|

Οι
εκδόσεις μας > Μελέτες και Δοκίμια
| Τίτλος
βιβλίου |
|
Α. ΜΑΡΓΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ,
Ανθρωπογνωσία και ηθική στον Όμηρο. Ιλιάδα.
Κριτική της ηρωιστικής ιδεολογίας
Ο Αναστάσης Μαργαριτόπουλος γεννήθηκε στα Φάρσαλα το 1947, σπούδασε μαθηματικά στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε στην ιδιωτική εκπαίδευση. - Η ηρωική ποίηση, υμνώντας τα κατορθώματα των δικών μας ηρώων, υιοθετεί κατά κανόνα τη δική μας προοπτική ως αυτoνόητη και δίκαιη. Γενικότερα, σε ποια χώρα η φιλοπατρία και η ανδρεία δεν θεωρούνται ύψιστες αρετές; Ο Όμηρος, παρ' όλον που σέβεται αυτή την πραγματικότητα, βλέπει και τα αποτελέσματά της. Απομυθοποιεί τη δική μας πλευρά τοποθετούμενος και στη θέση των αντιπάλων: και αυτοί είναι ανδρείοι, είναι άνθρωποι ίδιοι με εμάς. - Στην προ-ομηρική παράδοση ο Αχιλλέας ήταν, για την παλληκαριά του, των "Αχαιών ο πρώτος": σκότωνε τους πιο πολλούς Τρώες. Αλλά περισσότερη δόξα τού άξιζε επειδή θα χανόταν νέος. Ο Όμηρος όμως δεν θεωρεί τη δόξα αρκετό αντίβαρο για να χαθεί ένας άνθρωπος? και μέσα από τον πρόωρο θάνατο του ήρωα θα ανατάμει την πραγματικότητα του ίδιου του πολέμου. - Γιατί πολεμά ο Αχιλλέας; Παρ' όλον που προσπαθεί να πιαστεί από τη ζωή, πρέπει να κάνει το καθήκον του, να δείξει την ανδρεία του? διότι μόνο έτσι η κοινωνία τον δέχεται. Υλοποιεί την ηρωιστική ιδεολογία αποτελώντας και το θύμα της: όταν θα θριαμβεύσει σκοτώνοντας τον μεγάλο αντίπαλο Έκτορα, θα φτάσει και το δικό του τέλος. - Αν τον Αχιλλέα τον χρησιμοποιεί η κοινωνία στους πολεμικούς σκοπούς της, ο ίδιος είναι ανεύθυνος; Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά του (ραψωδία Ι): να πεθάνει νέος και να κερδίσει τη δόξα ή να μακροημερεύσει με την οικογένειά του άσημος στον τόπο του; Θα τον καθορίσει η "κατάσταση" μέσα στην οποία βρέθηκε ή θα αποφασίσει ο ίδιος κυρίαρχα; - Ο Όμηρος δεν μιλά με έννοιες όπως οι φιλόσοφοι, αλλά με γεγονότα - όπως οι αθηναίοι Τραγικοί. Γι' αυτό εκθέτουμε με συντομία τη σειρά των εξελίξεων προσπαθώντας να βρούμε τα νοήματά τους.
978-960-9488-21-1
|

|
|
Ρίτσαρντ Σέννετ,
Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ
Ο Ρίτσαρντ Σέννετ (γεν. 1943) είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο New York University και στη
London School of Economics. Πριν στραφεί στην κοινωνιολογία, είχε ασχοληθεί επαγγελματικά
με τη μουσική. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις και βραβεία, απ' τα οποία το πιο πρόσφατο είναι
το Βραβείο Hegel για το σύνολο του έργου του στις ανθρωπιστικές σπουδές και στις κοινωνικές επιστήμες.
Από τα έργα του κυκλοφορούν σε ελληνική μετάφραση τα ακόλουθα:
Οι χρήσεις της αταξίας
Η τυραννία της οικειότητας
Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού.
Στο βιβλίο του ο Σέννετ προσφέρει μια πρωτότυπη θεώρηση της εργασίας του τεχνίτη και της στενής της σύνδεσης με το έργο και τις ηθικές αξίες. Πραγματεύεται μια ουσιαστική ανθρώπινη ενόρμηση: την επιθυμία να κάνουμε καλά μια δουλειά ως αυτοσκοπό. Αν και κυριαρχεί η άποψη πως η εργασία του τεχνίτη έχει χάσει τη σημασία της με την έλευση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η επικράτεια του τεχνίτη είναι πολύ ευρύτερη από την ειδικευμένη χειρωνακτική εργασία. Ο προγραμματιστής του κομπιούτερ, ο γιατρός, ο γονιός και ο πολίτης πρέπει σήμερα να μάθουν τις αξίες της καλής εργασίας του τεχνίτη.
"Μια ερευνητική, έξυπνη ματιά στον τρόπο που η εργασία του χεριού αναζωογονεί την εργασία του μυαλού".
New York Times Book Review
"Θρίαμβος".
Will Hutton, The Observer
"Πολύ πλούσιο σε σκέψεις... Βαθυστόχαστο και προκλητικό".
Madeleine Bunting, New Statesman
"Όπως δείχνει ο Σέννετ, η εργασία του τεχνίτη συνέδεε κάποτε τους ανθρώπους με τη δουλειά τους, δίνοντάς τους περηφάνια και νόημα. Η απώλεια της δεξιοτεχνίας, και της κοινωνίας που την εκτιμούσε, μας έχει φτωχύνει με τρόπους που έχουμε από καιρό ξεχάσει, αλλά ο Σέννετ μας βοηθά να τους καταλάβουμε".
Robert B. Reich, καθηγητής Public Policy στο University of California at Berkeley
Η τέχνη του Ηφαίστου
ΤΩΡΑ που η οικονομική κρίση καταδεικνύει τα δραματικά αδιέξοδα του καπιταλισμού που βασίζεται στην «ευέλικτη» εργασία, είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή να εμπνευστούμε από το παράδειγμα του Ηφαιστου, του μυθολογικού θεού που έκανε την εργασία του τεχνίτη.
Ισως χρειάζεται δηλαδή να επανεκτιμήσουμε την αξία της εργασίας που γίνεται με το χέρι και με το μυαλό και συνδυάζει μαστοριά και δεξιοτεχνία, προκειμένου να αντλήσουμε διδάγματα από το παρελθόν και να οικοδομήσουμε το μέλλον πάνω σε πιο στέρεες βάσεις. Αυτό είναι το μήνυμα που μας στέλνει ο αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ με το βιβλίο του «Ο τεχνίτης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (εκδόσεις «Νησίδες», μετάφραση: Βασίλης Τομανάς). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Σένετ στην ιταλική εφημερίδα «Il Sole 24 Ore».
- Καθηγητή Σένετ, ο τεχνίτης του βιβλίου σας είναι εκείνος που κάνει καλά τη δουλειά του, που επενδύει σε αυτήν μιαν ισχυρή προσωπική δέσμευση και είναι ικανοποιημένος και υπερήφανος για το έργο του. Σήμερα πολλοί επαγγελματικοί ρόλοι απαιτούν δεξιότητες και ικανότητα για ανάληψη πρωτοβουλίας. Αλλά η μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτόνομων εργαζομένων και μισθωτών εργαζομένων δεν είναι πλέον φανερή στο πεδίο της προστασίας και της ασφάλειας, που ήδη μειώνονται όλο και περισσότερο ακόμη και για τους δεύτερους. Η αληθινή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη μια και στην άλλη κατάσταση είναι το να είσαι κύριος της εργασίας σου, να την αγαπάς και να αντλείς καθημερινά ικανοποίηση από αυτήν. Πράγμα όμως που γίνεται όλο και πιο δύσκολο στις οργανώσεις, κυρίως σε καιρούς ύφεσης...
«Το λάθος που πληρώνει το οικονομικό σύστημα είναι το ότι βασίζεται σε μια βραχυπρόθεσμη θεώρηση και στο μοντέλο της οργανωτικής ευελιξίας, της αστάθειας και της ταχύτητας για να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Το ίδιο έγινε και με τη διαχείριση του ανθρώπινου κεφαλαίου. Δεν επένδυσαν στη γνώση και οι εργαζόμενοι, αυτά τα χρόνια, μπόρεσαν να αποκτήσουν μόνον μιαν ατελή εμπειρία, εργαζόμενοι σε κατακερματισμένες και ασταθείς επιχειρήσεις. Στο βιβλίο μου "Ο τεχνίτης" υπογράμμισα τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε εκείνον που γνωρίζει να φτιάχνει ένα πράγμα και αρκείται σε αυτή τη γνώση και σε εκείνον ο οποίος αντίθετα είναι προικισμένος με την ικανότητα του τεχνίτη, που τον ωθεί σε μια συνεχή βελτίωση. Σήμερα στις μεγάλες οργανώσεις αυτή η τελευταία αντίληψη δεν βρίσκει θέση. Οι επιχειρήσεις δεν την ενθαρρύνουν. Αντίθετα, αν χρειάζονται μιαν ειδική δεξιότητα που λείπει στο εσωτερικό τους, αντί να εκπαιδεύσουν τα πρόσωπα που απασχολούν, την αναζητούν έξω από την επιχείρηση, αναθέτοντας καθήκοντα σε κάποιον που πιθανότατα θα κοστίζει και λιγότερο. Ακόμα και στην Κίνα. Το να είναι κανείς τεχνίτης, όποια δουλειά και αν κάνει, σημαίνει να σκέφτεται το πόσο μπορεί να εξελιχθεί βελτιώνοντας τις ικανότητές του και να έχει όλο το χρόνο που χρειάζεται για να το κατορθώσει. Αυτό δεν εξαρτάται μόνον από τα κίνητρα, που είναι σημαντικός αλλά όχι επαρκής παράγοντας, αλλά και από το οργανωτικό πλαίσιο, που πρέπει να είναι ευνοϊκό και να προσδίδει αξία στα πρόσωπα, επενδύοντας σε αυτά μακροπρόθεσμα. Αντίθετα, στις επιχειρήσεις το ενδιαφέρον εστιάζεται στο βραχύ χρόνο. Το υπόδειγμα του τεχνίτη του παρελθόντος μάς διδάσκει ένα σημαντικό πράγμα: την αίσθηση του χρόνου. Στους παλιούς καιρούς, για να γίνει κανείς μάστορας χρειαζόταν πολλά χρόνια».
