλονίκη 1944. Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα του Jean Lieberg, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999. Mazawer M., Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006. Nora P., «Between Memory and History: Les Lieux de Memoire», Represantations, 26, Spring 1989, University of California press, Berkley 1989, 7-25. Τομανάς Κ. Οι κάτοικοι της παλιάς Θεσσαλονίκης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1992. Του ιδίου, Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1997. Του ιδίου, Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1997. Του ιδίου, Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης, εκδ. Νησίδες (ανατύπωση), Θεσσαλονίκη 2008. Χεκίμογλου E.-Danacioglu Esra, H Θεσσαλονίκη πριν από εκατό χρόνια, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1998. Πάλλα, ό.π., σ. 9. Ό.π., σ. 9. Ό.π., σ. 9-10. Ό.π., σ. 10. Ό.π., σ. 22. «Ο εικοστός αιώνας κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μια ανάσα, γοργό το τραίνο της Ιστορίας τον άφησε πίσω μαζί με τους άλλους» (ό.π., σ. 81). Ό.π., σ. 59. Ό.π., σ. 335-336. Ό.π., σ. 71-72. Ό.π., σ. 262. Ό.π., σ. 383. Ό.π., σ. 386. Ό.π, σ. 387. Ό.π., σ. 387-388. Για το όνειρο του Κωνσταντίνου, βλ. ό.π., σ. 412-414.


Ευσεβία Χασάπη, Η Μαρία Πάλλα και το λογοτεχνικό έργο της (κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΒΙΒΛΙΟ-ρυθμό στις 31.3.2011) - Η Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα είναι το δεύτερο βιβλίο της Πάλλα και το πρώτο της μυθιστόρημα. Το πρώτο της, μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Απώλειες και υπότιτλο Πεζογραφήματα εκδόθηκε το 2003 και εκτιμήθηκε από την κριτική και από μία μερίδα φιλαναγνωστών, χωρίς να έχει -ευτυχώς- την τύχη των ευπώλητων. Έγραψε τότε στη Νέα Εστία η Μάρη Θεοδοσοπούλου πως πρόκειται για «ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα βιβλία του 2003 [.]. Και μάλιστα μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, που μάλλον επιθυμεί να παραμείνει αγνώστου ταυτότητος, [.]. Ως φαίνεται, πιστεύει πως ένα βιβλίο μπορεί να ταξιδέψει μόνο του, ακόμη και σήμερα που τα πάντα έχουν καταλήξει ζήτημα επιχειρησιακής διαχείρισης. Αισιοδοξία στα όρια της χίμαιρας [.].» - (.) Η Μαρία Πάλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1952. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., στο Τμήμα Ιστορικών Σπουδών, και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιστορία στη Γαλλία. Από το 1985 εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και από το 1991 υπηρετεί στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έως το 2003 δημοσίευε μελέτες σε ιστορικά και φιλολογικά περιοδικά και εισηγήσεις σε πρακτικά συνεδρίων. Εκτός από τις Απώλειες και τη Μικρή μεγάλη εβδομάδα, τον Ιούνιο του 2006 δημοσίευσε τη νουβέλα "Πυροτεχνήματα στη νύχτα" στο περ. Πάροδος. (.) - Η Μικρή μεγάλη εβδομάδα είναι το δεύτερο βιβλίο της και το πρώτο της μυθιστόρημα, εκτάσεως 443 σελίδων, του οποίου η υπόθεση καλύπτει το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 21ου αιώνα, «στη συλλογική μνήμη του χώρου της Θεσσαλονίκης, των Βαλκανίων και του Αιγαίου, ο οποίος διευρύνεται προς την Ελλάδα, τον Ελληνισμό και τον κόσμο» και έχει ως θέμα του την εξιστόρηση της πορείας ζωής τεσσάρων γενεών. - Με αφορμή κάποιες φωτογραφίες η συγγραφέας εμπνεύστηκε τον μυθιστορηματικό της κόσμο, έναν κόσμο πολυπρόσωπο και εξόχως ζωντανό, του οποίου η ιστορία γίνεται αντικείμενο αφήγησης σε δέκα κεφάλαια και έναν επίλογο. Κάθε κεφάλαιο επιγράφεται με το όνομα μίας ημέρας, «Κυριακή», «Δευτέρα», «Τρίτη», τα τρία πρώτα. Η Τετάρτη, η Πέμπτη και η Παρασκευή απλώνονται σε δύο κεφάλαια: πρωί και βράδυ. Μετά το «Σάββατο» ακολουθεί ένας «Επίλογος», στον οποίο μας δίνονται με τρυφερότητα οι τελευταίες πληροφορίες για τους ήρωες, μετά το τέλος της υπόθεσης. Ανάμεσα σε κάποια από τα κεφάλαια παρεμβάλλονται με πλάγιους χαρακτήρες μικρά σύντομα κεφάλαια, στάσιμα (Ο χαρακτηρισμός είναι δικός μου). Σ' αυτά υπάρχει μία γυναίκα που, κατά τη συγγραφέα, λειτουργεί σε δύο επίπεδα: «εμπλέκεται στη μυθοπλασία ως πρόσωπο της εποχής που τελειώνει το μυθιστόρημα» (Όσα παραθέματα βρίσκονται μέσα σε εισαγωγικά είναι της συγγραφέως). χωρίς να έχει καμία σχέση με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. απλώς βρίσκεται στο νοσοκομείο και συμβιώνει με δύο από αυτούς πριν από το τέλος τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι «η αναγνώστρια έξω από το μυθιστόρημα», στην οποία απευθύνεται η συγγραφέας. - Η «Κυριακή», πρώτη ημέρα του πρώτου κεφαλαίου, ξεκινάει το 1919, όταν σε έναν προσφυγικό συνοικισμό δύο γυναίκες έφεραν στον κόσμο τα πρώτα τους παιδιά με διαφορά μερικούς μήνες. Η μοδίστρα Θεανώ και ο καπνεργάτης και ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κοσμάς την Ευαγγελία (Βαγγελίγια, Βαγγελή) και η Πελαγία και ο τσαγκάρης Μηνάς τον Κωνσταντίνο, που από βρέφος προσκολλάται με πάθος στην Ευαγγελία. Και ενώ η ζωή των δύο αυτών οικογενειών είναι ακόμη στην αρχή της, ένα άλλο πρόσωπο παρουσιάζεται, του οποίου την ιστορία θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια μέχρι το τέλος της, η Ευσταθία. Έρχονται στον κόσμο και άλλα παιδιά, δύο ακόμη αδέλφια για την Ευαγγελία, ο Παύλος και ο Νίκος, και μία αδελφή για τον Κωνσταντίνο, η Ασημίνα. - Η αφήγηση προχωρά γοργά. Ο αδελφός της Ευσταθίας πεθαίνει και, ενώ ο Κωνσταντίνος και η Ευαγγελία πατούν στα δεκαπέντε, ο Κοσμάς, που αγωνίζεται «α γένει ο ντουνιάς καλύτερος», εκτοπίζεται στη Σίκινο: «ο μπαμπάς α πάγη αλλαή» τους ενημερώνει με τα θρακιώτικά της η Θεανώ. Δεν υπάρχει προοπτική να συνεχίσουν τις σπουδές τους και ο Κωνσταντίνος βρίσκει δουλειά στο τσαγκαράδικο του πατέρα του και η Ευαγγελία στο καπνομάγαζο. - Ο λόγος ρέει σε υψηλούς τόνους ποίησης: «Νεοφανούς δεινότητας χειμώνας πλάκωνε, έπεφτε χιόνι πάνω στους χυμούς της γης, βαρύ σα σίδερο -ο θάνατος στην τέχνη μπορεί να είναι καλαίσθητος, ειπείν, στην ουσία μηδέποτε- σκέπασε μακροπρόθεσμες προθέσεις που εκποιήθηκαν όσο-όσο, ωστόσο το όνειρο μας συμπονά, η πραγματικότητα όχι. που το κλαδί έμεινε να τρέμει από το οριστικό πέταγμα του αηδονιού προς πιο φιλόξενες μεριές, δεν ωφελούσαν τα δάκρυα. Ο ουρανός τους χωρούσε όλους, δεχόταν την αμηχανία τους, είθε να είχαν φτερά να πετάνε όποτε θέλανε, κι όπως τα δένδρα να απολιθώνονται μετά την τελευτή τους. Ταξίδευαν μ' ένα σύννεφο, βρέχονταν από τη βροχή, χόρταιναν νερό μα ζητούσαν περισσότερη αγάπη, είχαν μια ζωή εμπρός τους. εκείνος ήθελε να ζήσουν μαζί και μαζί να την τελειώσουν». - Μία ακόμη ιστορία ανοίγεται μπροστά μας με την παρουσία της Εβραίας Κλάρας, συναδέλφου της Ευαγγελίας, που θα σημαδέψει τη ζωή του Παύλου. Η πρώτη ημέρα του μυθιστορήματος τελειώνει με τα νέα για τον Κοσμά που φέρνει ο συναγωνιστής του Μιχάλης -ο Κοσμάς έχει φυματίωση- και την αναδρομική αφήγηση της παρελθούσας ζωής τους από τη Θεανώ. - Η «Δευτέρα» και το δεύτερο κεφάλαιο του μυθιστορήματος αρχίζει με τον γάμο του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελής και συνεχίζεται με την πονεμένη ιστορία της Ευσταθίας στο πλευρό ενός αμείλικτου Συζύγου, που εξασφάλισε «θηλυκό για τα κέφια του, υποζύγιο για τις δουλειές του σπιτιού και θεράπαινα για τη γηροκομία της μάνας του», και των δύο πρώτων παιδιών της, του Χρήστου και της Αγγέλας. Όντας εμείς σε προνομιακή σχέση με τη Θεανώ, που τον μνημονεύει νεκρό, χωρίς να έχει ειδήσεις για τον θάνατό του, πληροφορούμαστε τον θάνατο του Κοσμά. Η επιστολή που εμείς διαβάζουμε, γραμμένη το 1936 από τον Μιχάλη, θα φτάσει από το Κεμπέκ στην Ελλάδα την αυγή του 20ου αιώνα και θα παραδοθεί σε κάποιο αρχείο, τη χρονιά που έφευγε από τη ζωή ο τελευταίος άνθρωπος που γνώρισε τον Κοσμά, η Ευσταθία. - Ξεσπά ο πόλεμος και ο Κωνσταντίνος στρατεύεται, ενώ η Ευαγγελή μετά από μία άτυχη εγκυμοσύνη κυοφορεί για δεύτερη φορά. Υπέροχες σελίδες απολαυστικής αφήγησης: διάλογοι σε εισαγωγικά, ενταγμένοι στη γλαφυρή διήγηση, επίκαιρα της εποχής και ερωτικές επιστολές γεμάτες λατρεία που ανταλλάσσουν τα δύο κύρια πρόσωπα, με πινελιές από την υπέροχη ντοπιολαλιά της Θεανώς συνθέτουν μία μοναδικά πολυφωνική παρτιτούρα, εξόχως γοητευτική, στολισμένη με οξείες, βαρείες, περισπωμένες, ψιλές, δασείες και υπογεγραμμένες, που μας κάνουν να νοσταλγούμε τα ψιμύθια του γλωσσικού μας πλούτου τα οποία απαρνηθήκαμε χάριν της ευκολίας και του κέρδους. - Η «Τρίτη», τρίτο κεφάλαιο, ξεκινά με την Ευσταθία που χάνει τον αδελφό της στον πόλεμο, ενώ έχει ήδη αποκτήσει τον δεύτερο γιο της, τον Γιωργή, και εξακολουθεί να «ποτίζεται με φαρμάκι ως τον πάτο» από τον «οινοπλάνητο» σύζυγο. Ακολουθεί η επέλαση των δυνάμεων κατοχής και η αφήγηση μετατοπίζεται από τη γενική κατάσταση στην ειδική κάθε φορά περίπτωση, από το μεγάλο ιστορικό πλαίσιο στους καθημερινούς ήρωες, ενώ στον μονόλογο του Κωνσταντίνου, που απευθύνεται στην Ευαγγελή, αποδίδονται παραστατικά οι συνθήκες στο μέτωπο της Αλβανίας. Η σωτηρία του Κωνσταντίνου από τον συμπολεμιστή του Ιάκωβο και η επιστροφή του στο σπίτι αποτελεί ένα ευοίωνο διάλειμμα. - Η ζωή της Ευσταθίας αποκτά ενδιαφέρον, όταν το σπίτι επιτάσσεται από Γερμανό αξιωματούχο, που με την ευγένεια της συμπεριφοράς του εκπέμπει αχτίνες φωτός στη δυστυχία της. Στο όμορο με την αυλή της Ευσταθίας ετοιμόρροπο κατασκεύασμα εγκαθίσταται η Αννίκα, που μετά από λίγο θα αναλάβει τη γηροκομία του ασκητή πατέρα Επιφάνιου. - Η Ευαγγελή αποκτά γιο, τον Μηνά, ενώ ο πατέρας του Κωνσταντίνου Μηνάς, μη μπορώντας να ξεπεράσει την οικονομική καταστροφή που υπέστη μετά τη ληστεία του εξοπλισμού του, θα αποβιώσει από υποσιτισμό στα πενήντα τρία του. Ακολουθεί η εξόντωση των Εβραίων της πόλης μας, της Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων, και η αποχώρηση της Κλάρας και των δικών της για το ταξίδι χωρίς επιστροφή στα στρατόπεδα εξόντωσης. - Το πρωί της «Τετάρτης» αρχίζει με το τελεσίγραφο της πυρπόλησης ολόκληρου τετραγώνου, αν δεν παραδοθεί η κλεμμένη μοτοσυκλέτα των Γερμανών. Πρόκειται για σελίδες γεμάτες από τον μεστό λόγο της Ευσταθίας που απευθύνεται στον Γερμανό οικότροφό της για να σώσει τους ανθρώπους από τον όλεθρο: «Η Ευσταθία όρθωσε το πρόσωπο, κοιτώντας τον αξιωματικό είπε στον διερμηνέα: ''να πεις ότι όλοι, όχι μονάχα οι δικοί μου, ήρθαν εδώ όταν τους έδιωξαν. Και γω με τον ίδιο τρόπο ήρθα.Και σεις, τον επεσήμανε με το δάχτυλο, αν μείνετε, θα είσαστε φονιάδες. Και θα σας διώξει από δω η καταφρόνια του κόσμου. Αλλά και σαν φύγετε καμιά γη δε θα σας σηκώσει!. Και τους δικούς μου ν' αφήσεις που λες, εκεί είναι το σπιτικό τους. Πού θα γυρίζουν έρημοι, να καίγεται μαζί με τα άλλα σπίτια, κι οι φίλοι τους αντάμα; Όλοι αδικοχαμένοι θα πάνε, κι εμένα, που να μη με γλίτωνες απ' τα χέρια τού. Πες, με δίνει ένα κλώτσο με τη μπότα που εγώ γυαλίζω!'' Στράφηκε, κοίταξε κατάματα τον διερμηνέα: ''Δεν χωνεύουμε τους μοναχοφάηδες εδώ, αυτό να πεις! Όλους να τους σώσει! Μπορεί αφού!'' [.] ''πε τον, είπε, με αψάδα, ότι κι ο αδερφός μου σκοτώθηκε στον πόλεμο, κι ήτανε στρατός και παίρνανε διαταγές! Δεν καίγανε τα παιδιά των Αλβανών!'' Άρπαξε τον Νίκο, τον έστησε ενώπιόν τους, ''Διες τον, ανεφώνησε με μάτι σκοτεινό, κοίτα τον! Δεκαπέντε χρονώ παιδί είναι! Θα μπορούσε να ήταν δικό σου το παιδί!'' [.] ''πε τον, τον παρακαλώ πολύ, τον ικετεύω, να γλιτώσει τη γειτονιά των ανθρώπων μου! Δεν τον ζήτησα καμιά χάρη. Αυτό όμως να το κάνει, χριστιανός αν είναι!'' είπε ξερά η Ευσταθία, έσφιξε τα δόντια, πήρε από το χέρι τον Νίκο, κούνησε το κεφάλι προς τον αξιωματικό και φύγανε. Βγήκαν, πέρασαν έγγιστα από το σταματημένο αυτοκίνητο του επισιτισμού, άφησε την έξαψη και τον πανικό της να ξεσπάσουν, έκλαιγε μουρμουρίζοντας, ''Αλίμονο σ' εσάς και κρίμα σ' εμένα'', κρουνοί τα δάκρυα μούσκευαν τα μάγουλά της, [.]». - Με την αποχώρηση των Γερμανών «κι η πραγματική θάλασσα ηρέμησε για ν' αφουγκραστεί τους στίχους [.] από τον έσω κόσμο των λαθροβιούντων, των ταπεινωμένων, των γονατισμένων τώρα στη μνήμη εκείνων που είχαν για πάντα χαθεί». Ακολουθούν, όμως, τα Τάγματα Ασφαλείας, οι εκτοπίσεις στα ξερονήσια, οι εκτελέσεις και το κλίμα τρομοκρατίας και ανέχειας. Η Ασημίνα ερωτεύεται παράφορα έναν αντάρτη και φεύγει μαζί του στο βουνό, αφήνοντας τη μάνα της Πελαγία να λυγίζει υπό το βάρος του καημού της. Η αποκάλυψη των στυγερών εγκλημάτων του ναζισμού, οι αποκηρύξεις του Κομμουνισμού, η σωρεία των εκτελέσεων, οι σύλλογοι ανταρτοπλήκτων, οι εθνικόφρονες και οι Εαμοβούλγαροι, ο εθνικός ύμνος σε ημερήσια διάταξη, «μία δίκη συνεργατών -δέκα δίκες εαμικών, ανάλογες και οι καταδίκες, θαύματα σε εκκλησίες και εικόνες» συνθέτουν την εικόνα της εποχής, ενώ η Θεανώ εξακολουθεί να περιμένει την επιστροφή του Κοσμά και η Ευσταθία βρίσκει παρηγοριά στη στάση ζωής των φυγόκοσμων γειτόνων της μοναχών, την «αλληλοπεριχώρηση». Πριν «βραδιάσει», σε μία κινηματογραφικής απόδοσης σκηνή παρακολουθούμε τη μαιναδική αντίδραση της Ευσταθίας, όταν αντιλαμβάνεται τις άνομες θωπείες του Συζύγου στην κόρη του αλλά και την απάνθρωπη του τέρατος, για να ακολουθήσει λυτρωτικός για την οικογένεια και τους αναγνώστες ο αναιτιολόγητος και ανεξιλέωτος θάνατός του. - «Τετάρτη βράδυ» (λες και το σκοτάδι πρέπει να καλύψει τη φρίκη που θα ακολουθήσει). Ο Κωνσταντίνος και η Ευαγγελή προσπαθούν να ζήσουν αξιοπρεπώς μέσα στη δίνη του Εμφυλίου, σ' ένα κλίμα εφιαλτικό λόγω των αντιποίνων και των εκτελέσεων ένθεν κακείθεν, ακριβοδίκαια μοιρασμένων στην αφήγηση και στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ενώ η Θεανώ ποικίλλει την αφήγηση με τις παιδικές αναμνήσεις της από τη Σωζόπολη. Η Ευσταθία προσπαθεί να αναστήσει τα παιδιά της, απαλλαγμένη πλέον από την τυραννία του άνδρα της, εργάτρια στη Βίλκα. - Η Ευαγγελία και ο Κωνσταντίνος αποκτούν το τρίτο παιδί τους, τον Κοσμά, και τολμούν το πρώτο και τελευταίο ταξίδι της ζωής τους, στην Άρνισσα, στον συμπολεμιστή του Κωνσταντίνου Ιάκωβο. - Στο επόμενο κεφάλαιο, «Πέμπτη πρωί», το κλίμα αλλάζει και τον ζόφο του αδελφοκτόνου πολέμου διαδέχεται η καλοκαιρινή αιθρία των θαλάσσιων αποδράσεων στην Αγία Τριάδα, τη Μηχανιώνα, την Περαία, το Καραμπουρνάκι, οι παρελάσεις, η ταινία «Τα παιδιά της αμαρτίας» με την Υβόν Σανσόν στα Τιτάνια. «Πάντως περπατούσαν υποδημένου», που σημαίνει ότι τα πράγματα έχουν καλυτερεύσει. Στο κεφάλαιο αυτό αποτυπώνεται η καθημερινότητα μίας ήσυχης, μέτριας ζωής, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα των καθημερινών ανθρώπων της Πάλλα. - Σταματώ στην πανδαισία των λέξεων: «Την τιμητική τους είχαν τα υφάσματα, πώς αυτά συμπεριφέρονταν στο τρύπωμα, στις ραφές, στο σορφιλέ, στις κουμπότρυπες, ορισμένα τα χαιρόταν το χέρι, αποφθεγγόταν η Θεανώ, πρωταγωνιστούσαν οργάντζες, μουσελίνες, ταφτάδες, για τα σπάνια μεταξωτά κολλούσαν τα στόματα, δαμάσκα, νάυλον, ολόμαλλα, μοχέρ, τα κασμήρια Τρία Άλφα και Μηναϊδη-Φωτιάδη πολύ καλής ποιότητας, καίπερ τα ευρωπαϊκά ήσαν άλλο πράγμα, αλπακάδες, λαχούρια, τσόχες, βελούδα, κρεπ, περκάλια, ποπλίνες, περνούσαν από τα χέρια τους δαντέλες, κορδέλες, κροσοπλέγματα, σειρήτια, κορδονέτα, γαϊτάνια, τρέσες, παγιέτες. Συχνότερα χειρίζονταν κάμποτα, δίμητα, τσελβόλ, χασέδες, αλατζάδες, τσίτια και τουλουπάνια [.] Παρντεσού, τρέινσκοτ, [.], κι οι λέξεις πανωφόρι και πατατούκα {.] και ποια η διαφορά ανάμεσα στο παλτό και το μαντό, την γκαμπαρδίνα, το αδιάβροχο και τη μουσαμαδιά [.]». - Στη Μικρή μεγάλη εβδομάδα τα μικρά γεγονότα εναλλάσσονται και συνυφαίνονται με τα μεγάλα. Η Αγγέλα μαθαίνει ακορντεόν κρυφά από την Ευσταθία, ενώ μαίνεται ο πόλεμος στην Κορέα, αρχίζει ο επαναπατρισμός των παιδιών του παιδομαζώματος και συνεχίζονται οι εκτελέσεις στο Επταπύργιο. Το ξήλωμα των τραμ, η αναχώρηση των υπερωκεάνιων «πεπληρωμένων μεταναστών» ακολουθεί το γράμμα της Ασημίνας το 1954 και η νοσηλεία του μικρού Κοσμά στο Λοιμωδών, το Κυπριακό και τα γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη, οι συνθήκες ζωής και εργασίας της Ευσταθίας, ο θάνατος του Επιφάνιου, ο θάνατος της μητέρας («και η αγάπη μαθαίνεται»), ο έρωτας της Αγγέλας για τον Τριαντάφυλλο που αποδείχθηκε «πολύγαμος, αγύρτης και πολυγύνης». Είμαστε στο 1958. Ο Νίκος και η μνηστή του φεύγουν για την Αμερική, για να ξενιτευτούν κατόπιν ο Γιώργης της Ευσταθίας και ο Μηνάς του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας. Το κεφάλαιο τελειώνει με τον θάνατο της Πελαγίας. - Στο επόμενο κεφάλαιο, «Πέμπτη βράδυ», παρακολουθούμε την ανοικοδόμηση της δεκαετίας του '60. Από τις σημαντικές μορφές η ιερόδουλη Ρίτα-Κλεαρέτη. Η αφήγηση αναφέρεται πια στην επόμενη γενιά, στα παιδιά του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας και της Ευσταθίας, σε εναλλαγή με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής, τη δολοφονία του Λαμπράκη και του Πολκ, την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, τη δολοφονία του Κένεντι. Ακολουθεί η Δικτατορία. Η μικρή κόρη της Ευσταθίας Ελένη είναι πρωτοετής στη Φιλοσοφική. Η πρώτη εγγονή του Κωνσταντίνου και της Ευγγελίας, κόρη του γιου τους Μηνά και της Ευαγγελίας, Θεώνη, παντρεύεται τον Αργύρη και αποκτούν τη Θεανώ. Ανοίγεται η Αγίου Δημητρίου. Το σπίτι της Θεανώς το πήρε ο δρόμος, της Πελαγίας δίνεται αντιπαροχή. Η εκτέλεση του Παγκρατίδη, η κηδεία του Παπανδρέου και του Σεφέρη, η Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου, ο Άγνωστος πόλεμος στην ΥΕΝΕΔ και η λογοκρισία. Η Πελαγία και ο ρομαντικός αλλά άτυχος έρωτάς της. Το Πολυτεχνείο. - Την «Παρασκευή πρωί» η Ευσταθία είναι πενήντα έξι ετών. Η κόρη της Αγγέλα, επιτυχημένη μοδίστρα, έχει κάνει πέρα τον αχαΐρευτο Τριαντάφυλλο. Ο μεγάλος γιος της ο Χρήστος, μουσικός σε νυκτερινά κέντρα, παντρεμένος με τη Μαριάνθη, αντιμετωπίζει τη δικαιολογημένη ζήλια της γυναίκας του, ενώ ο Γιωργής, παντρεμένος με την Αμερικανίδα Σύνθια, καταχράται τις περιουσίες των αδελφών του. Με την Ελένη είναι ερωτευμένος ο Κοσμάς, ο γιος του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας, τον οποίο ο «αρνησίκοσμος» Παύλος, «προσκολλημένος στην ουτοπία», προσπαθεί να νουθετήσει. Στη συνέχεια παρακολουθούμε τη ζωή της οικογένειας του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας και της τυφλής πλέον γιαγιάς Θεανώς. Η μικρή κόρη, η Πελαγία είναι φοιτήτρια στη Φιλοσοφική, όταν πέφτει η χούντα και επιστρέφει ο Καραμανλής. - Μετά την αναφορά στο «θάμβος των ανακαλυφθέντων στη Βεργίνα», το σεισμό του Ιουνίου του 1978 και τις συνθήκες ζωής των σεισμοπλήκτων, ακολουθεί η επίσκεψη των Αμερικανών Νίκου και Μηνά, ύστερα από απουσία 20 και δεκαέξι χρόνων αντίστοιχα. Το παρελθόν δε σταματά στιγμή να υπάρχει ως ανάμνηση ή ως απορία: «Χρόνια είναι που θέλω να σε ρωτήσω.Εσείς είχατε κλέψει τη μηχανή τότε που πήγαν να κάψουν τη γειτονιά;», ψιθυρίζει η Ευσταθία στο αυτί του Νίκου. - Η Ευσταθία συνταξιοδοτείται μετά 28 χρόνια εργασίας στο καναβουργείο. 1981. Η αλλαγή. Το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία : «Εκείνον τον Οχτώβρη πηδούσαν οι πέτρες από τη θέση τους, νεκροί εγέρθηκαν από τους τάφους, οι ψυχές των εκτελεσμένων και των βασανισμένων στις φυλακές και στις εξορίες πετούσαν πάνω από τα κεφάλια των πανηγυριστών». Ο διπλασιασμός των συντάξεων «και βέβαια κάηκαν οι φάκελοι» και το παράπονο της ιστορικού: «Κι έμειναν επί της τέφρας απαραμύθητοι οι ιστορικοί, εντόπιοι, της διασποράς και αλλοδαποί». - «Παρασκευή βράδυ». Μέσα στην πληθώρα των αυτοκινήτων, με την παρεμβολή στίχων τραγουδιών, το σημαντικό γεγονός είναι η άφιξη της κόρης της Ασημίνας, της Πελαγίας, από την οποία πληροφορούμαστε τη δύσκολη ζωή της Ασημίνας στο βουνό. Της ανοίγουν οδοντιατρείο και συγκατοικεί με την εξαδέλφη της Πελαγία του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας. Το Τσέρνομπιλ και ο γλυκός θάνατος της Θεανώς, που τον ακολούθησε αυτός της γάτας της που σταμάτησε να τρώει και να πίνει, αφότου απώλεσε την κυρά της. Ο Κοσμάς παντρεύεται την Κριστίνε. (Άλλωστε η Ελένη έχει προ πολλών χρόνων παντρευτεί τον Λέανδρο.) Ο Παύλος συνταξιοδοτείται στα 65 του. - Ο Γιώργης συνεχίζει να χαρτοπαίζει. Η κόρη του Ευσταθία φεύγει για σπουδές στην Αμερική και θα την ακολουθήσει η μητέρα της Σύνθια. Η Θεσσαλονίκη, πάντα με κάποιον τρόπο παρούσα, κυριαρχεί: «εκεί ο φραπές ή το φραπέ, το ακριβότερο φημισμένο ρόφημα ανά τη χώρα και ξακουσμένο στα Βαλκάνια, μας περιέλουσε πολτός της χτυπημένης φραπεδιάς και της εξηλιθίωσης». Μετά το ρέκβιεμ στην πόλη, ο χώρος εξακτινώνεται στην Γιουγκοσλαβία και τον πόλεμο που τη διαμέλισε και στη Μακεδονία των Σκοπίων. - «Σάββατο». Ο Παύλος απεβίωσε στα 75 του. Όλα σχεδόν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος συναντώνται στην κηδεία του. Η Ευαγγελία πεθαίνει σε ηλικία 86 χρονών. Ο Κωνσταντίνος που εξακολουθούσε «να υποφέρει από παθογόνα επιγεννήματα της απώλειάς της» την ακολούθησε έξι μήνες μετά. Είναι αδύνατο να μεταφέρω τον βουβό πόνο του και την τρυφερότητα που εκπηγάζει από το βάθος της ψυχής του για τη γυναίκα του και εκείνο το έξοχο όνειρο που βλέπει, όταν αποκαμωμένος από την περιπλάνησή του, τον παίρνει ο ύπνος και ξαναγυρίζει στην βρεφική τους ηλικία «στα χρόνια του μωρουδιακού λίκνου όπου κοιμόνταν αγκαλιά». - Οδεύουμε στο τέλος. Οι εξαδέλφες Πελαγίες και η Θεανώ, η εγγονή του Κωνσταντίνου και της Ευγγελίας, πήγαν για προσκύνημα στη Βουλγαρία, όπου «σαν σε μυστική συνεννόηση, αφέθηκαν να τις παρασύρει η αναπόληση» και είδαν τη ζωή της Θεανώς και την αδελφών πριν να εκπατριστούν. - Η Ελένη της Ευσταθίας χειρουργήθηκε, έχοντας δίπλα της και τον Κοσμά. Η Αγγέλα άφησε την επιχείρηση στον γιο της Κοσμά και αποτραβήχτηκε. Η Ευσταθία πέθανε στα 92 της. Πριν ξεψυχήσει, «μέσα από τα κλειστά μάτια της τρεμόπαιξε η εικόνα ενός ξανθού ένστολου γαλανομάτη που την καλούσε, της άνοιγε τα χέρια του κρατώντας λευκό μαντήλι». Ο Νίκος, ο γιος της Θεανώς, πέθανε το 2003, 77 ετών. Ο Χρήστος και η Μαριάνθη ζουν χωρίς προβλήματα, αφού οι λόγοι της ζηλοτυπίας της Μαριάνθης έχουν πια εκλείψει. Η Σύνθια, η γυναίκα του Γιωργή, θέλει να γυρίσει στην Ελλάδα. Η Ελένη επισκέπτεται γιατρούς, ενώ «οι δύο άντρες που τόσο την αγάπησαν και τους αγάπησε κι αυτή» της συμπαραστέκονται, και «εξακολουθεί να έρχεται στα όνειρα του Κοσμά». - «Όλα τα είδε και τ' άκουσε η θάλασσα -αιώνες τώρα αυτό κάνει: τα παίρνει από εδώ, τα πηγαίνει στις Εύξεινες αμμουδιές, φθάνει ώς τις εγγύτερες κι απώτερες ακτές των Ηπείρων κι από παντού μας φέρνει άλλα χαιρετίσματα. Κι απάνω στη χορεία του υπερούσιου κόσμου Ορφέας, Εύμολπος και Θάμυρις με τα έγχορδα και γύρω τους η πλειάς -κάπου εκεί δυο σημάντορες χερουβικοί με τις παλάμες διπλωμένες κάτω από το σαγόνι, καθισμένοι πάνω σε λευκά νέφη, μυρίζουμε στον αέρα την αύρα τους, πέρασαν κάποτε από 'δω, κοιτάζουν προς τα κάτω κι ετοιμάζονται -θα τραγουδήσουν, όλοι μαζί, το τραγούδι του έρωτα σε ουράνια συναυλία». - Η συγγραφέας, όπως πλέον γίνεται φανερό από όσα προηγήθηκαν, δεν έχει επιλέξει αβασάνιστα τον συγκεκριμένο τίτλο. Φυσικά, αφού διαβάσει κάποιος το μυθιστόρημα, καταλαβαίνει ότι η εβδομάδα αυτή είναι ο εικοστός αιώνας. Γιατί, όμως, «μικρή»; Γιατί, όπως διευκρινίζει η Πάλλα, «για μας που ζήσαμε μέρες του [.] πέρασαν σαν μια ανάσα, σαν μια εβδομάδα». Το «μικρή» αναφέρεται επίσης στις μικρές ιστορίες των ανθρώπων του μυθιστορήματος και τη μικρή αλλά όχι ασήμαντη ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το «μεγάλη» παραπέμπει στην εβδομάδα των παθών. Μία εβδομάδα παθών ήταν ο εικοστός αιώνας που, κατά τη συγγραφέα, «γέμισε την ανθρωπότητα πόνο και απόγνωση». - Πρόκειται για ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, από τα πλέον πολυπρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Περισσότερα από εξήντα πέντε πρόσωπα συμμετέχουν στη δράση, σε ένα συναρπαστικό και περιπετειώδες χρονικό τεσσάρων γενεών και δεκατριών οικογενειών. Παράλληλα, μία ενδελεχής «ακτινογραφία» της πόλης της Θεσσαλονίκης αλλά και της ιστορίας της χώρας, των Βαλκανίων και των σημαντικών γεγονότων και ανακατατάξεων του κόσμου. Οξυδερκής και εξόχως γλαφυρή, η Πάλλα δεν κάνει ιστορία αλλά μία εντυπωσιακή κατάθεση γεγονότων για το κλίμα της εποχής, με στοιχεία και ντοκουμέντα, ισορροπώντας με επιδεξιότητα ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Η ίδια η συγγραφέας διευκρινίζει ότι «η ιστορία, [.] λειτουργεί [.] διαφορετικά από ότι στην περίπτωση της αναπαράστασης του ιστορικού σε μια ιστορική μονογραφία». Τα γεγονότα ενσωματώνονται στη μυθοπλασία και, αντίστροφα, η ιστορία που αποτελεί την υπόθεση του έργου ενσωματώθηκε στα γεγονότα της ιστορίας. - Τα πρόσωπά της η Πάλλα τα έπλασε με πολλή προσοχή, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει ανατρέχοντας στους τρεις πίνακες με τα «Γενεαλογικά» στο τέλος του βιβλίου. Κάθε πρόσωπο έχει τον κύκλο της ζωής του με ακριβή ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Εξάλλου ως αναγνώστες γνωρίζουμε την ιστορία κάθε προσώπου μέχρι και την τρίτη γενιά. Όπως μας λέει «είχε καταρτίσει πίνακες με τα ονόματα των ηρώων, και τις ημερομηνίες γέννησής τους και τους συμβουλευόταν συχνότατα προτού καταπιαστεί με ένα γεγονός. είχε σημασία ο συγχρονισμός της δράσης των ηρώων και των ιστορικών γεγονότων», άλλωστε φοβόταν, όπως ομολογεί, μην μπερδευτεί και πέσει σε αναντιστοιχίες». - Για τα πρόσωπα μπορεί να κάνει κανείς μία χωριστή εισήγηση. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα. Θα μείνω μόνο στους καλούς. Όλα έχουν τη ζωή τους και την αληθινή λογοτεχνική διάστασή τους, ανάλογα με το μέρος που τους αναλογεί στην ιστορία. Τι να πει κανείς για τη Θεανώ, τη μεγάλη ψυχή της, την ακούραστη συμπαράστασή της, την αδιαμαρτύρητη αναμονή της, για την Πελαγία, που την εξουθένωσε ο καημός της κόρης της, για την Ευαγγελία και τον Κωνσταντίνο, που με άφατη σοφία περιορίστηκαν ο ένας στην αγάπη του άλλου, απολαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό μία απείρως μεγάλη και πλούσια καθημερινότητα, μετρημένη με το μέτρο της αφοσίωσης και της ευτυχίας που φέρει η παρουσία ενός αγαπημένου άλλου. Ακόμη για τον Παύλο, την Κλεαρέτη, τη Σύνθια και εκείνη τη ρομαντική και τρυφερή ψυχή, την Πελαγία. Αυτή, όμως, που θα μείνει στο εικονοστάσι των βασανισμένων ψυχών, τέτοιων όπως η φόνισσα Φραγκογιαννού και η Αριάγνη του Τσίρκα είναι η μαρτυρική μορφή της Ευσταθίας. - Ελάχιστα από τα πρόσωπα που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο μικρό ή μεγάλο είναι αρνητικά, αλλά και γι' αυτά υπάρχει έλεος. Λέει η Ευσταθία για τον απάνθρωπο Σύζυγο: «Κι αυτός που δε με θέλει, δε με θέλει γιατί εγώ δεν τον νοιάστηκα. Για να δώσεις αγάπη, πρέπει να 'χεις. Αυτός πού να τη βρει; Απ' τη μάνα πώχει, έτσι που τη βλέπω. Αυτή κι ο εαυτός της. Τάχα τον αγαπάει. Για να την δίνει φράγκα τον αγαπάει! Κι αυτός δεν έχει φίλους, ίδια τσεσίτια πάει και βρίσκει, αυτούς που ανταμώνει στο κουμάρι.» - Στο μυθιστόρημα η Θεσσαλονίκη δεν είναι ένα απλό γεωγραφικό σημείο αναφοράς όπου η συγγραφέας τοποθετεί τα διαδραματιζόμενα. Ο ρόλος της είναι καθοριστικός, γιατί όλα γίνονται αισθητά διαμέσου της πόλης ως κοινωνικής ροής, ως ιστορίας και ως παρόντος χρόνου, χωρίς, όμως, να είναι απαραίτητο για τον αναγνώστη να την αναγνωρίσει για να μπορέσει να απολαύσει την ανάγνωση. Δηλαδή ο τοπικός προσδιορισμός δεν είναι τοπιογραφία αλλά η πόλη και όσα συμβαίνουν σ' αυτήν συντελούν στο κλίμα της συγκίνησης. - Το μυθιστόρημα αρχίζει το 1919 και με ενδιάμεσες αναλήψεις πηγαίνει πίσω έως το 1903. Τελειώνει το 2006. Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο έχουν αφομοιωθεί, εκτός από τους συμβατικούς αφηγηματικούς τρόπους, αποσπάσματα από τον Τύπο της εποχής, τίτλοι βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων, κινηματογραφικών ταινιών και θεατρικών έργων και, κυρίως, τραγουδιών. Περισσότερα από πενήντα τραγούδια απηχούν το μουσικό στίγμα ενός πλούσιου σε νότες αιώνα και με το ρυθμό τους συμβάλλουν στη μουσικότητα της γλώσσας του κειμένου. Γενναία είναι, επίσης, η παρουσία του επιστολικού είδους. - Είναι, βέβαια, έργο μυθοπλασίας, ένα όμως έργο βιωματικό, με τον τρόπο που έχει προσδιορίσει τη βιωματικότητα στη λογοτεχνία ο Ιωάννου (Συνέντευξη στο περ. Διαβάζω, αρ. 39 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1977) 14-29). Η Πάλλα έχει συνθέσει το έργο της με βάση βιωμένα στοιχεία. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Είναι δυνατόν ο συγγραφέας να γράψει αγνοώντας την ίδια του την ύπαρξη; Η Πάλλα έχει καταθέσει στο βιβλίο αυτό όλο της το είναι. Όχι μόνο χρόνο από της ζωή της, που εξαργυρώθηκε σ' αυτό το αριστούργημα, αλλά το ήθος της, την ποιότητα του χαρακτήρα της, το άδολο φιλάνθρωπο βλέμμα της και τη φιλευσπλαχνία και την καλοσύνη με την οποία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους. την αγάπη και την έγνοια της για τα ζώα, τη φύση και το δομημένο χώρο. - Ένα λογοτεχνικό βιβλίο δε δικαιώνεται μόνο από τη μυθιστορηματική δύναμη των υποθέσεων που επινοεί ο συγγραφέας. Γιατί ο κατασκευασμένος λογοτεχνικός κόσμος οφείλει την ύπαρξή του στη μαγική ικανότητά του να αναδημιουργεί, χρησιμοποιώντας το υλικό που του προσφέρει η γλώσσα. Η Πάλλα έφτιαξε γλώσσα υψηλής λογοτεχνικής αξίας, η οποία, χωρίς να αναιρείται η ρεαλιστική αναπαραστατική της λειτουργία, υπάρχει και σε μία άλλη κατεύθυνση, καθώς υπερβαίνει την καθημερινή της χρήση και τον πληροφοριακό της χαρακτήρα. Η γλώσσα της δεν είναι ούτε δημοτική ούτε καθαρεύουσα, είναι όλος ο πλούτος της ελληνικής, όπως έχει καταξιωθεί από τη χορεία των μεγάλων λογοτεχνών, με έναν όμως εντελώς προσωπικό τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των θρακιώτικων, των αρχαίων, ακόμη και των σεφεραδίτικων. Ο λόγος, χωρίς να χάνει τη δύναμη της γλωσσικής εκφραστικής του δυνατότητας, εξακτινώνεται συγκινησιακά, μετουσιώνοντας την ιστορία μιας υποτιθέμενης αληθινής ζωής σε κείμενο καθαρής λογοτεχνικής αξίας. Πρόκειται για τη δημιουργία μίας άλλης πραγματικότητας, μετουσιωμένης λογοτεχνικά, που ισορροπεί τη συγκίνηση με την αποδοχή μίας αναπόφευκτης αλήθειας, που είναι η ίδια η ζωή και η ζωή μας. -