- Μπορούμε όμως να το επιτρέψουμε αυτό; Οι τεχνολογίες έχουν κονιορτοποιήσει το χρόνο και η ταχύτητα της αγοράς επιβάλλει τους ρυθμούς της ακόμα και στην ανανέωση.
«Αυτό δεν είναι αληθινό. Ας εξετάσουμε την περίπτωση της Apple. Στην αρχή θεωρήθηκε μια οργάνωση αργή σε σύγκριση με τη Microsoft και επιπλέον απασχολούσε κατά κύριο λόγο σταθερή εργατική δύναμη. Μακροπρόθεσμα, καταδείχθηκε ότι είναι εκείνη μεταξύ των δύο που είναι σε θέση να επιβιώσει καλύτερα. Ενα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να μάθουμε είναι η συνεργασία. Η επαγγελματική κατάρτιση δεν είναι μια απομονωμένη δραστηριότητα, απαιτεί μοίρασμα των γνώσεων, ανταλλαγή αμοιβαίας κριτικής, συνεχή έλεγχο της προόδου. Στις τρέχουσες αξίες των επιχειρήσεων, αντίθετα, η συνεργασία αντιμετωπίζεται σαν ένα κατάλοιπο του παρελθόντος. Ναι, είναι αλήθεια, ο χρόνος και η συνεργασία είναι παραδοσιακές αξίες, αλλά μακροπρόθεσμα παράγουν αποτελέσματα, ιδίως αν ο στόχος που θέτουμε είναι η παραγωγή ποιοτικών αγαθών και υπηρεσιών, που δεν κατασκευάζονται στα γρήγορα, αλλά βασιζόμαστε στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων».
- Ποιο είναι, επομένως, το εργαστήρι του σήμερα;
«Είναι η μικρή επιχείρηση, η οποία γι' αυτό πρέπει να υποστηριχθεί ως μοντέλο και να υποβοηθηθεί ώστε να είναι σε θέση να επενδύει στα πρόσωπα. Σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο την ανάπτυξη και όχι την ευελιξία».
- Η ευτυχία στην εργασία είναι ένας άπιαστος στόχος για τα άτομα στην τωρινή οικονομική κατάσταση;
«Η ευτυχία δεν ξέρω. Προτιμώ να μιλώ για παροχή κινήτρων, που νομίζω γεννιούνται από το σεβασμό και, στα άτομα, από την επίγνωση της αξίας της εργασίας τους. Τα πρόσωπα που είναι προσανατολισμένα στο να αναπτύσσουν τις ικανότητές τους, ακόμα και όταν χάνουν τη θέση τους, είναι πιο ασφαλή, πιο ισχυρά στην αυτοεκτίμησή τους και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα σε μια περίοδο που μειώνονται η προστασία της εργασίας και η κοινωνική κινητικότητα».
- Είναι πιο σημαντικό το ταλέντο ή η τεχνική;
«Η τεχνική. Η ιδέα ότι λίγοι και εκλεκτοί είναι εξαιρετικά προικισμένοι αποκλείει τα περισσότερα πρόσωπα που εργάζονται, και αυτό είναι μια τρομερή σπατάλη ανθρώπινων πόρων (...)».
(Θανάσης Γιαλκέτσης, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9.10.2011)
978-960-9488-03-7
|

|
|
Επιμ. ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Στη μνήμη του Olivier Revault d'Allonnes
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογικό Σημείωμα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Β. Φιοραβάντες: Μοντέρνα αισθητική: Το πρόταγμα της απελευθέρωσης και τραγικότητα
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ
Γ. Λαζαράτος: Η τέχνη στην εποχή της παγκοσμιοποίησης: Η πολιτική της διάσταση
Α. Μαστρογιάννη: Η διαχρονικότητα του ιμπρεσιονισμού και η συμβολή του στη μοντέρνα τέχνη
Γ. Ζιώγας: Το τέλος μιας ουτοπίας; Η επιφάνεια της αφηρημένης ζωγραφικής το 2008
Ο. Σταθάτου: Σχετικά με την προτεραιότητα του Αντικειμένου
Α. Δήμου-Τζαβάρα: Καλλιτέχνημα, «αίτια» και τύχη
Δ. Τζωρτζόπουλος: Όψεις του αισθητικού στον Hegel
Φ. Νικολόπουλος: Ο σουρρεαλισμός και η ιδέα της κοινωνικής ανατροπής
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
Β. Φιοραβάντες: Σκεφτόμαστε σύμφωνα με τον Χάμπερμας ή σκεφτόμαστε ενάντια στον Χάμπερμας;
Γ. Α. Μεταξάς: Αισθητικός Πολιτισμός: Αναγκαιότητα ή Ουτοπία
Γ. Σταυριανός: Μετα-κατανάλωση και διαδικτυακή δημοκρατία
Α. Μαστρογιάννη: Ο μοντερνισμός και η κοινωνική σημασία της ουτοπικής και πραγματικής τέχνης ως καθοριστικοί παράγοντες στη δομή του πολιτισμού
Κ. Ευαγγελάτος: Δομικές και λειτουργικές θέσεις και αντιφάσεις της σύγχρονης εικαστικής έκφρασης, δράσης και επικοινωνίας. Η περίπτωση της mail art
Ε. Καλεράντε: Κριτική της παγκοσμιοποίησης: Σκέψεις για το εικονιστικό υλικό
Ι. Βαμβακίδου: Διάλογος με το έργο του Β. Φιοραβάντε, Θεωρία Πολιτισμού
Ν. Χιωτίνης: Η τέχνη, η φυσική και η εικόνα του κόσμου
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ, Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ.
Β. Φιοραβάντες: Η σημασία της δημιουργίας καλοκαιρινού σχολείου με θέμα: «Η φιλοσοφία στη Μεσόγειο»
Β. Γιαννακάκης: Σκέψεις για μία σύγχρονη ανοιχτή παιδεία
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Β. Φιοραβάντες: Κρίση της παγκοσμιοποίησης: προς την αποπαγκοσμιοποίηση? τέλος των διαμεσολαβήσεων;
ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΣΤΗ «ΛΟΒΟΤΟΜΗ» ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΕΙΡΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ -
Μέσα στην πνευματική στειρότητα της εποχής που διανύουμε, φαίνεται ότι πάντα υπάρχει η ελπίδα για κάτι διαφορετικό. Σαν όαση στη σύγχρονη έρημο της διαλεκτικής των αλγορίθμων, σαν κατάφυτο τροπικό νησί μέσα στον ωκεανό των χρηματοοικονομικών, ήρθε ένα νεωτερικό βιβλίο να εμπλουτίσει τις βιβλιοθήκες μας, αλλά κυρίως την ίδια τη ζωή και τη σκέψη μας. [.] Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων αναζητούν μία διέξοδο, έναν τρόπο να ανασυρθούν από τα συντρίμμια του οικοδομήματος των τελευταίων δεκαετιών, τον μετέωρο και έωλο πια ναό της θεοποίησης του κέρδους. - Ο Βασίλης Φιοραβάντες αφιερώνει το βιβλίο στη μνήμη του καθηγητή του, Olivier Revault d' Allonnes, ο οποίος ήταν ελληνικής καταγωγής (εγγονός του Ψυχάρη) και αφοσιωμένος στην Κριτική και την Αισθητική θεωρία. Έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να καθιερώσει την Αισθητική ως πανεπιστημιακό μάθημα, στην εγγενή απόπειρα να αποτρέψει αυτό που κάθε πνευματικός άνθρωπος διέβλεπε ότι θα συμβεί. Η γέννηση και η δημιουργία δηλαδή του αισθητικά και συναισθηματικά σύγχρονου «λοβοτομημένου» ανθρώπου, με επικυριαρχία του στείρου ορθολογικού λόγου και με κυριαρχία των αριθμών. Ο πρώην φοιτητής του και σημερινός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, αναφέρεται στο Σεμινάριο Αισθητικής που οργάνωνε ο καθηγητής του Olivier Revault d'Allonnes στη Σορβόννη κάθε Τετάρτη. Μέσα από το Σεμινάριο αναδύονταν η ελεύθερη σκέψη, ο ελεύθερος στοχασμός, η κατάργηση της από καθέδρας διδασκαλίας, με αναφορές στο σπάσιμο των ορίων της Τέχνης, της θεωρητικής του Μπένγιαμιν, της Σχολής της Φρανκφούρτης κ.