Γιώργος Καλλίνης, Ο χρόνος ως τόπος (ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΒΙΒΛΙΟ-ρυθμό, 31.3.2011) - Ποιος χρειάζεται αλήθεια την Ιστορία; Ιδίως στη δική μας, τη μεταμοντέρνα εποχή, που κήρυξε το «τέλος της Ιστορίας» ή καλύτερα το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων που δημιουργούσαν το παρελθόν ως ερμηνεία του παρόντος; Ποιος τη χρειάζεται στη δική μας, τη μεταμοντέρνα εποχή, που μοιάζει να την ενδιαφέρει μόνο το παρόν, η άμεση ικανοποίηση της επιθυμίας, και που αγνοεί τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον; Ή μήπως ακριβώς γι' αυτό η ανάγκη για την Ιστορία είναι μεγαλύτερη σε μια εποχή άμβλυνσης της ταυτότητας, σε μια εποχή συλλογικής αμνησίας; Πώς να καταλάβει κανείς ποιος είναι αν δεν ξέρει από πού έρχεται; (Βλ. σχετικά Τζίνα Πολίτη, «Πρόλογος», Δοκίμια για το ιστορικό μυθιστόρημα, Αθήνα, Άγρα, 2004, σ. 9-10.) - Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά η ιστορικός και μάχιμη εκπαιδευτικός, η συνάδελφος Μαρία Πάλλα, και τα αντιμετωπίζει καθημερινά εδώ και χρόνια στον στίβο της εκπαίδευσης. Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά και η λογοτέχνις Μαρία Πάλλα και τα αντιμετώπισε κατά μέτωπο με το νέο της βιβλίο, το μυθιστόρημα Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα. - Παράξενος τίτλος, σκέφτηκα, όταν το αγόρασα. Και όταν άρχισα να το διαβάζω, μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι οι ήρωες της ιστορίας δεν είναι πολλοί αλλά ένας, ένα συλλογικό υποκείμενο που ζει μέσα στο χρόνο, βιώνει το χρόνο ως μη χρόνο. Ονόματα που επανέρχονται ή ονόματα που μοιάζουν μεταξύ τους ηχητικά: η Θεανώ και η Θεώνη, η Ευσταθία και η Ευθαλία, η Πελαγία, η Πελαγία και η Πελαγία, ο Κοσμάς, ο Κοσμάς, ο Κοσμάς, ο Γεράσιμος, ο Γεράσιμος, ο Κωνσταντίνος, ο Κωνσταντίνος, η Ευαγγελία, η Ευαγγελία. Ζωές σπαταλημένες από μια Κυριακή ή από το 1919 ώς το επόμενο Σάββατο ή ώς το 2004. Δεν προσπάθησα να καταλάβω, αλλά αφέθηκα στη μαγεία της αφήγησης, αδιαφορώντας για τη σύγχυση που μου είχε δημιουργηθεί. Όταν έφτασα στο τέλος του μυθιστορήματος, κατάλαβα πόσο μάταιη θα ήταν μια τέτοια προσπάθεια. Η ιστορία αυτή δεν ενδιαφέρεται για την ατομικότητα αλλά για τη συλλογικότητα. Και η αφηγηματική φωνή το ξεκαθαρίζει αυτό ήδη από την αρχή: «Η ιστορία μας θέλει τα δυο μωρά να μεγαλώνουν μαζί, μέσα στη δυσμένεια των περιστάσεων που είχε διαμορφώσει μια κάθε άλλο παρά αιφνιδιασμένη από την κινητικότητα των πληθυσμών κοινωνία - ανθρώπινες μάζες από το Στιπ, το Κουμάνοβο, τα Σκόπια είχαν καταφθάσει πανδημεί με τον ελληνικό στρατό από την καταταλαιπωρημένη από τον πόλεμο και τις ληστρικές ομάδες ενδοχώρα, κι ένα χρόνο υστερότερα εκατοντάδες Εβραίοι φορτώνονταν στα ατμόπλοια για τις τουρκικές πόλιες, για Αμερινή και αλλού, οι Βούλγαροι κάτοικοι της πόλης είχαν φύγει οριστικά, για να μην αναφερθούμε στους Ρωσοεβραίους που ήρθαν στα τέλη του άλλου αιώνα και τους εγκατέστησαν στον συνοικισμό Χιρς, νεοϊδρυθέντα για τους πυρόπληκτους του 1890». (σσ. 12-13) - Δεν είναι εμφανές; Η αφηγηματική φωνή μιλάει για την «ιστορία μας» σαν αυτή η ιστορία να μην είναι δημιούργημά της αλλά δημιούργημα μιας συλλογικότητας, σαν μην είναι εκείνη που την αφηγείται αλλά σαν «η αφηγηματική εξουσία [να] αποδίδεται σε μια προσδιοριστέα κοινότητα και [να] εγγράφεται κειμενικά [.] διά της φωνής ενός ατόμου που εμφανώς εξουσιοδοτείται από μια κοινότητα» (S. S. Lanser, Fiction of Authority,Ithaca-London, Cornell University Press, 1992, σ. 21.). Αυτά τα γράφει η θεωρητικός της λογοτεχνίας Susan Lanser και αποδίδουν με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει στη Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα. Έχει κανείς την αίσθηση ότι η αφηγηματική φωνή έχει αναλάβει το καθήκον -μήπως το βάρος; - να εκφράσει το σύνολο, τους κεντρικούς ήρωες ως σύνολο, ένα σύνολο που πάντοτε εντάσσεται σε αν ευρύτερο σύνολο με την τεχνική των ομόκεντρων κύκλων που ανοίγουν και κλείνουν συνεχώς περιλαμβάνοντας ευρύτερα ή μικρότερα σύνολα: «Οι οικογένειες της Θεανώς και του Κοσμά είχαν έρθει το δεκατέσσερα, ένστολοι με φοβέρες διέτρεχαν Αγχίαλο, Αγαθούπολη, Βασιλικό, Σαράντα Εκκλησιές, Φιλιππούπολη έως Στενήμαχο, Άιντε, άιντε, στο Ελλάντα, στο Ελλάντα. λαός κατέφθανε εδώ με πλεούμενα και αραμπάδες, Αρμένοι με το μάτι τρομαγμένο -«Πού να πάμε;» «Να πάτε στους Έλληνες» - οι μετακινήσεις πληθυσμών ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα και προκαλούσαν σφοδρές αναταράξεις στην πόλη. [.] Οι εγχώριοι δυσφορούσαν, οι απαρχές της δικής τους ιθαγένειας χάνονταν στους αιώνες, ποιοι ήσαν, πότε ήρθαν όσοι ήρθαν, Εβραίοι, Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρβανίτες, Φράγκοι, άλλοι. Οι κίνδυνοι όμως ενώνουν τους ανθρώπους. Όταν διαδόθηκε πως η Πελαγία δυσκολευόταν να γεννήσει, με τις γειτονεύουσες που έσπευσαν ήταν και η Θεανώ, που πήγε κι ήρθε πολλάκις γεμίζοντας με τις ώρες και σταλιά-σταλιά τον κάδο της από την κρήνη της περιοχής.» (σ. 13) - Η οικογένεια των ηρώων εντάσσεται στο ευρύτερο σύνολο των προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, αυτοί στο σύνολο των προσφύγων της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας και αυτοί στο σύνολο των ανθρώπων που βρήκαν καταφύγιο στην πόλη διαχρονικά, ώσπου ο κύκλος να στενέψει και πάλι. - «Όλα άρχισαν από μια φωτογραφία», γράφει η συγγραφέας στο «Σημείωμά» της στο τέλος του βιβλίου. «Όχι πολύν καιρό υστερότερα, οι φωτογραφίες έγιναν τρεις. Οι άνθρωποι που ακινητοποίησαν μια στιγμή της ζωής τους στις φωτογραφίες ενέπνευσαν τα πρόσωπα, εν πολλοίς οι μοίρες τους παραλλαγμένες αποτυπώθηκαν στο βιβλίο, που επιδίωξε την αναπαράσταση ενός κόσμου στον οποίο έζησαν οι χαρακτήρες και οι βιογραφίες.» Αυτή η αποτύπωση μιας στιγμής της ιστορικής πραγματικότητας, της καθημερινής πραγματικότητας παρατίθεται μετά το τέλος της αφήγησης: μια μεγάλη οικογένεια κοιτάζει με σοβαρότητα τον φωτογραφικό φακό. Οι γυναίκες στη μία πλευρά και οι άντρες στην άλλη. Οι γυναίκες με παραδοσιακή ενδυμασία, οι άντρες ντυμένοι ευρωπαϊκά. Και στο κέντρο ο πάτερ φαμίλιας και η σύζυγός του, καθιστοί. Στην απέναντι σελίδα ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Κοιτάζουν λοξά τον φακό, ο ήλιος τους τυφλώνει. Τα βλέμματά τους μοιάζουν να οδηγούν το θεατή έξω από το κάδρο, σε έναν κόσμο που βρίσκεται εκεί, αλλά δεν φαίνεται. - Αυτόν τον εντός αλλά και τον εκτός κάδρου κόσμο υιοθετεί η αφηγηματική φωνή, καταλύοντας τα όρια που θέτει μια φωτογραφία, αυτόν τον κόσμο που καμία φωτογραφία, καμία ταινία, κανένα τραγούδι, καμία ανάμνηση δεν μπορεί να αποτυπώσει. Αφηγήσεις σε «μικρόφωνα των ιστορικών», προσωπικές ιστορίες, κώδικες, αρχεία, παλαιές γραφές, περιοδικά, επιστολές, βιβλία, ταινίες και δίσκοι, ακόμη κι ένα ταξίδι, όλα τα εργαλεία ενός ιστορικού μεταμορφώνονται στα χέρια του μυθιστοριογράφου, που μυθοποιεί την Ιστορία, αποδίδοντάς της αυτό που απώλεσε ως επιστήμη, επιστρέφοντάς την πίσω, στις απαρχές της, τη γοητεία της αφήγησης και την τέχνη του λόγου: «Η άνοιξη ήταν στο ξεκίνημά της, όταν κατέφθασαν οι δεινόσαυροι εδώ. Χωρίς να ξερνούν φωτιά τα σίδερα μήτε να σφυρίζουν τα φάσγανα. τερατικά ουρλιαχτά εξέρχονταν όχι από τα σαγόνια, μα από τις μηχανές τους. Αρχή αρχή. Στην πλατεία Ελευθερίας ένας πήδηξε από το άρμα και μοίρασε σοκολάτες σε κάτι παιδιά που είχαν αποξεχαστεί με το παιχνίδι και παρακολουθούσαν το θέαμα, συν τω χρόνω πολλοί κρύφτηκαν στα σπίτια τους ή σε καταφύγια έχοντας κλείσει τα μαγαζιά, άμα το αγγέλματι της εισόδου των δυνάμεων του Τρίτου Ράιχ στην πόλη. Μπήκαν από το Βαρδάρι, εκτάθηκαν στο μήκος της Εγνατίας, προπορευόμενοι οι μοτοσυκλετιστές και πίσω τους άρματα και παντοία μηχανοκίνητα. οι πλέον περίεργοι στις δυο πλευρές του δρόμου κοίταζαν ξεθαρρημένοι, ενιαχού συμπαθούντες ευφημιστές θριάμβευαν, «Είδες, οι Γερμανοί;» Ολόγυρα τα πορτοπαράθυρα, τα κλειστά σφαλισμένα, το βουητό των οχημάτων εμφυσούσε ρίγος και σύγκρυο σε έμψυχα και μη.» (σσ. 104-105) - «Μόνο η Ιστορία μπορεί να ισχυριστεί ότι μιλά για γεγονότα που πραγματικά συνέβησαν, για την υπαρκτή δράση κάποιων ανθρώπων στο παρελθόν. Έγγραφα και αρχεία αποτελούν τις απτές πηγές της απόδειξης, της 'μαρτυρίας', για μια έρευνα που μέσω τέτοιων πηγών προχωρά προς την ιστορική πραγματικότητα», γράφει ο φιλόσοφος Paul Ricoeur. (Paul Ricoeur, Η αφηγηματική λειτουργία, μτφρ. Β. Αθανασόπουλος, Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1990, σ. 56.) Αλήθεια; Μόνο η Ιστορία; «Χειμώνα καλοκαίρι το βόρειο τμήμα της πόλης έμοιαζε μελίσσι που βούιζε. Από το πρωί έως τη δύση του ήλιου εξαιρέσει Κυριακών και χιονισμένων γλιστερών ημερών χτυπούσαν στο καλντερίμι οι οπλές των αλόγων, οι γυρολόγοι τραβούσαν από το σχοινί τα γαϊδουράκια σεσαγμένα ή ζευγμένα σε καρότσια, πραματευτές ανεβασμένοι σε κάρα, ποδαρέμποροι της γύρας, άλλοι με τα σύνεργα της τέχνης τους στη ράχη ειδοποιούσαν για το πέρασμά τους, κήρυσσαν την πραμάτεια τους.» (σ. 221) - Στο πλαίσιο της μυθοπλασίας η Ιστορία ανακτά την αφηγηματική της διάσταση, επιδεικνύεται ως «λογοτεχνικό τεχνούργημα» χωρίς να παύει να αποτελεί αναπαράσταση μιας κάποτε συλλογικής πραγματικότητας. - Κι αυτό γιατί οι ιστορίες των ηρώων του μυθιστορήματος συμπλέκονται με ιστορικά γεγονότα, γεγονότα της πολιτικής, στρατιωτικής ιστορίας ή συμβάντα της συλλογικής καθημερινότητας. Γεννιούνται, παντρεύονται, μεγαλώνουν παιδιά, εργάζονται, μορφώνονται, χαίρονται και υποφέρουν, αγωνίζονται, γερνούν και πεθαίνουν εν Ιστορία, φτιάχνουν Ιστορία, διότι, όπως γράφει και πάλι ο Ricoeur, «είμαστε βυθισμένοι μέσα στην Ιστορία, [.] είμαστε ιστορικά όντα». (Paul Ricoeur, Η αφηγηματική λειτουργία, σ. 14.) - Ναι, είμαστε «ιστορικά όντα», ζούμε μέσα στην Ιστορία. - Η μετατροπή όμως όσων συνέβησαν από συνονθύλευμα γεγονότων σε αφήγηση προϋποθέτει την απόσταση, την οποία η αφηγηματική φωνή δεν παύει να υπογραμμίζει. «Δεν ήταν φτωχότερη από τη Θεανώ, μα ο Μηνάς μετά δυσκολίας κέρδιζε τα προς το ζην προσπαθώντας να συνεφέρει παπούτσια κακοφορμισμένα, με τα σημερινά κριτήρια για πέταμα». (σ. 15) - Κι είναι εκεί, παρούσα πάντα, για να παρεμβληθεί διακόπτοντας την αφήγηση και δημιουργώντας «κύστες», όπως τις αποκαλεί ο αφηγηματολόγος Gerard Genette, που δεν περνούν απαρατήρητες από τον αναγνώστη: «Για χρόνια σε αυτόν τον τόπο τα ιστορικά και πολιτικοκοινωνικά που ήθελαν να εκφράσουν οι άνθρωποι τα έλεγαν με ποιήματα, τραγούδια, στον τελευταίο αιώνα με ταινίες». (σ. 298) - «Ο Σύζυγος [.] στην Ευαγγελία έφερνε λίγδα, το βασιλικό λεγόμενο χοιρινό, που τρωγόταν στη φέτα με αλάτι και ρίγανη κι είχε τη γεύση του φρέσκου βούτυρου όπως το ξέρουμε στις μέρες μας.» (σ. 104) - «Ο Κωνσταντίνος δεχόταν αραιές σφαλιάρες από πατέρα και μητέρα, σαν αγόρι που ήταν, κι αν έμενε τίποτε υπόλοιπο, επιλαμβάνονταν δάσκαλοι και καθηγητές. Δεν δαπανούσαν τότε φαιά ουσία ασχολούμενοι με την ψυχολογία περί προσωπικότητας και τις παιδαγωγικές.» (σ. 32) - Υπογραμμίζοντας την απόσταση μεταξύ χρόνου αφηγηματικής πράξης και χρόνου ιστορίας η αφηγηματική φωνή επιτυγχάνει να αποστασιοποιήσει τον αποδέκτη από την ιστορία που αφηγείται εκτελώντας εκτός της αφηγηματικής και την ιδεολογική λειτουργία (Βλ. σχετικά Γ. Καλλίνης, Εγχειρίδιο αφηγηματολογίας. Εισαγωγή στην τεχνική της αφήγησης, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2005, σ. 43), όπως την αποκαλεί ο Genette, υπενθυμίζοντάς του συνεχώς ότι η Μεγάλη Εβδομάδα, ο εικοστός αιώνας, «κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μια ανάσα, γοργό το τραίνο της Ιστορίας τον άφησε πίσω μαζί με τους άλλους». (σ. 81) - Η αφήγηση της Μεγάλης Εβδομάδας διακόπτεται κάποτε από τη φωνή μιας γυναίκας εγκλωβισμένης σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου για μια εβδομάδα, μια Μικρή Εβδομάδα. Συμπαραστεκόμενη στην άρρωστη μητέρα της, έχει όλο το χρόνο να διαβάσει («Είναι βέβαια και το βιβλίο που διαβάζω. Μέχρι να τελειώσει, δε θα ξανασκεφτώ ότι οι ώρες δεν περνάνε», σ. 60), να θυμηθεί όσα γνωρίζει («Το νοσοκομείο Χιρς εγκαινιάστηκε το 1908 από τον γιατρό Μωύς Μισραχή. Υπήρξε προσωπικό του έργο και χρηματοδοτήθηκε από την Κλάρα Χιρς. Το 1917 στέγασε το 14ο Συμμαχικό Νοσοκομείο. Το 1941 επιτάχθηκε από τον γερμανικό Ερυθρό Σταυρό. Στα χρόνια 1944-1950 εξυπηρέτησε αγγλικές στρατιωτικές μονάδες. Το 1950 αγοράστηκε από το ελληνικό δημόσιο και μετονομάστηκε σε Λαϊκό, αργότερα σε Ιπποκράτειο. Μάλιστα. Ιστορικό νοσοκομείο αυτό», σ. 60), να παρατηρήσει τους άλλους, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στο διπλανό κρεβάτι («Κάθε μέρα γίνεται παρέλαση. Στην αρχή νόμιζα φίλοι και γνωστοί, κάποιοι συγγενείς, φυσικά. Όχι! Παιδιά, εγγόνια, σόι είναι. Αν έφερναν και τα δισέγγονα που είναι μικρά απ' ό,τι λέγανε, θα μαζεύονταν καμιά τριανταριά. «Πολλά παιδιά έχετε! Να τα χαίρεστε!» τους είπα όταν έμειναν μόνοι. Τους φανταζόμουν πιο νέους, δεν έχουν άσπρα μαλλιά. Γεννήθηκαν μαζί, είπαν, είναι ογδόντα πέντε χρονών», σ. 259), να οδηγηθεί στην αυτοσυνειδησία («Το σώμα μου πονάει. Μια βδομάδα έχω να κοιμηθώ. Σαν όλη η ώς τα τώρα ζωή μου να ήταν νοσοκομείο κι ανθρώπινος πόνος», σ. 439). Μια εβδομάδα είναι μια ολόκληρη ζωή και η ζωή ένας τόπος, ο τόπος του ανθρώπινου πόνου. - Καθώς οι δύο ιστορίες εναλλάσσονται, συμπλέκονται σημασιοδοτώντας η μία την άλλη: η Ιστορία μιας συλλογικότητας και η ιστορία ενός προσώπου, ο πόνος ενός τόπου και ο πόνος ενός σώματος, μια εβδομάδα και ένας αιώνας, ώσπου να γίνουν ένα, το «εγώ» να νιώσει το «εμείς», ο τόπος να γίνει σώμα, η εβδομάδα να γίνει αιώνας, κι εκείνος ένα κείμενο. Ώσπου ο χρόνος να γίνει τόπος, να γίνει ο τόπος των λέξεων, των λέξεων που καταργούν τα χρονικά όρια, αν υπήρξαν ποτέ, και συνυπάρχουν εκεί, μπροστά τα μάτια του αναγνώστη, το «πεπληρωμένα» με το «τουρλωτά», το «φυματικοί» με το «ελονοσούντες», το «εν παντί τόπω» με το «ξυπόλητοι», το «σιμά» με το «αλεξιβρόχιο». - Έχοντας επιδείξει τη «σωματικότητά» του τόσο στο επίπεδο της δομής όσο και στο επίπεδο των λέξεων, το κείμενο προκαλεί τον αναγνώστη να περιηγηθεί σε αυτό όπως περιηγείται σε ένα τοπίο όπου συνυπάρχουν το παρόν με το παρελθόν, σε έναν τόπο που δεν υπάρχει πια στην πραγματικότητα της Ιστορίας, υπάρχει όμως στην πραγματικότητα της λογοτεχνίας ως ένας τόπος από λέξεις. Να περιηγηθεί, όπως περιηγείται κάποιος στον τόπο των προγόνων του: «Στο μυαλό τους πηγαινοερχόταν η εικόνα των προγόνων που έφευγαν. Σε κάρα φορτωμένα λιγοστές αποσκευές, παιδιά, γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά έφθαναν στη θάλασσα κι επιβιβάζονταν στα πλοία που τους έφεραν στον νέο τόπο. Οι ενήλικοι μπορεί να κοίταξαν πίσω με δακρυσμένα τα μάτια, ήξεραν πως δεν θα ξαναγύριζαν. Το είχε διαισθανθεί κι η γιαγιά Θεανώ. τώρα η συνονόματη δισέγγονή της περπατούσε σε αυτά τα χώματα, Τσάρεβο, Άχτοπολ κι αλλού, ανάμεσα στα ξενοδοχεία με τις πισίνες και το άφθονο πράσινο διερευνά μήπως βρει απομεινάρια μιας ζωής που δεν υπάρχει πια εκεί.» (σ. 423) - Και η περιήγηση αυτή στον λογοτεχνικά δημιουργημένο τόπο είναι μια περιήγηση που αποδίδει στον τόπο τη χρονική του διάσταση. Έτσι ο τόπος του βιβλίου γίνεται ο μόνος τρόπος για να βιώσει κανείς τη χρονικότητα σωματικά, ως τόπο που υποφέρει, που επαναλαμβάνει την πορεία προς τη Σταύρωση, χωρίς την ελπίδα της Ανάστασης. «Της έδωσε ένα πενηντάρικο, η γερόντισσα πήγε να της φιλήσει τα χέρια, εκείνη τα τράβηξε, «Ευχαριστώ! Ευχαριστώ!» της έλεγε και ξανάπιασε τις ευχές και τις ευλογίες, η Πελαγία τη χαιρέτησε κι απομακρύνθηκε, δεν έφευγαν από το νου της τα κατάλευκα μαλλιά και τα γαλανά σαν πελαγίσια θάλασσα μάτια της γιαγιάς. «Η γιαγιά Θεανώ, σκέφτηκε. Ακριβώς η γιαγιά Θεανώ, μόνο που τα μάτια της ήταν σβησμένα. Κι η γιαγιά Ευσταθία. Εκείνες δεν είχαν χιονάτα μαλλιά. Και είχαν τις κόρες τους που τις φρόντισαν.» Της θύμισε ακόμα μιαν άλλη υπέργηρη [.] στο Μεσολόγγι, στη διάρκεια μιας εκδρομής με την εξαδέλφη της. μπροστά σε έναν πάγκο με κεριά, Κυριακή των Βαΐων, της είχε αφήσει δυο δεκάρικα για δυο κεράκια της δραχμής και το ευχαριστώ της γερόντισσας ακούστηκε σαν λυγμός. Και λέμε εμείς, τότε η εξαδέλφη της, η Πελαγία του Κωνσταντίνου, είχε πει μέσα της Έτσι ήτανε» (σ. 438). -