ά. Σαν ατέρμονη πνευματική τροφή, οι συζητήσεις συνεχίζονταν σε καφενεία και φοιτητικά δωμάτια μέχρι τις πρωινές ώρες και θα ήταν ευτύχημα να φθάσουν και να προσεγγίσουν στην ίδια κατάσταση ξανά τις μέρες μας. - Το βιβλίο είναι μια συλλογική έκδοση που φιλοξενεί κεφάλαια γραμμένα από καθηγητές, καλλιτέχνες, ερευνητές, επικοινωνιολόγους και γενικά ανθρώπους που συμπάσχουν, που συμμετέχουν στη θεώρηση μιας άλλης πνευματικότητας, μιας άλλης πολιτισμικής κουλτούρας, μακράν της σημερινής άνευρης και αποκλειστικά υλιστικής ευημερίας και ευφορίας. Τα κεφάλαια αποτελούν φόρο τιμής στη χειραφέτηση του ανθρώπου, στην τετραπλή υπερβασιακή ανθρώπινη φύση. Στην Αισθητική ως αναγκαιότητα και καθόλου ως ουτοπία. Καλλιτέχνες αναφέρονται στην έναρξη της μορφικής εικόνας, για να φθάσουμε στην ανεικονική απεικόνιση, μέχρι και στη mail art. Η διεπιστημονικότητα προβάλλει σαν λύση αρχαίας τραγωδίας, της τραγωδίας της σύγχρονης ζωής. Η χαμπερμασιανή σκέψη και δράση πλαισιώνει τα ιδεολογήματα και μας στρέφει προς την υλοποίηση μέσα από τον Μοντερνισμό και την Κουλτούρα, σαν μετάλλαξη του σημερινού ανθρώπου, του περίφημου uncult τεχνοκράτη. - Ο Βασίλης Φιοραβάντες, χωρίς να αγνοήσει τον πνευματικό ομφάλιο λώρο που τον έθρεψε, προσφέρει σε όλους εμάς τους συγγραφείς μια μήτρα να εκφράσουμε την εσωτερικότητα, τη διανόηση και την αγωνία μας για την τύχη-ατυχία τού σύγχρονου ανθρώπου. Εν τέλει, σε έναν εκπληκτικό «Λόγο Μazore», προτείνει τη δημιουργία Θερινού Σχολείου Φιλοσοφίας στην Ελλάδα, για την ανάδυση της φιλοσοφικής σκέψης σε όλο της το εύρος των ρευμάτων και των τάσεών της στη Μεσόγειο. Δίνει έμφαση στην σημερινή ολοκληρωτικά αρνητική κατάσταση της αλλοτρίωσης, της πραγμοποίησης, χωρίς να ξεχνούμε την πλήρη κυριαρχία των Επενδυτικών Τραπεζών. Μας καλεί στην επανανθρωποποίηση του ανθρώπου, στην αποπαγκοσμιοποίηση. Τονίζει τις αντιστοιχίες της σημερινής πλανητικής κυριαρχίας με την ηγεμονία της αρχαίας Αθήνας, αλλά με την καταλυτική της διαφορετικότητα ως προς τη στήριξη των Γραμμάτων και των Τεχνών. Καταλήγει καλώντας μας στην Πρωτοσωκρατική Φιλοσοφία, τη φιλοσοφία χωρίς σύστημα και θεωρητικούς δογματικούς περιορισμούς, χωρίς αυστηρές πειθαρχίες: στην απορητική, τη μήτρα του διαλόγου και της διαλεκτικής. Μήπως καταφέρουμε και ευτυχήσουμε να μετατρέψουμε τις στρατιές των αριθμολογικά και ποσοτικά αρίστων σε στρατιές σκεπτόμενων. (Σοφία Αράβου-Παπαδάτου, Dr Κοινωνικής Ψυχολογίας. Οδοντίατρος MSc)
978-960-9488-09-9
|

|
|
Παναγιώτης Γούτας,
ΔΙΕΙΣΔΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
(Μελέτες, κριτικά δοκίμια και βιβλιοκρισίες 2003-2010)
Το βιβλίο αναφέρεται στη λογοτεχνική παραγωγή στην πόλη μας για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, στον χώρο της πεζογραφίας αλλά και της ποίησης, καθώς στις λογοτεχνικές τάσεις που κυριαρχούν σήμερα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σχεδόν όλα τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά ή ένθετα εφημερίδων της χώρας.
978-960-9488-15-0
|

|
|
ΑΡΗΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΖΗΣ (ΖΗΖΟΣ) ΧΑΡΑΤΣΑΡΗΣ.
ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΤΗΣ ΣΑΛΟΝΙΚΙΩΤΙΚΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
έκδοση εκτός εμπορίου
διατίθεται από τον συγγραφέα
τηλ. 23920-62271
978-960-9488-13-6
|
|
|
Μαρία Ιατρού,
Ο ΣΩΣΙΑΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ
Η Μαρία Ιατρού γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1957. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α. Π. Θ., από όπου έλαβε και το διδακτορικό της δίπλωμα υποβάλλοντας μια μονογραφία για τις διακειμενικές σχέσεις της ποιητικής συλλογής Η Εποχή των ισχνών αγελάδων του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Στα αυτόνομα δημοσιεύματά της ακόμη περιλαμβάνονται μια ανθολογία της ποίησης του Γιώργου Σαραντάρη με εισαγωγή για την υποδοχή του από τη λογοτεχνική κριτική και μια μονογραφία για το θέμα του ονείρου σε επιλεγμένα ποιήματα από τον Σολωμό έως τον Εμπειρίκο. Από το 2009 υπηρετεί ως επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Α. Π. Θ.
Στο «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» ένας νέος δολοφονείται από παρανόηση, επειδή μοιάζει καταπληκτικά με κάποιον άλλο. Ο φόνος αναπαράγεται κατοπτρικά στο τέλος της ιστορίας, πάλι βασισμένος σε παρανόηση. Πριν από τον φόνο αυτόν, ανάλογοι φόνοι (ή κατ' επίφαση φόνοι) διαπράττονται κατά συρροή σε άλλους τόπους, σε άλλα, ξενόγλωσσα κείμενα, σε συνδυασμό με ανάλογες παρεξηγήσεις, αντικαταστάσεις προσώπων, διχασμούς προσωπικοτήτων, κλεμμένες σκιές και χαμένα είδωλα. Όλος αυτός ο φασματικός κόσμος των αναδιπλασιασμών -εκτόνωση του άγχους που προκαλεί η επέλαση του βιομηχανικού εφιάλτη αλλά και η ανακάλυψη του ασυνείδητου- συνυπάρχει στις περισσότερες περιπτώσεις με τον θάνατο. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι και τα έξι διηγήματα του Βιζυηνού είναι μελέτες θανάτου, με εστίαση κάθε φορά σε διαφορετική δεσπόζουσα. Ακόμα και το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», όπου κανείς δεν πεθαίνει βιολογικά, υπαινίσσεται έναν συναισθηματικό θάνατο. Το συγκεκριμένο διήγημα, πάντως, ακολουθεί στερεοτυπικά τη σχετική παράδοση, υποβάλλοντάς την ταυτόχρονα σε επανεξέταση υπό την πίεση του ρεαλιστικού αιτήματος του καιρού του. Υπ' αυτές τις συνθήκες το θέμα του σωσία αξιοποιείται επιπλέον ως όργανο διερεύνησης του σπουδαιότερου (κατά πολλούς, του μοναδικού) θέματος της λογοτεχνίας, του θανάτου, ως ρητορικό στρατήγημα για την άρθρωση του ανείπωτου.
978-960-9488-11-2
|

|
|
ΛΙΟΥΙΣ ΜΑΜΦΟΡΝΤ,
Η Ουτοπία, οι δαίμονες της ψυχής και η προοπτική του ανθρώπου
Τα τέσσερα κείμενα που συγκεντρώσαμε εδώ είναι από τα τελευταία χρόνια της ζωής του αμερικανού οικουμενικού στοχαστή Λιούις Μάμφορντ (1895-1990), που τα κυριότερα έργα του είναι:
Η ιστορία των ουτοπιών
Τέχνη και τεχνική
Οι μεταμορφώσεις του ανθρώπου
και το δίτομο κύκνειο άσμα του Ο μύθος της μηχανής
(Α΄ Τεχνική και ανάπτυξη του ανθρώπου, Β΄ Το Πεντάγωνο της ισχύος).
Το πρώτο δημοσιεύθηκε το 1962 ως Νέος Πρόλογος στο βιβλίο του Η ιστορία των ουτοπιών και μιλάει για τα συναισθήματα που ένιωσε και τις σκέψεις που έκανε μελετώντας τις ουτοπίες.
Το δεύτερο πραγματεύεται τους δύο βασικούς ανατόμους της ανθρώπινης ψυχής, τον Ζίγκμουντ Φρόυντ και τον Καρλ Γιουνγκ, που οι δρόμοι τους κάποτε ενώθηκαν και κατόπιν οριστικά χώρισαν.
Στο τρίτο και στο τέταρτο κείμενο εκθέτει τις απόψεις του για τις προοπτικές που ανοίγονται στον άνθρωπο, έτσι όπως έχει οργανώσει τη ζωή του στον πολιτισμό μας.