Ένα εξαιρετικό βιβλίο από τη Θεσσαλονίκη, που συνδυάζει την αφηγηματική ροή της συνείδησης με το ιστοριογραφικό μυθιστόρημα και μιλάει για τον εικοστό αιώνα μέσα από την ιστορία τριών οικογενειών κατά τη διάρκεια τεσσάρων γενεών. - Η ροή του χρόνου του μυθιστορήματος είναι ομαλή, χωρίς ακραίους πειραματισμούς. Η μόνη παρέμβαση σε αυτήν είναι η κάθετη ταξινόμηση της αφήγησης κάτω από επικεφαλίδες που αναφέρονται σε ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, ξεκινώντας από την Κυριακή των Βαΐων έως το Μεγάλο Σάββατο. - Ανάσταση στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει. Η Ιστορία εισέρχεται στο προσκήνιο μια Κυριακή των Βαΐων και ζευγαρώνει με τα «μικρά» περιστατικά της καθημερινής ζωής των πρωταγωνιστών. Συναντά τον καημό του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, του καθένα χαρακτήρα που μας κράτησε συντροφιά μέσα σε τετρακόσιες πενήντα σελίδες, που θρηνεί τις απώλειές του, κοιτά τα τραύματα που του έφερε ο χρόνος, θανάτους αγαπημένων, αρρώστιες, χωρισμούς, προβλήματα. Το όνειρο, η αναπόληση, το συναίσθημα, πλημμυρίζουν το τέλος του μυθιστορήματος, σαν απόσταγμα, ίσως, μιας ζωής. - Οι χαρακτήρες είναι ταυτόχρονα φορείς ιστορίας και θύματά της. Μέσα από τις ρότες των ζωών τους περιηγούμαστε στον εικοστό αιώνα. Αρχικά κυριαρχούν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, που πέφτουν πάνω τους σαν καταστροφές, στη συνέχεια οι χαρακτήρες επιβιώνουν μέσα στην παθογένεια της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, και τα εκτραχηλισμένα ήθη που επικρατούν έως και πολύ αργότερα. Έπειτα, στην δεκαετία του 1980, φαίνεται η ρομαντική αναζήτηση των δύο φύλων, κυρίως όμως των γυναικών, ο επαναπροσδιορισμός του θεσμού του γάμου, και στη δεκαετία του 1990 η ερωτική μοναξιά, παρέα με τον απόλυτο αυτοπροσδιορισμό της γυναίκας. - Έτσι, τα μεγάλα συναντούν τα μικρά, και για αυτό έχουμε από την Ιστορία την αίσθηση της οικειότητας. Η συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος προϋποθέτει ιστορική έρευνα, διάβασμα αρχείων, εφημερίδων, προφορικές μνήμες. Την έρευνα αυτήν η συγγραφέας δεν την επικαλείται μέσα στο αφήγημα, καθώς μέλημά της είναι η μυθοπλασία, η αίσθηση που κουβαλούν οι χαρακτήρες της. Η αφήγησή της προσελκύει τον αναγνώστη. - Μαζί με την ιστορία, αποτυπώνεται η εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, ως τόπος-παλίμψηστο της ιστορίας, έτσι όπως πράγματι είναι αυτή η πόλη. Διαφορετικές εποχές αλληλοκαλύπτονται μέσα από τα μνημεία διαφορετικών εποχών αλλά και τη σύγχρονη ζωή που τα προσπερνάει αδιάφορη. Στο τέλος του μυθιστορήματος, ο γηραιός ήρωάς της αποτελεί τον δείκτη μέτρησης του καθημερινού πολιτισμού της πόλης. Ο συσσωρευμένος χρόνος, δηλαδή, αναμετράται με την αγένεια και την έλλειψη καθαριότητας της πόλης. - Ο λόγος της συγγραφέως δεν ακολουθεί τα σημεία στίξης και τη σύνταξη ενός δομημένου λόγου. Ακολουθώντας τη ροή ενός μυθιστορήματος-ποταμού, εγκολπώνει στην παρατακτική του ροή το γενικό της πόλης με το ειδικό των χαρακτήρων, τη μία οικογένεια με την άλλη, διαφορετικά γεγονότα. Μέσα σε αυτή τη ροή του λόγου της, η συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει αυτό που περιγράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της ως «νερό», ως «πνοή του ανέμου» («ο εικοστός αιώνας κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή του ανέμου»). Ιστορικά, το μυθιστόρημα καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, ξεκινώντας από την εγκατάσταση προσφύγων από την Μαύρη Θάλασσα στην Θεσσαλονίκη, και καταλήγει στην τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Μέσα σε αυτήν την μακρά πορεία τέσσερις γενιές ανθρώπων διαγράφουν ένα μεγάλο διάνυσμα, από την κατάσταση όπου επικρατεί η αγωνία της επιβίωσης έως την κατάσταση όπου κυριαρχεί η υπαρξιακή αγωνία. Οι πίνακες με τα γενεολογικά δέντρα των χαρακτήρων, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου βοηθούν σημαντικά, ώστε ο αναγνώστης να μη χαθεί μέσα στην μακρά αυτή αφήγηση. - Παρά τον επικό της χαρακτήρα, η αφήγηση δεν χάνει την τρυφερότητά της. Το εναρκτήριο σημείο της είναι η αγάπη, δυο παιδιά που μεγαλώνουν στην ίδια γειτονιά και πορεύονται μαζί για μια ζωή, και καταλήγει πάλι στην αγάπη, μια νέα αγάπη δύο νέων παιδιών. - Το μυθιστόρημα κινείται στην παράδοση του ιστοριογραφικού μυθιστορήματος με τη νεωτερική γραφή, που τόσο έχουν καλλιεργήσει οι Θεσσαλονικείς συγγραφείς, με την ιδιαίτερη εσωτερικότητα που τους χαρακτηρίζει. Αν θέλαμε να κάνουμε μια σύγκριση με τον παλαιότερο Νίκο Μπακόλα, παίρνοντας ως βάση σύγκρισης ότι και οι δύο καλύπτουν έναν αιώνα -αν και διαφορετικό- μέσα από το είδος της οικογενειακής σάγκας, ενώ περιγράφουν παράλληλα την εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, θα λέγαμε ότι η Πάλλα είναι απαλλαγμένη από την κυκλική ροή της ιστορίας, δεν δημιουργεί, δηλαδή, συσχετίσεις μεταξύ διαφορετικών ιστορικών εποχών, αλλά καταγράφει την ιστορία γραμμικά, εκθέτοντας την εξέλιξή της και την επίδρασή της πάνω στους χαρακτήρες της. Με αυτόν τον τρόπο μάλιστα αποδίδει την αίσθηση της απώλειας, ένα θέμα με το οποίο είχε καταπιαστεί και στο πρώτο της βιβλίο.- Βιβή Ζωγράφου-Πόνσε , δημοσιογράφος, Κυριακάτικη ΑΥΓΗ, 21.8.2011.

Στο εκτενές, και γραμμένο με μαστοριά, μυθιστόρημα της Μαρίας Πάλλα αποτυπώνεται όσο σε λίγα κείμενα η συλλογική περιπέτεια της πόλης από μια «Κυριακή» (ή από το 1919) έως το επόμενο «Σάββατο» (ή έως το 2004). Πρόκειται, όπως σημειώνει η συγγραφέας, για «τέσσερις γενιές ανθρώπων, τις μικρές ιστορίες τους, την ιστορία της πόλης στον 20ό αι. που κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου». Αξιοποιώντας πληροφορίες από φωτογραφίες, αφηγήσεις, περιοδικά, βιβλία και άλλα «ψίχουλα της ιστορίας», η συγγραφέας κεντάει στο εργόχειρό της τη μυθοποίηση αλλά και την απομυθοποίηση της Ιστορίας και μας φέρνει πολύ κοντά σε πραγματικούς ανθρώπους: άνδρες, γυναίκες και παιδιά που βιώνουν τις καθημερινές πραγματικότητες στη Θεσσαλονίκη, καθώς η πόλη διέρχεται τις συμπληγάδες του 20ού αι. Ασφαλώς χρειάζεται και μια δεύτερη ανάγνωση, αλλά με το πρώτο κιόλας διάβασμα η Μαρία Πάλλα μάς έχει μετακενώσει αυθεντική συγκίνηση και μας έχει μεταδώσει το χρώμα κάθε εποχής και την αίσθηση της ιστορίας της μικρής ανθρώπινης κλίμακας.
(Γιώργος Αναστασιάδης, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ, τεύχ. 14)

 

[ISBN:978-960-9488-01-3]

Μάρκος Καραγιάννος,
Αφηγήσεις μιας αγκυλωμένης εποχής
(αφήγημα)

Ο Μάρκος Καραγιάννος γεννήθηκε το 1977 στη Θεσσαλονίκη.

Τα κείμενα του βιβλίου μιλούν για τη νεότητα μιας χώρας, μιας εποχής. Ξεκινούν από τη σημασία της μνήμης και της διαφοράς.

Η διάπλαση, η διαδρομή και η προσπάθεια για αυτοσυνειδησία της γενιάς που έκανε τις μεγάλες καταλήψεις σχολείων κατά τη δεκαετία του 1990.

 

[ISBN:978-960-8263-98-7]

Παναγιώτης Γούτας,
Ενός καφέ μύριοι έπονται
(αφήγημα)

Χιλιάδες καφέδες έρχονται στη μνήμη του Χάρη Σεμνού. Της νιότης και της άγουρης εφηβείας του. Της στρατιωτικής του θητείας και της δουλειάς του. Του έρωτα και της αναπόλησης. Της συγγραφικής αγωνίας. Φουσκώνουν τα χρόνια στο μυαλό όπως το καϊμάκι σε μπρίκι τούρκικου καφενέ. Μπερδεύονται οι γεύσεις, οι ποικιλίες, τα αρώματα, σε ένδοξο παρελθοντικό χρόνο αλλά και στο άγονο παρόν, αναδίδοντας ένα δικό τους ξεχωριστό άρωμα, κι αφήνοντας μια ιδιαίτερη επίγευση στο στόμα. Το γλυκό χαρμάνι της ζωής που τον κρατάει ζωντανό και τον διεγείρει. Ακόμα και τώρα που έχει κόψει, πλέον, τους καφέδες. - Ο Παναγιώτης Γούτας γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε νομικά και παιδαγωγικά. Δημοσιεύει διηγήματα, μελέτες και βιβλιοκριτικές σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Κυκλοφόρησε έως τώρα δύο συλλογές αφηγημάτων και δύο μυθιστορήματα. Αυτό είναι το πέμπτο του βιβλίο.

Έργα του:
Τα λάφυρα του Αυγούστου, αφηγήματα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001

Το ίδιο έργο της ζωής μου, αφηγήματα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2002 Η ρεβάνς, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2004

Γυναίκα στις δύο και μισή, μυθιστόρημα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα 2006 (6η χιλιάδα)


Σπονδυλωτό αφήγημα ή «μυθιστορία σε συνέχειες», όπως θα το προτιμούσε ο συγγραφέας του, που γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη. Ρεαλιστική γραφή, ωμές σχεδόν σεξουαλικές περιγραφές μιας ανήσυχης εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας, με ψήγματα φιλάνθρωπης τρυφερότητας και ερωτικής στοργής για τα αναξιοπαθούντα ράθυμα ανθρώπινα όντα που σέρνονται από καφενείο σε καφενείο και σκοτώνουν τον καιρό τους, χωρίς ωστόσο να κακολογούν τη μοίρα τους και να μέμφονται τους άλλους, τους «πετυχημένους», τους βολεμένους. Μια στωική κι ενίοτε επικούρεια αντιμετώπιση της ζωής και του χαοτικού κόσμου μέσα στον οποίο βρεθήκαμε να επιβιώνουμε όπως-όπως.

Δείγμα γραφής:
«Δεν ήταν για φάρμακα αυτός. Προτιμούσε να κάνει ασκήσεις χαλάρωσης, γιόγκα ή ψυχανάλυση, πιο εύκολα του ερχόταν να ψέλνει βουδιστικά μάντρα απ' το πρωί ίσαμε το βράδυ με υπόκρουση σιτάρ -Ραβί Σανκάρ κατά προτίμηση-, ακόμα και ομαδική ψυχοθεραπεία σε αίθουσα, πιασμένος χέρι χέρι με λογής νευρωσικούς και ανισόρροπους της πρωτεύουσας, ήταν διατεθειμένος να υποστεί, παρά να πάρει χάπια. Όμως δεν είχε χρόνο ούτε χρήματα να κάνει κάτι από τα παραπάνω και οι ταχυπαλμίες συνεχίζονταν» (σ. 83).
(Κωνσταντίνος Μπούρας, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Ελευθεροτυπίας, 25.6.2010)

 

[ISBN:978-960-8263-96-3]

Δέσποινα Λέφα,
To τέλος της φοβίας

Σ' ένα από τα ταξίδια μου στο νότιο ημισφαίριο, στις χώρες της απίθανης μα υπαρκτής Αμερικής, πληροφορήθηκα την ύπαρξη μιας απολιθωμένης πόλης, δημιουργίας του περίφημου ηφαιστείου Apalambra, του οποίου η έκρηξη πριν από περίπου μια δεκαετία είχε δημιουργήσει, όπως θυμάμαι, παγκόσμια αίσθηση και της οποίας ο ήχος και ο απόηχος, λόγω των τρομερών απωλειών σε ανθρώπινες ζωές, θα έφτασε οπωσδήποτε στ' αφτιά σας. Συγκλονισμένη τότε είχα με ζωηρό ενδιαφέρον παρακολουθήσει, όπως τόσοι και τόσοι, την ακραία φυσική καταστροφή, κι έπειτα άλλα γεγονότα της διεθνούς σκηνής προσήλκυσαν σιγά-σιγά την προσοχή μου κι αφέθηκα στη ροή της σύγχρονης ιστορίας που, όπως πιστεύουμε όλοι, αγγέλλεται ερήμην μας. Οι τοπικές αρχές είχαν φροντίσει, όμως, να διατηρήσουν έναν ολόκληρο οικισμό με τα κατάλοιπα ανθρώπων και πραγμάτων, σαν από δυσπιστία στη φιλμογραφία και στις μεθόδους σύγχρονης απαθανάτισης που έχουμε εφεύρει, κι αυτό, όταν το έμαθα, αν και ενδεχομένως είχε καταστεί γνωστό, καθώς εμένα μου είχε διαφύγει, με παρακίνησε βαθιά.

 

[ISBN:978-960-8263-97-0]

Αλντους Χαξλεϋ,
Θαυμαστός καινούργιος κόσμος

Το περίφημο προφητικό μυθιστόρημα του Χάξλεϋ, η περιγραφή του εφιαλτικού Καινούργιου κόσμου, με το απολύτως ιεραρχικό και πανίσχυρο κράτος, με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, της γενετικής μηχανικής, της φαρμακοβιομηχανίας, της εφαρμοσμένης ψυχολογίας. Οι άνθρωποι ζουν σε μία αρνητική Ουτοπία, σε ευημερία, ασφάλεια, μα και σε ανελευθερία.

 

[ISBN:960-8263-12-3]

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι,
Ο σωσίας

Ο ρώσος συγγραφέας Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) θεωρείται από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών, "βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής".

Ο σωσίας, που γράφτηκε το 1846, είναι απο τα πρώτα έργα του, που περιέχει εν σπέρματι τις αρετές που φανερώνονται στα πασίγνωστα μεταγενέστερα έργα του: Έγκλημα και τιμωρία, Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζοφ.

Στον σωσία ο συγγραφέας καταδύεται στον ψυχικό κόσμο του δημοσίου υπαλλήλου Γκολιάτκιν (που μας φέρνει στο μυαλό τον βιβλικό Γολιάθ). Ο ήρωάς μας θέλει να "τραβάει τον δρόμο του" αλλά και θέλει να "μη διαφέρει καθόλου απ' τους άλλους ανθρώπους". Διχάζεται: ο πραγματικός Γκολιάτκιν εμμένει στην ιδιαιτερότητα του, ο σωσίας του υποτάσσεται στον γενικό κομφορμισμό, γίνεται ολόιδιος με τους άλλους ανθρώπους.

Ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει αριστοτεχνικά τη σύγκρουση των δύο στάσεων, την έκφραση τους στη ζωή του ήρωα, την τραγική κατάληξη...