978-960-9488-02-0
|

|
|
Εισαγωγή - Επιμέλεια: Μάριος Α. Πουρκός & Ελένη Κατσαρού
ΒΙΩΜΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ:
ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ,
ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΓΝΩΣΗ
Τα 35 κεφάλαια του συλλογικού βιβλίου αποτελούν μια εισαγωγή στη σύγχρονη θεωρία και έρευνα σχετικά με τα ζητήματα του βιώματος, της μεταφοράς και της πολυτροπικότητας (η μίξη ή η οργανική σύνθεση πολλών τρόπων, όπως των λέξεων με τον ήχο και τη μουσική, με την ακίνητη και την κινούμενη εικόνα κ.ά.). Ταυτόχρονα, γίνεται μια προσπάθεια πλαισιοθέτησης αυτών των εννοιών στο ευρύτερο πλαίσιο των κοινωνικών, πολιτικών, πολιτισμικών και τεχνολογικών αλλαγών που λαμβάνουν χώρα στη σύγχρονη κοινωνία. Συζητώντας κριτικά τους περιορισμούς των παραδοσιακών πλέον μονοτροπικών κειμένων (που βασίζονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο), το βιβλίο αποσκοπεί ν' αναπτύξει ένα βασικό πλαίσιο προβληματισμού και διαλόγου σχετικά με τις δυνατότητες, τα όρια, τις προσεγγίσεις και τις εφαρμογές του βιώματος, της μεταφοράς και της πολυτροπικότητας στις διαδικασίες επικοινωνίας, εκπαίδευσης, μάθησης και γνώσης. Το βιβλίο ενημερώνει τον αναγνώστη και σχετικά με το εύρος της έρευνας που γίνεται σήμερα για τους «νέους γραμματισμούς» ή «πολυγραμματισμούς» και για τη νέα στροφή ή παράδειγμα που αναπτύσσεται σ' αυτό το πεδίο. Ευαισθητοποιεί, επίσης, τον αναγνώστη απέναντι στις εφαρμογές και τη σημασία ή σπουδαιότητα που έχουν οι έννοιες του βιώματος, της μεταφοράς και της πολυτροπικότητας στις επιστήμες της αγωγής, την Ψυχολογία, την επιστημολογία, την μεθοδολογία, την τέχνη (λογοτεχνία, ζωγραφική, μουσική, θέατρο, κινηματογράφο, αρχιτεκτονική κ.ά.), τη διαφήμιση, τις εναλλακτικές ψυχοπαιδαγωγικές προσεγγίσεις στα Μ.Μ.Ε. και στις νέες τεχνολογίες της πληροφορίας και επικοινωνίας.
Το βιβλίο μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές και νέους ερευνητές.
Συγγραφείς του τόμου:
Βασίλης Αλεξίου - Αναστασία Αλευριάδου - Λίνα Π. Βαλσαμίδου - Ιφιγένεια Βαμβακίδου - Ελευθέριος Βεκρής - Βασιλική Βέμη - Αθηνά Γελαδάρη - Μαρία Γιαννουδάκη - Σοφία Γκόρια - Νικόλαος Γραίκος - Μανόλης Δαφέρμος - Μαρίνα Δεδούλη - Παρασκευή Δεληκάρη - Κατερίνα Δημητριάδου - Πιπίνη Ελευθερίου - Μαρία Θεοδωρακάκου - Θεοδώρα Κάββουρα-Σισσούρα - Παναγιώτης Α. Κανελλόπουλος - Παναγιώτα Καραγιάννη - Ηλίας Καρασαββίδης - Ελένη Κατσαρού - Μαρία Κεραμυδά - Σπύρος Κιοσσές - Μαριάννα Κονδύλη - Δημήτρης Κουτσογιάννης - Βασιλική Κουτσουσίμου-Τσίνογλου - Αργύρης Κυρίδης - Ιωάννης Μαρμαρινός - Αικατερίνη Μιχαλοπούλου - Δημήτριος Μπέσσας - Αλέξης Μπράιλας - Λίζα Παΐζη - Μαρία Παπαδοπούλου - Γιώργος Παπακωνσταντίνου - Μαρίτα Παπαρούση - ¶ννα Παρασκευαϊδη - Σπύρος Πετρίτης - Δημήτρης Προύσαλης - Μάριος A. Πουρκός - Εύη Σαμσαρέλου - Brett M. Smith - Andrew C. Sparkes - Δέσποινα Σταματοπούλου - Αναστασία Γ. Στάμου - Kazuyuki Takata - Κοσμάς Τουλούμης - Μαρία Τρoύλλου - Τασούλα Τσιλιμένη - ¶ννα Φτερνιάτη - Σωφρόνης Χατζησαββίδης.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
εισαγωγή
ΜΕΡΟΣ Ι
ΒΙΩΜΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
1. ΒΙΩΜΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ: ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ, ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ (Μάριος Α. Πουρκός)
2. Η ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΓΓΡΑΜΜΑΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ: ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΟΡΦΗ ΛΟΓΟΥ (Σωφρόνης Χατζησαββίδης)
3. ΔΥΝΗΤΙΚΑ ΒΙΩΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΔΥΝΗΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ: ΒΙΩΜΑΤΑ ΣΤΟ FACEBOOK vs. ΒΙΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ (Αλέξης Μπράιλας)
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
ΒΙΩΜΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ:
ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
4. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΘΗΣΙΑΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ, ΕΥΡΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΙΚΗ-ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΨΥΧΟΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ (Μάριος Α. Πουρκός)
5. ΟΠΤΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑ: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΩΝ ΜΗ-ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ (Δέσποινα Σταματοπούλου)
6. ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ (Βασίλης Αλεξίου & Παναγιώτα Καραγιάννη)
7. ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ: ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ (Μανόλης Δαφέρμος)
8. METAPHOR AND ITS CONNECTIONS IN THE NARRATIVE RECONSTRUCTION OF BODY-SELVES FOLLOWING DISRUPTIVE LIFE-CHANGING EVENTS (Andrew C. Sparkes & Brett Smith)
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
ΒΙΩΜΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ-ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ
ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ
.9
H ΟΝΟΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΓΡΑΠΤΑ: ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ (Λίζα Παϊζη & Μαριάννα Κονδύλη)
10. GRAMMATICAL COMPETENCE OF NON-NATIVE SPEAKERS IN EMPLOYMENT INTERVIEWS (Kazuyuki Takata)
ΜΕΡΟΣ ΙV
ΒΙΩΜΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ
11. ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΑΞΙΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ, «ΜΟΝΤΑΖ») (Μαρίτα Παπαρούση, Τασούλα Τσιλιμένη & Σπύρος Κιοσσές)
12. ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ ΣΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ «Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ»: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ (Παρασκευή Δεληκάρη)
13. ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΡΟΜΟΥ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑΣ (Σπύρος Πετρίτης)
14. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ: ΜΙΑ ΔΙΑΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΦΗΓΗΤΗ-ΠΑΡΑΜΥΘΑ (Δημήτρης Προύσαλης)
15. ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΩΝ ΒΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΙΣΙΩΣΗ - ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΠΑΝΩ ΣΕ ΕΝΑ ΜΟΥΣΙΚΟ-ΟΠΤΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ (Παναγιώτης Α. Κανελλόπουλος & Γιώργος Παπακωνσταντίνου)
ΜΕΡΟΣ V
ΤΟ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΙΧΝΟΓΡΑΦΗΜΑ)
ΩΣ ΜΕΘΟΔΟΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
16. ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΦΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ (Μαρία Τρούλλου & Δημήτριος Μπέσσας)
17.
«ΖΩΓΡΑΦΙΣΕ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ»: ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΧΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ (Αναστασία Γ. Στάμου, Αναστασία Αλευριάδου & Πιπίνη Ελευθερίου)
18. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΜΕΛΛΟΝΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ - ΟΠΩΣ ΑΝΑΔΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (ΠΡΟΒΟΛΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟ) (Μαρίνα Δεδούλη)
ΜΕΡΟΣ VI
ΒΙΩΜΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ, ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ KAI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΕΝΤΥΠΟ ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ
19. ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΛΟΓΟΥ (Βασιλική Κουτσουσίμου-Τσίνογλου & Μαρία Παπαδοπούλου)
20. ΤΙΤΛΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ: ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΑ ΥΠΟΝΟΗΜΑΤΑ (Μαρία Γιαννουδάκη)
21.
Η ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ (Λίνα Π. Βαλσαμίδου, Αργύρης Κυρίδης & Ιφιγένεια Βαμβακίδου)
ΜΕΡΟΣ VII
ΠΟΛΥΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ
22.
ΠΟΛΥΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ: ΔΥΟ ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΑΓΩΓΕΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ (Ελένη Κατσαρού)
23.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΑΡΑΓΟΜΕΝΟΥ ΜΑΘΗΤΙΚΟΥ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (Νικόλαος Γραίκος)
24. ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΧΑΡΤΩΝ (Σοφία Γκόρια & Μαρία Παπαδοπούλου)
25. ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ-ΔΡΑΣΗ: Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (Κατερίνα Δημητριάδου & Αθηνά Γελαδάρη)
26. «ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ» ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ - ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΡΓΩΝ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ (Αικατερίνη Μιχαλοπούλου)
27. ΜΙΑ ΜΟΥΣΕΙΟΣΚΕΥΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟΛΙΘΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ: ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ (Ευανθία Σαμσαρέλου & Βασιλική Βέμη)
28. Ο ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (Κοσμάς Τουλούμης)
29. ΠΤΥΧΕΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΥ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (Ηλίας Καρασαββίδης & Μαρία Θεοδωρακάκου)
ΜΕΡΟΣ VIII
Η ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ
30. ΛΟΓΟΙ, ΜΑΚΡΟΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΛΑΙΣΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ν.ε. ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ (Δημήτρης Κουτσογιάννης)
31.
Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΣΤΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ (Λευτέρης Βεκρής)
32. Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ (¶ννα Παρασκευαΐδη)
33. ΤΑ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ (¶ννα Φτερνιάτη)
34. ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΚΕΨΗ (Βασιλική Θεοδώρα Κάβουρα-Σίσσουρα)
35. ΤΑ Μ.Μ.Ε. ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΗΝ Α΄ ΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ (Μαρία Κεραμυδά & Αργύρης Κυρίδης)
978-960-9488-06-8
|

|
|
Ζακ Ελλύλ,
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
Ο γάλλος στοχαστής Ζακ Ελλύλ (1912-1994) είναι γνωστός για το έργο του, που πραγματεύεται την τεχνική (τεχνολογία) και την καθοριστική της επιρροή στον σύγχρονο κόσμο.
Αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο του που εκδίδεται από τις «Νησίδες». Προηγήθηκαν:
Οι διάδοχοι του Μαρξ
Μεταμόρφωση του αστού
Αναρχία και χριστιανισμός.