[ISBN: 960-8263-01-8]


 

Αρθουρ Καίσλερ
Το μηδέν και το άπειρο

Η Ρωσική επανάσταση του 1917 συγκλόνισε τον κόσμο. Οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι όλης της γής άρχισαν να ελπίζουν σε μία καλύτερη ζωή.Οι ισχυροί τρόμαξαν. Η Ιστορία πορεύτηκε όπως γνωρίζουμε πια σήμερα. Αλλά οι άνθρωποι της εποχής εκείνης δεν ήξεραν. Αγωνίστηκαν για να οδηγήσουν την ανθρωπότητα σε μία καλύτερη ζωή. Ο Ν.Σ Ρουμπασόφ είναι μπολσεβίκος της λεγόμενης "παλιάς φρουράς".Εχει παλέψει, έχει ελιχθεί και έχει επιβιώσει από πολλές εκκαθαρίσεις. Αλλα φτάνει η στιγμή που συλλαμβάνεται ως "εχθρός του λαού". Στη φυλακή ο Ρουμπασόφ βρίσκεται αντιμέτωπος με τη συνείδησή του. Τι ήταν η Επανάσταση; Γιατί έγινε; Πέτυχε τον στόχο της; Γιατί δεν καλυτέρεψε η ζωή των ανθρώπων; Ποιός ήταν πραγματικά ο δικός του ρόλος; Στο κλασικό αυτό μυθιστόρημα, ο Καίσλερ επιχειρεί να αναλύσει τις διαβόητες "δίκες της Μόσχας, που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα κατά τη δεκαετία του 1930.

 

[ISBN: 960-8263-02-6]

 

Πιέρ-Πάολο Παζολίνι, Μυθοπλασία
(μετάφραση-επίμετρο:
Φαίδων Χατζηαντωνίου)

Τον Πιέρ-Πάολο Παζολίνι (1922-1975) τον ξέρουμε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, ως κινηματογραφιστή και όχι ως λογοτέχνη. Και ωστόσο, ο μάστορας των εικόνων υπήρξε και μάστορας του λόγου, του ποιητικού, του πεζογραφικού, του δοκιμιακού και του θεατρικού. Πολεμιστής της γραφής εν γένει, υπήρξε και στις δύο εκδοχές της τέχνης εξ ίσου επινοητικός, εξ ίσου αιρετικός, εξ ίσου προκλητικός, με καλά σχεδιασμένη και έλλογη την πρόθεσή του να προκαλέσει επί της ουσίας, κι όχι απλώς να σκανδαλίσει, οπότε και θα παραγράφονταν μάλλον εύκολα και το έργο του και η προσωπικότητά του. Υπήρξε επίσης, και όταν υπηρετούσε την εικόνα και όταν ασκούνταν στις λέξεις, το ίδιο βαθύς γνώστης και εξαιρετικός ερμηνευτής και χρήστης της αρχαιοελληνικής γραμματείας, προπάντων της τραγωδίας. - Ανάμεσα στις ουκ ολίγες, στους αιώνες και σε χώρες ποικίλες, επαναναγνώσεις και αναπαραστάσεις της μυθικής Μήδειας (ενός τρομακτικά πλούσιου σταθμού στη διαδρομή της σκέψης και του αισθήματος των αρχαίων), η δική του, η τύποις κινηματογραφική ΜΗΔΕΙΑ, στάθηκε μία από τις ισχυρότερες και προσφυώς τολμηρότερες, έτσι όπως εικόνιζε τη σύγκρουση του φυσικού (που παραμένει φυσικό και στην ακρότητά του) με το αυστηρά οργανωμένο και το πειθαναγκαστικά εξουσιαστικό, του εμπαθώς ενιαίου με το διχασμένο και το ψυχρά διχαστικό, του μαγικού με το λογοκρατούμενο, του θηλυκού με το αρσενικό, τη σύγκρουση δηλαδή δύο τύπων πολιτισμού ριζικά διαφορετικών. - Και στη ΜΗΔΕΙΑ και στο σύνολο σχεδόν του κινηματογραφικού έργου του Παζολίνι προέχει ο λόγος. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι και η δραματουργική του παραγωγή (έξι τραγωδίες) υπακούει στον ίδιο «δυνάστη», τον λόγο, και μάλιστα προθυμότατα. Στη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ, επί παραδείγματι, ένα στιχουργημένο δράμα που μεταφέρθηκε σε απρόσκοπτα ελληνικά από τον Φαίδωνα Χατζηαντωνίου, οι σκηνικές οδηγίες είναι ελάχιστες, σχεδόν απουσιάζουν, η δε δράση είναι πρωτίστως ρηματική, σαν μια παράθεση εκτενών αυτοαναγνωριστικών μονολόγων που κάποια στιγμή διασταυρώνονται και εκρήγνυνται, θραύοντας το κάτοπτρο που χρησιμοποιεί η μοναξιά του καθενός. - Ηδη το 1968, άλλωστε, όπως υπενθυμίζει ο μεταφραστής στο πλούσιο επίμετρό του, ο Παζολίνι δημοσιεύει το Μανιφέστο του Θεάτρου του Λόγου, υπό τον τίτλο «Για ένα νέο θέατρο», όπου μνημονεύοντας (ακόμη μια φορά) την αρχαιοελληνική τραγωδία, προπαγανδίζει τη «σχεδόν ολοκληρωτική απουσία σκηνικής δράσης» και επιλέγει, με τον τόνο που αρμόζει ανέκαθεν σε μανιφέστα, αλλά, κυρίως αυτό, στον ψυχισμό ενός δημιουργού που βρισκόταν σε βιαιότατη και διαρκή σύγκρουση με κατεστημένες ιδέες, δόγματα και εξουσιαστικούς μηχανισμούς κάθε είδους (πολιτικούς, κομματικούς, εκκλησιαστικούς, καλλιτεχνικούς, ερωτικούς): «Το Θέατρο του Λόγου είναι ένα θέατρο απολύτως νέο, διότι απευθύνεται σε έναν νέο τύπο κοινού, υποσκελίζοντας εντελώς και δια παντός το παραδοσιακό αστικό κοινό. Η καινοτομία του έγκειται ακριβώς στο ότι είναι θέατρο του Λόγου: στο ότι, δηλαδή, αντιτάσσεται στα δύο τυπικά θέατρα της μπουρζουαζίας, στο θέατρο της Φλυαρίας και στο θέατρο της Χειρονομίας ή της Κραυγής. . Το Θέατρο του Λόγου δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το θέαμα, τα κοσμικά κτλ.: το μοναδικό του ενδιαφέρον, για τον πολιτισμό, είναι κοινό στον συγγραφέα, στους ηθοποιούς και στους θεατές, που όταν συναθροίζονται εκτελούν μια πολιτιστική ιεροτελεστία». Μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε αυτά τα περί κραυγής με τον νου στραμμένο στη ρουτίνα των παραστάσεων τραγωδίας στη χώρα μας, όπου επικρατεί το επιφώνημα, ο γδούπος και ο στόμφος, διαλύοντας τον βαθύτατα φιλοσοφημένο λόγο. - Η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ (που έχει παρασταθεί αρκετές φορές στην Ιταλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) πρωτοδημοσιεύτηκε το 1969, άρα ο Παζολίνι την τελείωνε (αφού στην πρώτη της μορφή συνελήφθη το 1965-66) σχεδόν παράλληλα με το Μανιφέστο του. Αλλά δεν είναι ένα έργο-πρόσχημα ή εκβιασμένη απόδειξη ενός παραλογοτεχνικού «θεωρήματος», ούτε ένα έργο-επιχείρημα ιδεολογικού τύπου, δεν είναι μια καλλιτεχνική πλεκτάνη, ένα λούστρο δράματος πάνω από κάποια ιδεοληψία. - Στο κείμενο είναι παρούσες όλες οι εμμονές που χαρακτηρίζουν το σύνολο του παζολινικού έργου, άλλες εν σπέρματι και άλλες ήδη ώριμες (ο δεσπότης θεός και ο αντίδικος άνθρωπος, οι εξουσίες και η αμφισβήτησή τους, ο κομφορμισμός των κατ' όνομα ριζοσπαστών, η ευθηνία των θεωρούμενων μεγάλων αξιών). Πρωτίστως, είναι παρούσα και δρώσα η εμμονή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όταν αυτή δοκιμάζει να μιλήσει τα άρρητα, να καταστήσει θεατά, επικινδύνως θεατά, τα κρύφια και τα απωθημένα. Για τον Παζολίνι, η κάθαρση δεν εξισώνεται με κάποια παραμυθία και ληθαργική χαλάρωση, αλλά με τον βαθύτατο συγκλονισμό, τη ριζική διασάλευση. - Ενώ στην κινηματογραφική του ταινία ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ ο Παζολίνι ακολουθεί τον παραδεδομένο μύθο, στη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ (η οποία ανοίγει, ευλόγως, με τον ίσκιο του Σοφοκλή, που, με την ωριμότητα των ίσκιων, βεβαιώνει τον ήρωα του έργου πως «η παλιά σου συνήθεια της ιδιοκτησίας / είναι ο θάνατός σου») ανατρέπει τη μυθική και τραγική αφήγηση. Τώρα, ο πατέρας (ένας εν κρίσει μεγαλοαστός, που συνειδητοποιεί ότι «η ζωή δεν είναι πια για μένα ένα στοίχημα / παρά ένα κολόβωμα / μια ανάμνηση») φονεύει τον γιό του, ο οποίος εμφανίζεται σαν τυπικός νεαρός της Ιταλίας του 1970, κατά φαντασίαν ή επί συρμού επαναστάτης («εγώ είμαι νέος / και δικαιούμαι την αφέλειά μου / τον κομφορμισμό του επαναστατημένου γιού», λέει κυνικά). - Αλλά τα πράγματα δεν είναι γραμμικά ή σχηματικά. Ο πατέρας στους τρόπους και στη στάση του γιού του αναγνωρίζει και προβιώνει «ένα μέλλον ήδη παρελθόν». Η δική του αλήθεια συμπυκνώνεται στη φράση του προς τον Νεκρομάντη: «Είναι αλήθεια πως εγώ για τον γιό μου είμαι πατέρας. / Αλλά για μένα τον ίδιο είμαι γιός». Και στο κατώφλι του παραληρήματος πια, κι ενώ νιώθει ότι δεν ζει στην Ιταλία του 1970 παρά στη Γερμανία του 1930, ανακεφαλαιώνει τα ανθρώπινα έτσι όπως τα αποκωδικοποίησε ο ίδιος: «Οι πατέρες / θέλουν τους γιούς τους πεθαμένους / (γι' αυτό τους στέλνουν στον πόλεμο) / ενώ οι γιοί θέλουν να σκοτώσουν τους πατέρες / (γι' αυτό, ας πούμε, διαμαρτύρονται ενάντια στον πόλεμο)/ και περιφρονούν γεμάτοι υπεροψία / την κοινωνία των γέρων». Πατέρες και γιοί, εδώ, δεν νοούνται με τους δεσμούς του αίματος μόνο, παρά και με τους δεσμούς του πνεύματος. - Φονεύοντας τον γιο του, ο πατέρας φονεύει την τάξη του, τα είδωλά της, τις ψευδαισθήσεις της. Και, στην πραγματικότητα, αυτοκτονεί, και μάλιστα εις διπλούν: και ο ίδιος ακυρώνεται και εγκλωβίζεται στο περιθώριο, και τη συνέχειά του, τη διαμεσολαβημένη αθανασία του αναιρεί πριν καλά καλά υπάρξει. Και έτσι όπως εξέρχεται από την ιστορία, μοιάζει να μας ψιθυρίζει πως ο κόσμος του όλος, ο κόσμος μας, βαλτωμένος στην υποκρισία, δεν έχει δικαίωμα στην ιστορία, αφού η μόνη ικανότητα που του απέμεινε είναι να αναπαράγει τα μακάρια μηδενικά του και να γεννάει τον θάνατο. Σε τούτη τη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ η αυλαία δεν πέφτει ποτέ, ακριβώς επειδή ισχύει ο ακροτελεύτιος λόγος του Πατέρα: «Τι σου διηγούμαι, φτωχέ μου Κακαρέλλα; / Τη ζωή μου; Την ιστορία ενός πατέρα; Α όχι, / όπως θα 'χεις καταλάβει, / δεν είναι η ιστορία ενός μόνο πατέρα». Από έναν «γιό», σαν κι εκείνον του δράματος, δολοφονήθηκε ο πατέρας-Παζολίνι - για να μην κλείσει ποτέ ο κύκλος.
(Παντελής Μπουκάλας, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12. 10. 1999)

Ο ιταλός σκηνοθέτης, λάτρης της αρχαίας τραγωδίας, θυμηθείτε τις ταινίες του ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΡΕΣΤΕΙΑ, ΜΗΔΕΙΑ (με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας), παίρνει τον μύθο του Οιδίποδα και τον μεταφέρει στα καθ ημάς. Ο πατέρας, αυτοδημιούργητος αστός, σε κρίση ταυτότητας, σκοτώνει τον αμφισβητία γιο του. Ο Παζολίνι ειρωνεύεται την προσευχή την οποία αναπέμπει ο πατέρας στον Επουράνιο, θέλοντας έτσι να δείξει την κρίση της θρησκείας και της κοινωνίας που δεν πιστεύει πια. Στο Επίμετρο, πλήρης εργοβιογραφία. (Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 20. 3. 2000)
Η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ είναι μία από τις έξι τραγωδίες που περιλαμβάνει το σύνολο της δραματουργικής παραγωγής του Παζολίνι. Δίνει την αφορμή, 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, για μια διεισδυτική ματιά στο θεατρικό έργο του κορυφαίου διανοητή, γνωστού στην Ελλάδα κυρίως για την ιδιότητα του δημιουργού της εβδόμης τέχνης. Η μετάφραση στα ελληνικά της νέας λέξης Affabulazione, που επινόησε ο Παζολίνι για να δηλώσει τη διαδικασία της γέννησης ενός μύθου, στέκεται ως μεγεθυντικός φακός για τα θεατρικά του έργα, όπου οι ιδέες και οι χαρακτήρες συναντιούνται σε προγενέστερα και μεταγενέστερα κείμενά του. - Η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ, που δημοσιεύθηκε το 1969, περιέχει το απόσταγμα των ταινιών ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ (1967) και ΘΕΩΡΗΜΑ (1968), ενώ πραναγγέλλει το ΣΑΛΟ και το ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, επισήμανε ο μεταφραστής Φαίδων Χατζηαντωνίου παρουσιάζοντας το βιβλίο. «Στον ΟΙΔΙΠΟΔΑ η σχέση ακολουθεί τη γνωστή πορεία: ο γιος σκοτώνει τον πατέρα. Στη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ οι ρόλοι αντιστρέφονται, αλλά μόνο φαινομενικά, γιατί στην ουσία παραμένουν οι ίδιοι, όπως ίδιο παραμένει και το περιεχόμενο της πράξης. Η κατάληξη και στα δυο έργα είναι η ίδια. Ο πατέρας, συντριμμένος από το αφόρητο βάρος της ενοχής επιλέγει την ερημιά, γίνεται περιθωριακός, αναχωρητής στο περιθώριο μιας σύγχρονης μητρόπολης, και στο περιθώριο της ιστορίας.». - Αν και ο Παζολίνι είναι ένας δημιουργός που το έργο του παραπέμπει άμεσα και έμμεσα στον ελληνικό κόσμο, τα πρόσωπα της ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ δρουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο (της ιταλικής αστικής κοινωνίας των δεκαετιών του 1960 και του 1970), ενώ η δράση τους, η ζωή τους, έχει σαφώς πολιτικό βάρος. (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30. 3. 1999)
Ενα σύγχρονο σχόλιο στον μύθο του Οιδίποδα, η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ διαδραματίζεται στην Ιταλία τη δεκαετία του 1970. Όπως επισημαίνει στο Επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, ο Παζολίνι γράφει για το θέατρό του: «Το θέατρο του Λόγου είναι ένα θέατρο απολύτως νέο, διότι απευθύνεται σε έναν νέο τύπο κοινού, υποσκελίζοντας εντελώς και δια παντός το παραδοσιακό αστικό κοινό. Η καινοτομία του έγκειται ακριβώς στο ότι είναι θέατρο Λόγου, δηλαδή στο ότι αντιτάσσεται στα δύο τυπικά θέατρα της μπουρζουαζίας, στο θέατρο της Φλυαρίας και στο θέατρο της Χειρονομίας ή της Κραυγής, τα οποία έχουν οδηγηθεί σε μία επί της ουσίας ενότητα. Το θέατρο του Λόγου δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το θέαμα, για τα κοσμικά κτλ. Το μοναδικό του ενδιαφέρον για τον πολιτισμό είναι κοινό στον συγγραφέα, στους ηθοποιούς και στους θεατές, οι οποίοι, όταν συναθροίζονται, εκτελούν μια πολιτιστική ιεροτελεστία». - Τα θεατρικά του Παζολίνι είναι έργα της ωριμότητάς του. Στις έξι τραγωδίες του εμφανίζονται (σε αρκετές για πρώτη φορά) θέματα που θα αναπτύξει αργότερα σε άλλα έργα του. (Β. Χ., ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 29. 3. 1999)

Η Μυθοπλασία είναι ένα σύγχρονο σχόλιο στον μύθο του Οιδίποδα. Διαδραματίζεται στην Ιταλία, την ταραγμένη δεκαέτια του 1970. Εδώ, αντίθετα με ότι συμβαίνει στις τραγώδιες του Σοφοκλή, οι ρόλοι αντιστρέφονται: ο Πατέρας (ενας αυτοδημιούργητος μεγαλοαστός , σε κρίση ταυτότητας) σκοτώνει τον Γιο (έναν αμφισβητία νεαρό, στον οποίο διακρίνει έναν εν δυνάμει πατέρα κατ' εικόνα και ομοίωση δική του).