Εδώ πραγματεύεται το ζήτημα της πολιτικοποίησης του σύγχρονου ανθρώπου (δηλαδή, τη σχέση του με την πολιτική: συμμετέχει ή όχι, πιστεύει σ' αυτήν ή όχι κτλ.). Επεκτείνεται και εξετάζει κατά πόσον η πολιτική μπορεί να δώσει λύση στα προβλήματά μας. Μελετά το σύγχρονο κράτος, έναν γραφειοκρατικό οργανισμό που λειτουργεί με ιδιαίτερο τρόπο και εν μέρει μόνο επηρεάζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση και τις εντολές της. Προσπαθεί να εξηγήσει γιατί και πώς γίνεται αυτό.
Επιχειρεί να περιγράψει τη θέση του ανθρώπου σήμερα μέσα σε μια πραγματικότητα που καθορίζεται από τη μεγάλη διόγκωση του κρατικού μηχανισμού, αλλά και από τη διεθνοποίηση των οικονομικών φαινομένων. Και, βέβαια, από τον καθοριστικό ρόλο της τεχνικής (τεχνολογίας).
978-960-8263-95-6
|

|
|
Κώστας Ν. Στρατηλάτης,
Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΝΤ ΣΗΜΕΡΑ.
ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Οι σχέσεις κυριαρχίας που εγκαθιδρύονται στο πλαίσιο των αστικών θεσμών εγγυώνται, βέβαια, ότι αυτοί δεν πρόκειται να καταρρεύσουν με την πρώτη διανεμητική αστοχία τους. Ωστόσο, όταν η κυριαρχία λάβει τον χαρακτήρα άκριτης επιβολής, όπως συμβαίνει σήμερα, όταν δηλαδή οι θεσμοί παύουν να ευνοούν σχέσεις δικαιικής αμοιβαιότητας και στηρίζονται πλέον αποκλειστικά στην κάθετη ιεραρχική σχέση μεταξύ κυβερνώντων και υπηκόων, τότε τίποτα δεν μπορεί ν' αποκλείσει ενεργοποίηση της οικονομικής αντινομίας του δικαίου, όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων που λανθάνουν σ' αυτήν και, τελικά, δυναμική επανεμφάνιση της συντακτικής εξουσίας. Σε τέτοιες συνθήκες, η ρητορική επίκληση του κοινωνικού συμβολαίου ή και της λαϊκής κυριαρχίας εκ μέρους των κυβερνώντων δεν είναι αρκετή για ν' αναστείλει τη θεμελιακή κίνηση θεσμικής ανασυγκρότησης, το έργο της συντακτικής εξουσίας.
Στο ανά χείρας έργο ο Κώστας Ν. Στρατηλάτης επιχειρεί ν' ανασκευάσει σειρά διαδεδομένων αλλά εσφαλμένων πεποιθήσεων σχετικά με την πολιτική σκέψη του σημαντικότερου ίσως φιλοσόφου του Διαφωτισμού, του Ιμμάνουελ Καντ. Εστιάζοντας στα πολιτικά δοκίμια του Καντ, ο συγγραφέας αμφισβητεί τον κομβικό χαρακτήρα εννοιών όπως το «κοινωνικό συμβόλαιο» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Τα θεμέλια του δικαίου και της πολιτείας εντοπίζονται σε σειρά επιχειρημάτων και αρχών, όπως η καταστατική διασύνδεση μεταξύ δικαίου και καταναγκασμού, η «βασική αντινομία του δικαίου» και η «βιοτική ανεξαρτησία» του πολίτη, των οποίων συνδετικός ιστός είναι το ιστορικό φορτίο και το κοινωνικό ενδιαφέρον των «πρώτων αρχών» του έλλογου δικαίου. Μ' αυτόν τον τρόπο, ο συγγραφέας επιχειρεί να εντοπίσει τις ιστορικο-φιλοσοφικές διόδους που οδηγούν στο έργο του Χέγκελ και στην κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας εκ μέρους του Μαρξ. Οι ερμηνείες του έργου του Καντ δεν προσανατολίζονται σε αποκάλυψη του αυθεντικού νοήματος του κειμένου (διότι, κατά πεποίθηση του συγγραφέα, η αυθεντικότητα της ερμηνείας συνιστά υπόθεση απλώς επιστημική, επικίνδυνη όταν καθίσταται δόγμα και αυτοσκοπός). Κύρια μέριμνα του συγγραφέα είναι να ρίξει φως σε παραμελημένες πτυχές της καντιανής πολιτικής θεωρίας, με το βλέμμα στραμμένο στις ιδεολογικο-πολιτικές περιστάσεις της δικής μας εποχής και στα διάφορα ιδεολογήματα που την διατρέχουν, όπως της «συναίνεσης» ή του «τέλους της ιστορίας».
Ο Κώστας Ν. Στρατηλάτης γεννήθηκε στο Παγγαίο Καβάλας το 1976. Σπούδασε νομικά και πολιτική θεωρία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο London School of Economics and Political Science. Είναι διδάκτωρ συνταγματικού δικαίου του Τμήματος Νομικής του Α.Π.Θ. και έχει δημοσιεύσει μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά, ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα. Από τις εκδόσεις Σάκκουλα κυκλοφορεί το έργο του Συντάσσοντας το δικαίωμα στη δημόσια ηλεκτρονική επικοινωνία: Μαζική Επικοινωνία, Ελευθερία και Δημοκρατία στην Πληροφοριακή Εποχή (Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006). Τα τελευταία χρόνια έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον του σε ζητήματα πολιτειολογίας, φιλοσοφίας του δικαίου και ιστορίας των ιδεών.
978-960-9488-04-4
|

|
|
Δημήτρης Κόκορης,
«ΛΟΓΟΣ ΓΥΜΝΟΣ»
Εισαγωγή στο έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Ο Δημήτρης Κόκορης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1963. Από το 1991 ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλολογία και ειδικεύτηκε στη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας (δ.φ.). Ως ειδικός επιστήμονας των Τμημάτων Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικής και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δίδαξε επί σειρά ετών νεοελληνική φιλολογία. Συμμετέσχε ως εισηγητής σε επιστημονικά συνέδρια και έχει δημοσιεύσει μελετήματα και βιβλιοκρισίες. Βιβλία του : Όψεις των σχέσεων της Αριστεράς με τη λογοτεχνία στο Μεσοπόλεμο, 1927-1936 (Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999), εισαγωγή και επιλογή κειμένων του τόμου Για τον Χριστιανόπουλο. Κριτικά κείμενα για την ποίησή του (Λευκωσία, Εκδόσεις Αιγαίον, 2003), «Μια φωτιά. Η ποίηση». Σχόλια στο έργο του Γιάννη Ρίτσου (Αθήνα, Εκδόσεις Σοκόλη, 2003), Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση (Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Νησίδες, 2006), Μεταφρασμένη ποίηση. Διδακτικές και κριτικές προτάσεις (Θεσσαλονίκη, Εργαστήριο Συγκριτικής Γραμματολογίας του Α.Π.Θ. και Εκδόσεις Σφακιανάκη, 2007), εισαγωγή και επιλογή κριτικών κειμένων του τόμου Εισαγωγή στην ποίηση του Ρίτσου (Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2009).
Το εκτόπισμα της λογοτεχνικής και, γενικότερα, πνευματικής παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο μεταπολεμικό πολιτισμικό πεδίο είναι μεγάλο: ο Χριστιανόπουλος υπήρξε από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού, προσέχτηκε ως πεζογράφος, ως κριτικός και ως φιλόλογος, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική δεν εξοβελίστηκαν από την άλω της δραστηριότητάς του και, επιπρόσθετα, η Διαγώνιος -το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε από το 1958 έως το 1983- διαμόρφωνε αλλά και καθρέφτιζε σημαντικές καλλιτεχνικές προτάσεις και εξελίξεις, ενώ υπήρξε χώρος έκφρασης και φυτώριο άνθισης ποιητών, πεζογράφων, κριτικών και φιλολόγων. Η όλη πορεία του Χριστιανόπουλου υποβάλλει και μία συγκεκριμένη καλλιτεχνική και ιδεολογική πρακτική που βαθμιαία διαμορφώθηκε σε βιοθεωρία: εκδίωξη της λογοτεχνικής πόζας, επιδίωξη της έσχατης λεκτικής λιτότητας ως απεικάσματος της απλότητας σε κάθε πτυχή του βίου, προσπάθεια για ψηλάφηση του βιωματικού πυρήνα, αγάπη για το λαϊκό, το αφτιασίδωτο και γνήσιο, τόσο ως εν δυνάμει καλλιτεχνική μορφή όσο και ως ιδεολογικό περιεχόμενο. «Λόγος γυμνός», λοιπόν, υποβλητικός και δραστικός, δηκτικός, σαρκαστικός και ενίοτε αυτοσαρκαστικός, που διερευνά απογυμνωμένος το βίωμα και δεν χαρίζεται σε κανέναν, γι' αυτό και μερικές φορές πέφτει στην υπερβολή ή και στην αδικία. Ο απογυμνωμένος από κάθε λογής στολίσματα λόγος θεωρείται αρετή και τόλμη από τον Χριστιανόπουλο. δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση «λόγος γυμνός» αντλήθηκε από το κριτικό του δοκίμιο για την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, στο οποίο ο απογυμνωμένος, ειλικρινής και δραστικός λόγος του ποιητικού ρεαλισμού θεωρείται «κουβέντα ανθρώπινη [.] απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει».
Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα η θεωρητική πλευρά της ζωής -και της λογοτεχνίας ακόμη λιγότερο. Ελάχιστες είναι οι φορές -το ομολογώ- που κάποιο φιλολογικό βιβλίο ή μελέτη με έχει συγκινήσει ή έστω με έχει βοηθήσει να κατανοήσω καλύτερα ή βαθύτερα ένα λογοτεχνικό έργο. Για ποιο λόγο λοιπόν γράφω για ένα βιβλίο που μας εισάγει στο έργο ενός ποιητή; Ο λόγος είναι πρώτα απ' όλα ο ποιητής...
Υπάρχουν ποιητές που μας αρέσουν. Και υπάρχουν ποιητές που ριζώνουν μέσα μας και τα λόγια τους ζυμώνονται με τη ζωή μας. Για μένα αυτός ο ποιητής είναι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Το ομολογώ κι αυτό: όλο και λιγότερο διαβάζω ποίηση όσο περνούν τα χρόνια. Όπως και με τη μουσική, έχω τους δικούς μου ήρωες, δύσκολα ψάχνω για καινούργιους. Προτιμώ να διαβάζω αυτούς που αγαπάω περισσότερο και παρακολουθώ, είναι σχεδόν εμμονή, ό,τι έχει σχέση με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Έτσι λοιπόν, καταλήγω επιτέλους, δεν μπορούσα να μην διαβάσω το βιβλίο του Δημήτρη Κόκορη «Λόγος γυμνός», που είναι μια εισαγωγή στο έργο του ποιητή Χριστιανόπουλου -και κάτι πολύ περισσότερο, θα πρόσθετα ευθύς εξ αρχής. Είναι ένα έξοχο βιβλίο που φωτίζει κάθε πλευρά του έργου του Ντίνου Χριστιανόπουλου ξεκινώντας από τα βασικά (βιογραφία, εργογραφία, λογοτεχνική πορεία) και περνάει σε πιο αναλυτική παρουσίαση των εκδόσεων των ποιημάτων του, που έχουν υποστεί από τον ίδιο τον ποιητή αλλαγές, αφαιρέσεις, ενοποιήσεις, αναθεωρήσεις και συμπληρώματα. Εκεί θα διαβάσουμε, για να πάρετε μια ιδέα, ανάμεσα στα άλλα, και την πρώτη κριτική στον 19χρονο ποιητή (για την συλλογή του, Η εποχή των ισχνών αγελάδων, του 1950) γραμμένη από τον 25χρονο και καταδικασμένο τότε σε θάνατο, έγκλειστο στις φυλακές Επταπυργίου, Μανόλη Αναγνωστάκη. Πέρα όμως από το ποιητικό έργο του Χριστιανόπουλου, που μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέσα από το βιβλίο, η εξαιρετική εργασία του Δ. Κόκορη ασχολείται και με τις μεταφράσεις του ποιητή, με τα κριτικά του σημειώματα, τις φιλολογικές του μελέτες, με την πολύ σημαντική σχέση που είχε το έργο του με τη μουσική και το τραγούδι και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στο περιοδικό «Διαγώνιος», μια καλλιτεχνική φωλιά που σφράγισε την πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης για περισσότερα από 25 χρόνια.
Αυτά περιέχει το βιβλίο, πολύ επιγραμματικά. Η ουσία της προσφοράς του όμως βρίσκεται πέρα από τη συγκεκριμένη θεματική, απαραίτητη σε όποιον θέλει να γνωρίσει το έργο του Χριστιανόπουλου. Η ουσία είναι ότι με λόγια απλά, με ειλικρίνεια, με αγάπη και με απίστευτη δουλειά, εννοείται, ο Δημήτρης Κόκορης, σχηματίζει το πολύχρωμο και πολύτροπο παζλ του έργου ενός από τους σημαντικότερους εν ζωή πνευματικούς ανθρώπους που διαθέτουμε ως χώρα. Χωρίς να καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς, χωρίς να παρεκκλίνει περιγράφοντας ή ακόμη περισσότερο να εμπλέκεται σε, φιλολογικές διαμάχες, λογοτεχνικές εχθροπραξίες και αφορισμούς (που, δόξα τω Θεώ, δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή και το έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου) στοχεύει μόνο στο να μεταδώσει τη γνώση που έχει αποκτήσει μελετώντας σε βάθος την ποιητική του Χριστιανόπουλου. Γι' αυτό και το βιβλίο του σε παίρνει από το χέρι, σου μιλάει απλά και όμορφα (πετυχαίνοντας το σχεδόν ακατόρθωτο για μια τέτοιου είδους σύνθετη εργασία: να είναι όχι μόνο ευκολοδιάβαστη αλλά συναρπαστική) για το έργο ενός μεγάλου ποιητή και σε κάνει να καταλάβεις για ποιους ακριβώς λόγους είναι τόσο σημαντικός. Λόγος γυμνός, ονομάζεται το βιβλίο, και, όπως εξηγεί στην εισαγωγή του ο συγγραφέας, ο τίτλος αποδίδει όλη την πορεία του Χριστιανόπουλου που διαμορφώθηκε σε βιοθεωρία που την χαρακτηρίζουν: «.εκδίωξη της λογοτεχνικής πόζας, επιδίωξη της έσχατης λεκτικής λιτότητας, (.) αγάπη για το λαϊκό, το αφτιασίδωτο, το γνήσιο». Ε, σε αυτές ακριβώς τις μεγάλες αρετές που χαρακτηρίζουν τον ποιητή βασίστηκε και η πορεία του Δ. Κόκορη στην ιχνηλάτηση της ποιητικής του Χριστιανόπουλου. Γι' αυτό και με ανάγκασε, για πρώτη και τελευταία μάλλον φορά, να γράψω για ένα βιβλίο που ασχολείται με την φιλολογική πλευρά της ποίησης.
Γρηγόρης Παπαδογιάννης
Σπανίως διαβάζω επιστημονικές μελέτες με λογοτεχνικές αξιώσεις και ακόμη σπανιότερα (για να μην πω «ποτέ») διαβάζω μελετήματα με σοφά οργανωμένες ρυθμικές θεματικές επαναλήψεις, όπως το leit-motif της όπερας. Τι εννοώ: εγκιβωτισμένα στο απόλυτης (μη παρεκκλίνουσας) μεθοδολογίας κείμενο είναι συμπερασματικά χωρία που επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσια από κεφάλαιο σε κεφάλαιο (αν όχι και στο ίδιο κεφάλαιο). Σαν να προσπαθεί ο συγγραφέας του πονήματος να μας πείσει για την αμεροληψία του ή να συμπαρασύρει τον αναγνώστη στον ενθουσιασμό του για τον μελετώμενο λογοτέχνη. Και το επιτυγχάνει, αφού δεν πρόκειται απλώς για μια εισαγωγή στο έργο ενός από τους σημαντικότερους ζώντες ποιητές, αλλά αποτελεί και φόρο τιμής σε έναν αυθεντικό άνθρωπο, πράξη αγάπης που απευθύνεται -όχι μόνο στον πρωτότυπο δημιουργό, αλλά και- στον γοητευτικό «συνολικό» καλλιτέχνη, που αντιμετωπίζει την ίδια τη ζωή του ως έργο Τέχνης (Gesamtkunstwerk) και κατέχει τον τρόπο να μπαίνει στις καρδιές των αγνών, απλών ανθρώπων, είτε μέσα από τα λακωνικά, καίρια ποιήματά του είτε μέσα από τα ρεαλιστικής καθαρότητας μικρά πεζά του είτε ακόμα και με τους στίχους του που μελοποιήθηκαν (κάποιοι από τον ίδιον) είτε με τα δοκίμια, με τις βιβλιοκριτικές, με τις φιλολογικές μελέτες, με τις συνεντεύξεις του, με την όλη παρουσία του σε αυτό που λέμε πνευματική ζωή αυτού του πολύπαθου τόπου. Εχει πολύ συναίσθημα ο στοχασμός του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ενός αμιγώς (;) αυτοβιογραφικού και αυτοβιογραφούμενου λογοτέχνη. Ετσι, και ο μελετητής, που τον γνωρίζει (ως φαίνεται) εκ του σύνεγγυς, παρασύρεται κι αυτός και μιλάει «με το χέρι στην καρδιά», χωρίς την αποστασιοποιημένη ψυχρότητα των καθεστωτικών (και κατεστημένων) φιλολόγων. Αξίζει να το διαβάσετε, με τον ευθύ τρόπο της κυριολεξίας, αλλά και «λοξά», ρίχνοντας πλάγια βλέμματα κάτω από τις γραμμές και ανάμεσα στις λέξεις, εκεί όπου ανθεί ένα άλλο υπο-κείμενο (subtext ή sous-texte, για τους γαλλομαθείς). Κρίνετε ίνα κριθήτε. Ομως η ουσία παραμένει μία: ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι σημαντικό κεφάλαιο στα ελληνικά γράμματα. Ας κρατήσει ακόμα πολλές δεκαετίες.
(Κωνσταντίνος Μπούρας, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 28.5.2011).
Το βιβλίο του Δημήτρη Κόκορη αποτελεί, στο αυστηρό πλαίσιο που προσδιορίζει και ο υπότιτλος, μία από τις πιο τεκμηριωμένες και συστηματικές σπουδές που έχουν γραφεί ώς σήμερα για το έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ο τίτλος του βιβλίου υποδηλώνει το βασικότερο ίσως χαρακτηριστικό της ποίησης του Χριστιανόπουλου: ένα λόγο γυμνό από κάθε τι που τείνει να ακυρώσει τη δραστικότητα του άμεσου, του καίριου και του ρεαλιστικού. - Ο Δ. Κόκορης επεξεργάστηκε ξανά τα κείμενα που δημοσίευσε κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα. Στο αναμορφωμένο αυτό υλικό προστέθηκαν κι άλλα σημεία, τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Στα τέσσερα κεφάλαια από τα οποία συγκροτείται το βιβλίο ο αναγνώστης παρακολουθεί τη λογοτεχνική πορεία του Χριστιανόπουλου και τις συνιστώσες του έργου του (ποίηση, αφηγηματική πεζογραφία, λογοτεχνική μετάφραση), τον ρόλο της μουσικής στις λογοτεχνικές αναζητήσεις και εμπνεύσεις του, την κριτική και φιλολογική του προσφορά. Σημειώνεται, τέλος, η εργογραφία του κατά την περίοδο 1947-2010. - Ειδικότερα, ο Κόκορης μελετά ποιήματα και κείμενα του Χριστιανόπουλου τα οποία χαρακτηρίζουν την ώς σήμερα πορεία του, δηλώνονται μεθοδικά και περιεκτικά τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του δημιουργού, εντασσόμενα σε γραμμικό χρονικό πλαίσιο, προσδιορίζονται συγκριτικά και εύστοχα οι «διαφοροποιήσεις» της γραφής του κατά τα στάδια της εξελικτικής του πορείας (και ερμηνεύονται οι συγκεκριμένες επιλογές). Το σώμα του βιβλίου εμπλουτίζεται με αποσπάσματα από μελέτες και κείμενα που κατά καιρούς έχουν δημοσιευθεί, για να φωτίσουν ακόμη περισσότερο το έργο του ποιητή, παρατίθενται σημειώσεις και βιβλιογραφία, ενώ υπό τη μορφή παραρτήματος εξετάζεται η παρουσία του περιοδικού Διαγώνιος στην πνευματική ζωή. - Το βιβλίο συναριθμείται, εκτός των άλλων, για την πληρότητα και τη συμβολή του, με τα κορυφαία φιλολογικά και κριτικά κείμενα που έχουν γραφεί για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, το κλίμα της οποίας αναδύεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, αποτελεί όμως και πολύ σημαντικό εγχειρίδιο-κατάθεση για την πρόσληψη του έργου του Ντίνου Χριστιανόπουλου. - (Ζαχαρίας Κατσακός, περιοδικό Κουκούτσι, τχ. 4, 2011, σ. 182-183)
Ο τίτλος του βιβλίου Λόγος Γυμνός του Δημήτρη Κόκορη, εκλεγμένου επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ. στο γνωστικό αντικείμενο «Νεοελληνική σκέψη: φιλολογικές και φιλοσοφικές διαστάσεις», δικαιολογεί και στηρίζει για μια ακόμη φορά την ενασχόλησή του με τον ποιητικό ρεαλισμό. Κρατώντας πάντως το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, κι ενώ ο τίτλος στοχεύει εμφανώς στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο (από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού, όπως σωστά αναφέρει ο Κόκορης στον πρόλογο), επιπρόσθετα και στη Διαγώνιο, «το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε από το 1958 έως το 1983», προσπαθούσα να εντοπίσω σε ποια σημεία συμπίπτουν ο γυμνός λόγος του ποιητή με του μελετητή και φιλολόγου. Μου δίδονται όλα τα στοιχεία και καταλαβαίνω τη θέλξη του μελετητή προς τη λιτή και αυστηρή ποιητική με την αισώπεια χροιά των εξωφιλολογικών περιοχών της ζωής και των κοινωνικών της αντιφάσεων, του κ. Χριστιανόπουλου. ¶λλωστε, οι παλιοί ρωτούσαν εύστοχα: «ποιος υποκαθιστά τη φιλολογία όταν είναι μια παράδοση υπερπροσωπική;» - Αν επιχειρήσω λοιπόν με τη σημερινή μόδα να ενώσω ή να διαχωρίσω την ποιητική θεωρία της λογοτεχνίας από την κριτική, την αξιολόγηση από την έρευνα, και την ιστορία της λογοτεχνίας με τους επιμέρους ορισμούς όπου ο τόπος και η δυναμική της λογοτεχνίας ενεργεί με σταθερές κατευθύνσεις, θα ήταν σα να προσέγγιζα τα πράγματα κάτω από ένα πιθανό πρίσμα γενεσιουργών αιτίων ή κάτω από το ενδεχόμενο νόημά τους. Και προκειμένου για την ποίηση του κ. Χριστιανόπουλου αυτό θα μου φαινόταν ανόητο - το λιγότερο. Σωστός λοιπόν ο δομικός χωρισμός των τεσσάρων κεφαλαίων του βιβλίου, απόλυτα ξεκάθαρα πράγματα. Στο πρώτο «αναδιφώνται» (μου αρέσει η παραπομπή στη λέξη «αναδίφηση») η λογοτεχνική πορεία του κ. Χριστιανόπουλου και οι εκφάνσεις της (ποίηση, αφηγηματική πεζογραφία, λογοτεχνική μετάφραση, όπου το κεφάλαιο εμπλουτίζεται με οκτώ μελετήματα τα οποία φωτίζουν αυτή τη λογοτεχνική πορεία). Στο δεύτερο διερευνάται ο ρόλος της μουσικής στο έργο του κ. Χριστιανόπουλου, στο τρίτο η φιλολογική και κριτική παρουσία του (συγκεκριμενοποιείται με τη μελέτη για την ποίηση της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο 1860-1912), και στο τέταρτο κεφάλαιο βιβλιογραφούνται τα βιβλία και τα ανάτυπά του που εκδόθηκαν από το 1947 έως το 2010. - Ο φαινομενικά γυμνός λόγος του Δημήτρη Κόκορη, ως προς τον γυμνό λόγο του κ. Χριστιανόπουλου, είναι εξελισσόμενος λόγος στο όλο έργο του ποιητή. Είναι προς τιμήν του ότι δε χειρίζεται την παρουσία του ποιητή, τη δουλειά του, το ιδιόμορφο και άκρως καλλιτεχνικό τεατράλ του που είναι η «εκδίωξη κάθε λογοτεχνικής πόζας», την τολμηρότητά του, την τραχύτητά του μερικές φορές. Αναδεικνύει όμως την κατάφαση του «εγώ» του μέσω της άρνησής του. Αυτού του είδους ο μη χειρισμός και η μη εκμετάλλευση από τον φιλόλογο υποδεικνύει μία λογοτεχνική διαδικασία και αισθητική οπτική μιας στεγνής αλήθειας, μη αποκλείοντας όμως τις περιπέτειες που μπορεί να ευνοούν τη γραμματεία του ποιητικού ρεαλισμού. ¶λλωστε, η ποιητική γλώσσα του κ. Χριστιανόπουλου συσφίγγει τα αποθέματα της καθημερινής γλώσσας, λειτουργεί αφαιρετικά και ταυτόχρονα εντοπίζει την έννοια της πύκνωσης. Αυτό κάνει το έργο του μοναδικό κι οπωσδήποτε δύσκολο όσο κι αν μοιάζει εύκολο. Αφαίρεση και πύκνωση. - Παρακολουθώντας βήμα το βήμα το βιβλίο του Δ. Κόκορη για το γυμνό λόγο του κ. Χριστιανόπουλου, πέρασα βήμα το βήμα στην αναγνώριση του εμπειρικού κόσμου, στη σχέση του με το εσωτερικό συνεπές κατανοητό που περιέχει η οδύνη της εμπειρίας. Ο ποιητικός ρεαλισμός έτσι κι αλλιώς είναι στην πραγματικότητα ένα καλλιτεχνικό επινόημα. Ο Δ. Κόκορης μπήκε στο σύνολο των θεμάτων του κ. Χριστιανόπουλου, ακολουθώντας διατεταγμένη παρουσίαση και αφηγηματική δομή αυτών των θεμάτων. - Ρούλα Αλαβέρα, ποιήτρια-συγγραφέας, Κυριακάτικη ΑΥΓΗ, 21.8.2011
978-960-8263-99-4
|

|
|
Μάγδα Χρυσοστομίδου,
Μέλισσα και μέλι
στην αρχαία ελληνική μυθολογία και λατρεία.
Η Μάγδα Χρυσοστομίδου σπούδασε βιολογία
στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Μακεδονία»
και περιστασιακά σε άλλα μέσα ενημέρωσης,
καθώς και στο γραφείο τύπου του Τ.Ε.Ι.Θ.
και στο πολιτικό γραφείο του ευρωβουλευτή Αντώνη Τρακατέλλη.
Ποια ήταν και ποιο ρόλο έπαιζε η πρόγονος της Νύμφης Μέλισσας,
μιας εκ των δύο τροφών του Διός,
γιατί ονομάζεται Μέλισσα η μύστης της Δήμητρας
που κατασπαράσσεται επειδή δεν αποκαλύπτει τα ιερά μυστικά,
γιατί οι ιέρειες θηλυκών θεοτήτων ονομάζονται Μέλισσες ,
γιατί οι μέλισσες αποτελούν έμβλημα πόλεων και απεικονίζονται σε τόσα νομίσματα,
γιατί το μέλι γίνεται τροφή θεών και προστατευομένων τους
και αποκτά περίοπτη θέση στα λατρευτικά έθιμα;
Οι απαντήσεις σ' αυτά τα ερωτήματα
δίνονται με μια περιδιάβαση στις πηγές, αρχαίες και σύγχρονες,
που αρχίζει στην Κρήτη και παρακολουθεί
τις μετακινήσεις της Μ(μ)έλισσας σε διάφορα ιερά κέντρα της αρχαιότητας.