Συντριμμένος από το αφόρητο βάρος της ενοχής, επιλέγει την ερημία, γίνεται περιθωριακός, αναχωρητής στο περιθώριο μιας σύγχρονης μητρόπολης - και στο περιθώριο της ιστορίας.

[ISBN: 960-8480-47-7]


Λώρενς Στερν,
Αισθηματικό ταξίδι,
(μετάφραση-σχόλια: Εφη Καλλιφατίδη)

Εξ αιτίας της φυματίωσης που τον βασάνιζε, ο άγγλος κληρικός και συγγραφέας Λώρενς Στερν (1713-1768) αναγκαζόταν να ταξιδεύει σε θερμότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Αυτά τα ταξίδια αποτέλεσαν την έμπνευση για το σύντομο αυτό μυθιστόρημα που συνδυάζει τις ημερολογιακές και ταξιδιωτικές σημειώσεις με το μυθιστορηματικό ρομάντσο, ενώ ταυτόχρονα διακρίνεται για τον έκδηλα στοχαστικό χαρακτήρα του. - Κεντρικός ήρωας του βιβλίου και πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο ερωτύλος και είρων Πάρσον Γιόρικ, ο οποίος εμφανίζεται και στο θρυλικό μυθσιτόρημα του Στερν ΤΡΙΣΤΡΑΜ ΣΑΝΤΙ. Εδώ παρακολουθούμε το ταξίδι του Γιόρικ από το Καλαί στη Ρουέν, από κει στο Παρίσι και μετά στη Λυόν, όπου ξαφνικά η αφήγηση διακόπτεται: ο θάνατος πρόλαβε τον Στερν. - Μολονότι αυτόνομο κείμενο, το Αισθηματικό ταξίδι μπορεί να ιδωθεί σαν παρακλάδι του Τρίστραμ Σάντι, που θεωρείται από τα κλασικά κείμενα της παγκόσμιας γραμματολογίας. στις αρχές του 20ού αι. αποτέλεσε θέμα της μελέτης του ρωσοεβραίου θεωρητικού του φορμαλισμού Βίκτορ Σκλόβσκι, αγαπήθηκε πολύ από τους γάλλους σουρεαλιστές, ενώ πριν από μερικά χρόνια αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μινιμαλιστές συνθέτες, όπως ο Μάικλ Νάιμαν που θέλησε να συνθέσει μια όπερα βασισμένη στο βιβλίο και με τον ίδιο τίτλο (έχει ηχογραφήσει μόνον ένα τραγούδι, το περίφημο «Τραγούδι της μύτης», από το πρώτο κεφάλαιο του Τέταρτου βιβλίου). - . Η δομή και η αφηγηματική τεχνική που ακολουθεί ο συγγραφέας στα 1760 περιέχει εν σπέρματι τον μοντερνισμός ενός Τζόυς και ενός Προυστ και τον μεταμοντερνισμό ενός Μπαρθ. Διότι, ολόκληρος ο τίτλος του βιβλίου είναι Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, αλλά η γέννηση του Τρίστραμ προκύπτει μόλις στο Τέταρτο βιβλίο (!), ο πρόλογος εμφανίζεται στο μέσον του μυθιστορήματος, ενώ παρεμβάλλονται εκτενή κομμάτια που διασπούν την πλοκή, απλώς και μόνον επειδή ο αφηγητής χάνεται στα μονοπάτια της μνήμης του. Ο Στερν εγκαταλείπει την προσφιλή στους σύγχρονούς του συγγραφείς Ρίτσαρντσον, Φίλντινγκ και Σμόλετ γραμμική αφήγηση, θεωρώντας πως το γράψιμο πρέπει να αποτυπώνει την άναρχη ροή της ανθρώπινης συνείδησης. Έχει ειπωθεί ότι με τον τρόπο του ο Στερν επιβεβαιώνει διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες της εποχής του, όπως του Τζον Λοκ (σύμφωνα με τον οποίο οι ιδέες αναπτύσσονται μέσα από διαδικασίες που δεν υπακούουν σε καμιά λογική) ή του Ντέιβιντ Χιούμ (ο οποίος έγραψε το 1740 στην Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση ότι η ταυτότητα ενός ανθρώπου είναι πάντα κάτι ρευστό, φευγαλέο. - Η Έφη Καλλιφατίδη (που έδωσε μιαν εξαιρετική μετάφραση) κάνει στην εισαγωγή της ορισμένες εύστοχες παρατηρήσεις, ξεκινώντας από τον τίτλο του βιβλίου, που περικλείει μια ειρωνεία, αφού την εποχή του Στερν η λέξη «αισθηματικός» ήταν της μόδας στο Λονδίνο. Ο ακατάπαυτος, όμως, (αυτο)σαρκασμός του συγγραφέα δεν τον αφήνει να υποπέσει σε μια ακατάσχετη αισθηματολογία. Ίσα-ίσα, η ματιά του είναι πέρα για πέρα αποστασιοποιημένη, και το βιβλίο αποτελεί έναν ιδιότυπο ύμνο στον έρωτα και στο σεξ, περισσότερο ως εμμονή παρά ως πράξη. Μέσα από τις συνεχείς παρεμβολές της μνήμης και την κυριαρχία των προσωπικών εμμονών του αφηγητή εις βάρος της αφήγησης, ο Στερν, γράφει η Καλλιφατίδη, «παίζει με τις αντιφάσεις του τόπου, του χρόνου και πολύ περισσότερο της γλώσσας. πειραματίζεται με ολόκληρη την έννοια της ταυτότητας, με την προσωπική του αμηχανία απέναντι στην ίδια του την πραγματικότητα». - Κατά συνέπεια, ο Στερν αποδεικνύεται ένας αληθινά σύγχρονος συγγραφέας ο οποίος πιάνει με ακρίβεια τον σφυγμό του ευαίσθητου ανθρώπου που «δεν μπορεί ποτέ να χαθεί ή να πληρωθεί μέσα από τις συγκινήσεις του». Πόσοι, άραγε, ζώντες συγγραφείς είναι σε θέση να μιλήσουν με την ίδια δύναμη (συνδυάζοντας μάλιστα το χιούμορ με το συναίσθημα) για το κενό που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος - ακόμη και στα πιο όμορφα και ανέμελα ταξίδια του; (Ηλίας Μαγκλίνης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Η λέξη <<αισθηματικός>> ήταν μια λέξη της μόδας στο Λονδίνο της εποχής εκείνης, με αποτέλεσμα η χρήση της να φτάνει σε άκρα, όπως <<αισθηματικό>> γεύμα ή <<αισθηματικός>> περίπατος. Και ο Στέρν, υιοθετώντας την, θέλησε να την κοροιδέψει, όπως έκανε και σε τόσα άλλα, μόνο που, και σ' αυτήν την περίπτωση, κατέληξε και πάλι να κυριολεκτήσει. Γιατί δεν πρόκειται για ταξιδιωτικό ημερολόγιο, ούτε ακριβώς για μυθιστόρημα, παρόλο που συνδυάζει στοιχεία και από τα δύο είδη.

Ο Στέρν, παίζοντας για άλλη μια φορά τον ρόλο του Γιόρικ, ταξιδεύει, σε μια ξαφνική παρόρμηση, για ν' ανακαλύψει την ανθρώπινη ψυχή και μαζί τη δική του. Και σε όλο αυτό το ταξίδι, τα συγκινησιακά ξεσπάσματα εναλλάσσονται με την ειρωνεία, η αθωότητα με την πονηριά, η κοσμιότητα με την λαγνεία, έτσι ώστε ποτέ να μήν ξέρεις ποια όψη του νομίσματος βλέπεις, να είσαι πάντα καχύπτοτος και επιφυλακτικός απέναντι στην επιφάνεια του κειμένου και να προσπαθείς να διακρίνεις τα κρυμμένα νοήματα.

Είναι ένα βιβλίο χωρίς πλοκή, όπου ο αφηγητής - ο Γιόρικ με τις δύο όψεις, ο γελωτοποιός του βασιλιά της Δανίας και ο ιερέας Στερν, που υιοθέτησε το ψευδώνυμο Γιόρικ για να εκδώσει τα κηρύγματά του - αφήνεται να παρασυρθεί από την αφήγηση χωρίς κανένα σχέδιο και ξεστρατίζει σε κάθε στροφή μόνο και μόνο για την απόλαυση της ιστορίας.

[ISBN: 960-8480-27-2]

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ,
Οι Φτηνοφαγάδες

Βιέννη, πρώτα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερις φίλοι ανταμώνουν καθημερινά σ' ένα λαϊκό εστιατόριο και τρώνε πάντοτε το φτηνότερο φαγητό. Αυτούς, τους φτηνοφαγάδες, συναντά ο ανάπηρος Κόλερ, ο πέμπτος της συντροφιάς, και αισθάνεται υποχρεωμένος να τους αφιερώσει το κεντρικό κεφάλαιο του βιβλίου που συγγράφει, με θέμα την Φυσιογνωμική.

Ο αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ γεννήθηκε το 1931 στην Ολλανδία και πέθανε το 1989 στην Αυστρία.

Για τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα τιμήθηκε με πολλά και διεθνή βραβεία.

[ISBN: 960-8480-28-0]

 

 

Αλφρέ Ζαρρύ, Υμπύ δεσμώτης

Ο Υμπύ δεσμώτης είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας του Υμπύ, που άνοιξε καινούργιους δρόμους στο θέατρο και τη λογοτεχνία.

 

Γιάν Νέρουντα,
Ιστορίες από την παλιά Πράγα
(με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ)

Μια εβδομάδα σ' ένα ήσυχο σπίτι

Οι τρείς κρίνοι.

Με επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.

"Δεν είναι τυχαίο που το δεύτερο διήγημα, που μοιάζει περισσότερο με ποίημα, συγκίνησε ιδιαίτερα τον χιλιανό ποιητή Ρικάρντο Νεφτάλι Ρέυες Μπαζουάλδο και τον έκαμε να υιοθετήσει το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούντα, με το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστός."

[ISBN: 960-8480-30-2]

 

Ανα Νόβακ,
Οι ατυχίες της ψυχής

Με αυτό το μυθιστόρημά της η εβραϊκής καταγωγής ρουμάνα συγγραφέας Ανα Νόβακ μάς φέρνει αντιμέτωπους με ένα μυστήριο της απτής καθημερινότητας: σε ποιον πραγματικά απευθυνόμαστε όταν μιλάμε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας; Μ' άλλα λόγια, ποιος είναι ο τελικός αποδέκτης των ατελείωτων και σχοινοτενών μονολόγων στους οποίους αναλώνεται ο καθένας μας από τη στιγμή που θα υποστεί τις παρθενικές του ψυχικές και ηθικές καθιζήσεις; - Εξυπακούεται ότι το ερώτημα αυτό επιδέχεται πολλές απαντήσεις. Επειδή όμως ο εαυτός δεν αντέχεται πάντα, του προσδίδουμε ξένα προσωπεία που λειτουργούν δίκην κατόπτρου: γίνεται ο τεθνεώς με τον οποίο μας συνδέουν δεσμοί αίματος, γίνεται το φάντασμα του ερωτικού συντρόφου που έχει πλέον πάψει να συντροφεύει τις νύχτες μας, ο αγαπημένος φίλος, ενίοτε ο εχθρός ο οποίος, σαν μόνιμο alter ego του εαυτού, ενσαρκώνει τους μύχιους εφιάλτες και φοβίες, τις αποτυχίες και τις ήττες που έχουμε υποστεί, αλλά κι εκείνες που πρόκειται να υποστούμε. - Τα πάντα συνηγορούν στο να μετατρέψουμε τον εαυτό σε κάποιον Άλλο, για να μπορέσουμε να τον αντιμετωπίσουμε: είναι η βαθύριζη ανάγκη να μεταβάλλουμε τον μονόλογο σε διάλογο (διόλου τυχαία, η Νόβακ υιοθετεί τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση εγκαταλείποντας την πιο κλασική πρωτοπρόσωπη). - Στο μυθιστόρημα αυτό η αφηγήτρια επιλέγει να κουρνιάσει και συνάμα να συγκεντρώσει τα πυρά της στη φίλη της η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, μοιάζει να συμπυκνώνει όλους τους παραπάνω ρόλους, μολονότι η φιλία για την οποία μας μιλάει η συγγραφέας αναπτύσσεται σε καιρούς ζοφερούς: η φίλη των παιδικών χρόνων, της εφηβείας και της νεότητας είναι το πρόσωπο με το οποίο μοιράστηκε η αφηγήτρια τη φρίκη του στρατοπέδου συγκεντρώσεως του Αουσβιτς (στο οποίο βρέθηκε η Νόβακ στα δεκατέσσερά της χρόνια). - Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα που έχει θεμελιωθεί σε ένα γνήσια βιωματικό υλικό και διαρθρώνεται μέσα από σύντομες ή λιγότερο σύντομες ενότητες, σαν μια μεγάλη επιστολή που δεν γράφεται ποτέ στην πραγματικότητα αλλά εγγράφεται στη μνήμη μιας γυναίκας η οποία, στοιχειωμένη από ένα παρελθόν που σφυρίζει σαν φίδι, αναζητά την προσωπική της διέξοδο αναμοχλεύοντας όλα τα φαρμάκια που έχει γευτεί. - Χρησιμοποιώντας έναν επιθετικό, ειρωνικό αλλά και άκρως εξομολογητικό τόνο, η Νόβακ προβαίνει σε κάτι σπάνιο: φαίνεται να αντιπαραβάλλει την ανείπωτη φρίκη του Ολοκαυτώματος με τις μικρές φρίκες της καθημερινότητας, της οικογενειακής ζωής κτλ., μια οπτική που απέχει πολύ από των περισσότερων που γλίτωσαν από τα ναζιστικά στρατόπεδα. Η αφηγήτρια, βέβαια, επέζησε (ο μοναδικός θρίαμβος της ζωής της, όπως λέει στο τέλος), όμως αν το παράλογο του Αουσβιτς τής δίδαξε κάτι, δεν είναι η υποτιθέμενη μαγεία της ζωής αλλά η άρνηση να αυτο-παραμυθιαστεί ξανά, να αφεθεί και πάλι στη μαγική πλευρά της ύπαρξης. - Η αφηγήτρια επέζησε της γενοκτονίας, αλλά δεν θριαμβολογεί. Αντίθετα, αφήνει να αιωρείται το ερώτημα: μήπως το τελικό «επέζησα» σημαίνει ότι χρειάστηκε να επιζήσει και της ίδιας της ζωής; - Αν και ο ελεγχόμενα παραληρηματικός λόγος της Νόβακ καθηλώνει τον αναγνώστη, υπάρχουν στιγμές φλυαρίας, κυρίως όταν οι εμμονές της δεν αναπτύσσονται με τρόπο ώστε να μεταμορφωθούν σε θεματικούς πυρήνες της γραφής, καθώς και όταν γίνεται περισσότερο περιγραφική, όταν δηλαδή δεν πραγματώνει τη γλώσσα μέσα από την ιστορία της (που μπορεί να μην είναι ιστορία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με την έννοια της αυστηρής γραμμικής αφήγησης). - Δεν τίθεται θέμα, ωστόσο: τα αδύνατα σημεία του κειμένου είναι μεμονωμένα, και η συγγραφέας φαίνεται να έχει αφεθεί σε έναν χείμαρρο δίχως τον οποίο το βιβλίο αυτό δεν θα είχε την αξία που έχει στο σύνολό του. - Απαιτητικό ως γραφή και ως περιεχόμενο, το μυθιστόρημα Οι ατυχίες της ψυχής πέρασε, δυστυχώς, απαρατήρητο, όταν κυκλοφόρησε πέρυσι στα ελληνικά. Η συγγραφέας του ζει από το 1960 στη Γαλλία, όπου και εξέδωσε το ημερολόγιο που κρατούσε στο Αουσβιτς. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε και άλλα βιβλία της στα ελληνικά. (Ηλίας Μαγκλίνης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1.10. 2000)

Δεν θεωρώ ατιμωτική την ηλιθιότητα. Πιστεύω πως αν δεν ήσουν μια φορά στη ζωή σου ηλίθιος, και μάλιστα βαθιά ηλίθιος, δεν έχεις καμιά πιθανότητα να υποψιαστείς τί είναι η ζωή. Νομίζω πως χρωστούμε στους ηλίθιους περισσότερα απ' όσα πιστεύουμε.

Αυτοί τραβούν και πάντα τραβούσαν κουπί, με την ενεργητικότητα, την αξεπέραστη ζωτικότητά τους.

Δίχως τους ηλίθιους, όλα θα είχαν βουλιάξει στον μηδενισμό!

Ο κόσμος θα είχε εξαφανιστεί, από φόβο μη γελοιοποιηθεί!

[ISBN: 960-8480-49-3]

 

 

Εντουάρ Ντυζαρντέν
Έδρεψε δάφνες

(μετάφραση - επίμετρο:
Μιχάλης Αρβανίτης)

Να ένα διασκεδαστικό και ατμοσφαιρικό βιβλίο το οποίο αναδύεται από την αφάνεια πάνω από εκατόν είκοσι χρόνια μετά τη δημοσίευσή του το 1887. - Κάτι ανάμεσα σε μυθιστόρημα, θεατρικό μονόλογο vaudeville και σκηνοθετικές σημειώσεις, το ΕΔΡΕΨΕ ΔΑΦΝΕΣ θεωρήθηκε πολύ σημαντικό από τον Τζέιμς Τζόυς στη συγγραφή του ΟΔΥΣΣΕΑ. - Η ιστορία είναι απλή: ο νεαρός μεσοαστός δανδής Ντανιέλ Πρενς, υποτιθέμενος φοιτητής νομικής με τακτικά εμβάσματα από τους επαρχιώτες γονείς του, σπουδάζει τον έρωτα στο Παρίσι του 1887. Οι γυναίκες που τον συνεπαίρνουν θα μπορούσαν να είναι κατ' ευθείαν βγαλμένες από πίνακες του Τουλούζ-Λωτρέκ. Τα όσα βλέπουμε μέσα από τα μάτια του καθώς βολτάρει στο μπουλβάρ ή τρώει σε ακριβά εστιατόρια φλερτάροντας με τα μάτια, θα μπορούσαν να είναι πίνακες του Μανέ. Σ' αυτή την εποχή των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών κλυδωνισμών αλλά και της μοναδικής δημιουργικότητας, όπου ο Ουγκό δεν έχει γίνει ακόμη παρελθόν, όπου κλείνει τη γιγαντιαία δραστηριότητά του (συγγραφική, ερωτική, ακόμη και μαγειρική) ο Δουμάς πατήρ, ενώ απογειώνεται ο Δουμάς υιός με το θέατρό του, εκκολάπτεται η Κολέτ και συνταράσσει, πάντα αειθαλής, η Γεωργία Σάνδη, ζει και δημιουργεί ο λάτρης του Βάγκνερ Εντουάρ Ντυζαρντέν. Στην ποίηση κυριαρχούν οι συμβολιστές, με πατριάρχη τον Στεφάν Μαλαρμέ, τον οποίο γνωρίζει και επισκέπτεται τακτικά ο συγγραφέας. Το κλίμα είναι γόνιμο, όλα μοιάζουν να μιλούν για ποίηση, δημιουργία και έρωτα και η Κομούνα του Παρισιού (1870) φαίνεται να έχει ξεχαστεί. - Λοιπόν, μέσα σε μια πλοκή που διαρκεί όσο ένα παριζιάνικο βραδάκι, μαθαίνουμε τα καθέκαστα του μεγάλου έρωτα του ήρωά μας για την άφταστη δίδα Λέα ντ Αρσέ, που παίζει ρόλους σουμπρέτας στο θέατρο (μόλις στην τρίτη πράξη). Αλλά ο ήρωάς μας μόνο τις δάφνες της αποτυχίας θα βρει να δρέψει από την ιστορία αυτή, αφού τα άλλα τα πρόλαβαν άλλοι. Παρά το ότι αδειάζει τακτικά τις τσέπες του από τα πατρικά λουδοβίκεια χάριν της Λέας. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που, στο λιτό, καλογραμμένο, αυτοσαρκαζόμενο και χιουμοριστικό μικρό βιβλίο με την έντονη θεατρικότητα, δικαιολογεί τον παραλληλισμό του με το Άγνωστο αριστούργημα του Μπαλζάκ; Είναι το ότι πρόκειται για μια συναρπαστική και γοητευτική περιπέτεια στον εσωτερικό μονόλογο, στην ενδόμυχη σκέψη, όπως αυτή συμπλέκεται με την εξωτερική δράση. Αυτοπαρατήρηση και σχόλιο, ανάμνηση και όνειρο μπαινοβγαίνουν στην υλική πραγματικότητα δίνοντάς της διαστάσεις ανύποπτες. - Μια φωτογραφική μηχανή ικανή να διαπερνά τη σωματική ύλη του ήρωα-συγγραφέα μάς αφηγείται πλάνο προς πλάνο τι συμβαίνει στην ψυχή του, τις διαδρομές του στο παρελθόν, όλα όσα περνούν φευγαλέα από τη μνήμη του, ενώ ένας άλλος φακός, πάλι μέσα από τον ίδιο, μας τοποθετεί στο υλικό και θεματικό παρόν της αφήγησης. Ο εσωτερικός μονόλογος είναι τόσο παλιός όσο και ο γραπτός λόγος, αλλά διαφέρει η μορφή, το πόσο ισχυρή είναι η έκρηξη του ηφαιστείου της ψυχής, πόση λάβα ή και δροσιά θα ξεχυθεί έξω. Πόσο μέρος από το μάγμα-υποσυνείδητο θα αποκαλυφθεί μέσω των λέξεων. - Ο μονόλογος του Ντανιέλ Πρενς είναι ένα γοητευτικό κείμενο, γεμάτο λεπτότητα, χιούμορ αλλά και μεταφυσική ανησυχία, όπου βασιλεύουν οι άνω τελείες, η αδιάκοπη ροή. Είναι γραμμένο με την τεχνική (είναι, άραγε, σωστή αυτή η λέξη;) που ονομάζεται συνειδησιακή ροή, stream of conscience. Αλλά απέχει πολύ από τους στγκλονιστικότερους μονολόγους του είδους. Είναι μακριά από τον μονόλογο του πρίγκιπα Μίσκιν στον ΗΛΙΘΙΟ του Ντοστογιέφσκι, της Μόλυς Μπλουμ στον ΟΔΥΣΣΕΑ του Τζόυς, από ΤΟ ΣΤΟΜΑ του Μπέκετ, από την ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΑΓΟΥΕΗ της Βιρτζίνια Γουλφ. Ανήκει σ' αυτή την κατηγορία, είναι ένα μελωδικό προανάκρουσμα, αλλά πολύ μικρότερου βεληνεκούς. - Όσον αφορά τον Τζόυς, σημαντική επίδραση στο έργο του υπήρξαν τα γράμματα υπό μορφήν εσωτερικού μονολόγου, μέχρι παραληρήματος, που του έστελνε η μητέρα του, και η ακατάσχετη φλυαρία με τον αδελφό του, λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος, που έβριθε συνειρμών. Αν έλεγε κανείς ότι το ΕΔΡΕΨΕ ΔΑΦΝΕΣ είναι ένας πολύτιμος μικρός καμεός εποχής, ίσως θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όπως θα έπρεπε να περιμένει κανείς, αποσπάσματα του βιβλίου έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τον αξεπέραστο μαιτρ του είδους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη. Αλλά και η ανά χείρας μετάφραση είναι εξαιρετική. (Μαρία Τσάτσου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26. 8. 2001)

Ο Εντουάρ Ντυζαρντέν γεννήθηκε στη Νορμανδία το 1861. Πήγε να σπουδάσει νομικά στο Παρίσι κι εκεί, το 1884, γνώρισε τον Στεφάν Μαλαρμέ και τους άλλους συμβολιστές και συνδέθηκε στενά μαζί τους. Το 1887 γράφει το ανά χείρας μυθιστόρημα, που επηρεάζει καθοριστικά τον Τζαίημς Τζόυς στη συγγραφή του Οδυσσέα - όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τζόυς.
Πέθανε το 1949 στο Παρίσι.
Η μελωδία της άνω τελείας Ο Εντουάρ Ντυζαρντέν (1861-1949) δημοσίευσε το μυθιστόρημά του το 1867. Το βιβλίο εκδόθηκε σε 420 αντίτυπα και πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, μολονότι προκάλεσε κάποια θετικά σχόλια. Ο Μαλλαρμέ το εκθείασε, ενώ ο Τζορτζ Μουρ το χαρακτήρισε «μαγευτική μελωδία της άνω τελείας». Το 1903, ο Τζαίημς Τζόυς, στη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, αγόρασε το βιβλίο από ένα κιόσκι. Αυτή η απλή πράξη άλλαξε τον ρου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το 1920, στη διάρκεια των συζητήσεων για τη μετάφραση του ΟΔΥΣΣΕΑ στα γαλλικά, ο Τζόυς αποκάλυψε ότι η μέθοδος του εσωτερικού μονολόγου που χρησιμοποίησε στο συγκεκριμένο έργο για να εκφράσει συναισθήματα και καταστάσεις (κάτι που επηρέασε ολόκληρες γενιές αγγλόφωνων συγγραφέων και μη, και αποτέλεσε μια από τις κορυφαίες στιγμές του μοντερνισμού) οφείλεται στο βιβλίο του Ντυζαρντέν. Τι είναι το ΕΔΡΕΨΕ ΔΑΦΝΕΣ; Πρόκειται για την ιστορία του νεαρού Παριζιάνου Ντανιέλ Πρενς, ο οποίος συνδέεται με μια ηθοποιό, τη Λέα ντ' Αρσέ, για χάρη της οποίας κάνει σχέδια και όνειρα. Καθώς κινείται στην πόλη, ο ήρωας στοχάζεται και μέσω του εσωτερικού μονολόγου αφηγείται τα όσα βλέπει ή του συμβαίνουν. Η πλοκή είναι υποτυπώδης. Ο Ντανιέλ ποθεί την κοπέλα, η οποία του ζητά συνεχώς χρήματα για τις ανάγκες της και αυτός, θέλοντας να την βγάλει από την ένδεια, προσβλέποντας ταυτόχρονα στην ερωτική της εύνοια, της τα δίνει πρόθυμα. Αυτή, όμως, παρά τις υποσχέσεις της, τον εμπαίζει, τον εκμεταλλεύεται, τον βαριέται και τελικά δεν του δίνει τίποτε. Η διαρκής πάλη αρσενικού - θηλυκού, η αιώνια αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο φύλα, η αφέλεια των ανδρών και η ανάμεικτη με ελαφρότητα υποκρισία των γυναικών είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους κινείται ο συγγραφέας. Ο Ντυζαρντέν, εγκαταλείποντας τις ξηρές περιγραφές προσώπων και καταστάσεων, αφήνει τον ήρωά του να επιδίδεται σε συνειρμούς, χρησιμοποιώντας κατά κόρον τα αποσιωπητικά και την άνω τελεία, αποφεύγοντας κατά το δυνατόν τις τελείες και τα χωρίσματα των παραγράφων. Ο λόγος του αφηγητή είναι συνεχής, χωρίς παύσεις, κοφτός, ουσιώδης, περιεκτικός. Η ανάγνωση απαιτεί προσοχή και προσήλωση στο κείμενο, χωρίς ασφαλώς αυτό να σημαίνει ότι συναντούμε εδώ τις ίδιες δυσκολίες όπως στον ΟΔΥΣΣΕΑ. Ανακαλύπτει κανείς στο κείμενο προτάσεις που ξαφνιάζουν, επειδή ακριβώς δεν συνδέονται με τις προηγούμενες σκέψεις του ήρωα, έχουν όμως σχέση με τα συμβάντα της ζωής του. Όλη η πλοκή του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται μέσα σε ένα απόγευμα (κάτι που παραπέμπει στη δομή των θεατρικών έργων του 18ου αι.) και πιθανότατα δεν είναι καθόλου τυχαίο που και ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ διαδραματίζεται σε μια μέρα, τη 16η Ιουνίου 1904. Οπωσδήποτε οι θαυμαστές της γραφής του Τζόυς κι εκείνοι που αγαπούν τον μοντερνισμό στη λογοτεχνία πρέπει να διαβάσουν το βιβλίο του Ντυζαρντέν. Θα τους δοθεί έτσι η δυνατότητα όχι μόνο να κατανοήσουν την τέχνη του μεγάλου Ιρλανδού (Τζόυς), αλλά και να γνωρίσουν τους δρόμους απ' όπου διάβηκε για να φτάσει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς του. (Φίλιππος Φιλίππου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 7.6.2001)

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ζητούμε συγγνώμη από τον αναγνώστη για ένα σοβαρό λάθος που επαναλαμβάνεται στο «Επίμετρο» (σελ. 91-101): Αντί «Βηρυττός» διαβάστε «Μπαϋρόυτ» (το κέντρο της δράσης του συνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ).

[ISBN: 960-8480-82-5]

 

 

 

Μαρσέλ Κοέν,
Γράμμα στον Αντόνιο Σάουρα

Δίγλωσση έκδοση
Μετάφραση από τα ισπανοεβραϊκά: Σάμης Ταμπώχ

[ISBN:960-8480-70-1]

 

Ετέλ Αντνάν,
Περι πόλεων και γυναικών

Γράμματα στον Φαουάζ από τη Bαρκελώνη, την Aιξ-αν-Προβάνς, τη Σκόπελο, τη Mούρθια, το Αμστερνταμ, το Bερολίνο, τη Bηρυττό, από τον Iούνιο του 1990 μέχρι τον Aύγουστο του 1992
"Συνάμα αλληλογραφία και δοκίμιο, το βιβλίο της Eτέλ Aντνάν συνοψίζει την ευαισθησία και την οξυδέρκειά της, που της έχουν χαρίσει παγκόσμια φήμη. Παγκόσμια έκθεση γυναικείου βιβλίου στη Bαρκελώνη, ημερίδα για τον Iμπν Aραμπί στη Mούρθια, συζητήσεις για τον [πρώτο] πόλεμο του Kόλπου στη Γερμανία, επιστροφή στη λαβωμένη Bηρυττό, με ενδιάμεσους σταθμούς την Aιξ-αν-Προβάνς, τη Σκόπελο, το ’μστερνταμ, τη Pώμη. "Στο τέλος του αιώνα και της χιλιετίας μας, με υπόβαθρο τον πόλεμο στον Kόλπο και τον εμφύλιο στον Λίβανο, τα γράμματα αυτά μετατρέπονται τώρα σε γράμματα σε πόλεις και σε γυναίκες, για να μπορέσουμε, πριν είναι πάρα πολύ αργά, να βρούμε τη σωστή γεωγραφία για τις αποκαλύψεις μας". Barbara Harlow, Πανεπιστήμιο του Tέξας. H ποιήτρια, συγγραφέας και ζωγράφος Eτέλ Aντνάν γεννήθηκε στη Bηρυττό από τούρκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα. Σήμερα, ζει στην Kαλιφόρνια, στο Παρίσι, στη Bηρυττό και, τα καλοκαίρια, στη Σκόπελο.

Η Ετέλ Αντνάν και εν πολλοίς το παραπάνω βιβλίο της αποτελούν το θέμα του ντοκυμανταίρ της Βουβούλας Σκούρα «Ετέλ Αντνάν: Εξόριστες λέξεις», που τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο στο Φεστιβάλ Ντοκυμανταίρ Θεσσαλονίκης 2008.

 

[ISBN:960-8480-66-3]

[ Δείτε τα υπόλοιπα βιβλία >>> πατήστε εδώ για συνέχεια ]
σελ. 1 απο 3

| 1 | - | 2 | - | 3 |

επιστροφή στις εκδόσεις μας ...

 

     

- Created by Skopelos Web Site -
- Powered by Visual Options -