Ο μίτος της ιστορίας του μελιού και της μέλισσας κατά την αρχαιότητα ξετυλίγεται σε μία καινούργια έκδοση που συμπληρώνει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία. Πρόκειται για το βιβλίο «Μέλισσα και Μέλι στην αρχαία ελληνική μυθολογία και λατρεία», που υπογράφει η δημοσιογράφος Μάγδα Χρυσοστομίδου (εκδόσεις «Νησίδες»). Στις σελίδες του η συγγραφέας επιχειρεί μία περιδιάβαση σε πληθώρα πηγών, αρχαίων αλλά και σύγχρονων, στην προσπάθειά της να αποκαλύψει το γόητρο της μέλισσας. - Όπως επισημαίνει η συγγραφέας, χρειάστηκε δύο χρόνια έρευνας για να συλλέξει το υλικό, αλλά αποδείχθηκε πολύ πιο απαιτητική, σε κόπο και χρόνο, η διαδικασία σύνθεσης και τελικά η αφήγηση. Κι αυτό επειδή, από την αρχή, όπως λέει, την ενδιέφερε να μοιραστεί με όσο γίνεται περισσότερους αναγνώστες την «ιερή» ιστορία της μέλισσας και του μελιού. Γι' αυτό άλλωστε απέκλεισε από το βιβλίο το μισό σχεδόν του τεράστιου υλικού που συγκέντρωσε.- Η γοητευτική περιδιάβαση αρχίζει στην Κρήτη, όπου γεννιούνται μύθοι και θρύλοι γύρω από τη Μ(μ)έλισσα και παρακολουθεί τις μετακινήσεις της σε διάφορα ιερά κέντρα της εποχής. Με οδηγό σε κάθε σελίδα τις πηγές ο αναγνώστης βρίσκει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: Ποια ήταν και ποιο ρόλο έπαιζε η πρόγονος της Νύμφης Μέλισσας, μιας εκ των δύο τροφών του Διός; Ήταν θεότητα η Μέλισσα πριν από την αυγή του δωδεκάθεου; Γιατί ονομάζεται Μέλισσα η μύστης της Δήμητρας, που κατασπαράσσεται επειδή δεν αποκαλύπτει τα ιερά μυστικά; Γιατί οι ιέρειες θηλυκών θεοτήτων ονομάζονται Μέλισσες; Γιατί οι μέλισσες αποτελούν έμβλημα πόλεων και απεικονίζονται σε τόσα νομίσματα; Γιατί το μέλι γίνεται τροφή θεών και προστατευομένων τους και αποκτά περίοπτη θέση στα λατρευτικά έθιμα; - Όπως επισημαίνει η Μ. Χρυσοστομίδου, «πέρα από τον παραδειγματικό χαρακτήρα της κοινωνίας των μελισσών, ένα άλλο στοιχείο που εκπλήσσει και γοητεύει είναι η αποδοχή από τη σύγχρονη επιστήμη δύο γνωρισμάτων της μέλισσας που συναντώνται καθολικά στις πηγές. Πρόκειται για την αθανασία και την αναπαραγωγική ικανότητα χωρίς ζευγάρωμα». - Το βιβλίο όχι μόνο καλύπτει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία αλλά με την ερμηνεία που επιχειρείται στη βουγονία (μέθοδος αναπαραγωγής μελισσών από κουφάρι) εμπλουτίζεται η περιορισμένη έτσι κι αλλιώς διεθνής βιβλιογραφία.Το παράδοξο της μεθόδου αυτής, η πίστη στην οποία επιβίωσε έως τον 17ο αιώνα, παραμένει δυσερμήνευτο ώς σήμερα. - ΧΡΥΣΑ ΝΑΝΟΥ, Αγγελιοφόρος 19.2.2011.
Ένα βιβλίο «τρυφερό» και γεμάτο αγάπη για τη ζωή από τη βιολόγο Μάγδα Χρυσοστομίδου, η δημοσιογραφική πένα της οποίας κόσμησε τις πιο έγκριτες στιγμές της βορειοελλαδικής δημοσιογραφίας. Η μελέτη της αναδεικνύει μια από τις βαθύτατες κοινωνικές εμπειρίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού που συνδέεται με τον παραγωγικό κύκλο της πολύτιμης θρεπτικής ουσίας (του μελιού). Στο βιβλίο καταγράφεταο η αποτύπωση του συμπαθούς υμενοπτέρου στην αρχαιοελληνική γραμματεία και η ενσωμάτωσή του στο πολιτισμικό φαντασιακό του αρχαίου κόσμου. Μαρτυρία για την ανάπτυξη των κοινωνικών σχηματισμών που αξιοποιεί το συλλογικό πλεόνασμα, την προσφορά και την αλληλεγγύη. - Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχ. 19 (Ιαν.-Φεβ.-Μαρτ. 2011).
978-960-9488-00-6
|

|
|
Ιβάν Ίλλιτς,
ΙΑΤΡΙΚΗ ΝΕΜΕΣΗ
Η ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ
Ο Ιβάν Ίλλιτς (1926-2002) γεννήθηκε στη Βιέννη. Σπούδασε χημεία στη Φλορεντία και ιστορία στο Ζάλτσμπουργκ, κατόπιν έγινε κληρικός (σπούδασε στο Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο του Βατικανού) και πήγε στην Αμερική (στο Πουέρτο Ρίκο) ως ιερωμένος της Καθολικής εκκλησίας. Από το 1967 διέρρηξε τους δεσμούς του με την επίσημη εκκλησία, αλλά συνέχισε να ζει στην Αμερική.
Το 1961 ίδρυσε στην Κουερναβάκα του Μεξικού το Κέντρο Διαπολιτισμικής Τεκμηρίωσης (CIDOC), στο οποίο οργανώνονταν σεμινάρια στα οποία συμμετείχαν άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο. ¶σκησε δριμύτατη κριτική στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία με τα βιβλία του, από τα οποία ξεχωρίζουν τα εξής:
Κοινωνία χωρίς σχολεία
Ενέργεια και ισοτιμία
Εργαλεία για τη συμβιωτικότητα
Για τις ανάγκες του ανθρώπου σήμερα.
«Το ιατρικό κατεστημένο έχει γίνει σημαντικότατη απειλή για την υγεία. Το ιατρικό επάγγελμα εξουσιάζει την ιατρική. Το αποτέλεσμα είναι ολέθριο και έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Τη νέα αυτή επιδημία ονομάζω ιατρογένεση, από τις ελληνικές λέξεις ιατρός και γένεσις. Στα ιατρικά συνέδρια συζητούνται διαρκώς τα δεινά που προκαλεί η πρόοδος της ιατρικής, οι ερευνητές εστιάζουν την προσοχή τους στη δύναμη της διάγνωσης και της θεραπείας να προκαλούν αρρώστιες, τα ιατρικά περιοδικά αφιερώνουν ολοένα περισσότερο χώρο σε παράδοξες βλάβες που προκαλεί η νοσηλεία των αρρώστων.».
Έτσι ξεκινά το βιβλίο του ο Ιβάν Ίλλιτς και εξετάζει διεξοδικά τη θέση που έφτασε να κατέχει στην κοινωνία μας η ιατρική, την ιστορική εξέλιξη του γιατρού, της υγείας, της αρρώστιας, του πόνου και του θανάτου. Προβάλλει τις απόψεις του για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής και εκθέτει τρόπους με τους οποίους θα μπορεί ο άνθρωπος να ζει αυτόνομα τη ζωή του.
«Πρόκειται για σημαντικό βιβλίο. Στις αιτιάσεις του πρέπει να δοθεί απάντηση».
The Lancet, περιοδικό της British Medical Association
«Επινοητική και προκλητική κριτική, που διατυπώνει ανησυχίες τις οποίες συμμεριζόμαστε όλοι».
Franz J. Ingelfinger, M.D., στο New England Journal of Medicine
«Διαβάστε το και μείνετε έκθαμβοι με το φως που ρίχνει».
The New York Times
«Ανησυχητικό και προκλητικό. Ακτινοβολεί μία επιτακτική έκκληση και μια παθιασμένη στράτευση στον ριζοσπαστικό ουμανισμό».
New Scientist
«Κριτική, όχι μόνο της ιατρικής, αλλά και της βιομηχανικής κοινωνίας εν γένει. Η προσέγγιση του Ίλλιτς μας αναστατώνει, με τη δύναμη των πεποιθήσεών του και το εύρος των ιδεών του».
New Age Journal
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, θεολόγος, ιστορικός, ανθρωπολόγος, κοινωνιολόγος, ο Ιβάν Ιλιτς (1926-2002) υπήρξε πάνω απ' όλα ένας ελεύθερος και κριτικός στοχαστής, του οποίου τα αιρετικά κείμενα υπονομεύουν όλες μας τις βεβαιότητες. - Αρκεί να θυμηθούμε τους τίτλους των βιβλίων του που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας: «Κοινωνία χωρίς σχολεία» (Νεφέλη, 1976), «Στο σοσιαλισμό φτάνεις μόνο με ποδήλατο» (Κατσάνος, 1989), «Ευτραπελία» (Κατσάνος, 1989), «Η2Ο και τα νερά της λησμοσύνης» (Χατζηνικολή, 1992), «Για τις ανάγκες του ανθρώπου σήμερα» (Νησίδες, 1999), «Ιατρική Νέμεση» (Νησίδες, 2010). Το ακόλουθο κείμενο του γερμανού κοινωνιολόγου Βόλφγκανγκ Σακς είναι ένα απόσπασμα από τον πρόλογο που έγραψε για την ιταλική έκδοση του βιβλίου της Martina Kaller-Dietrich «Vita di Ivan Illich» (Edizioni dell' Asino, 2011). - Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τον Ιλιτς σήμερα; Είναι δυνατό να απαντήσουμε τόσο με τρόπο συνθετικό όσο και με τρόπο πιο αναλυτικό. Συνθετικά: Ο Ιλιτς στοχάζεται για την παγκόσμια επανάσταση η οποία μετέτρεψε τον γεωργικό πολιτισμό σε βιομηχανική κοινωνία. Πράγματι, ο θάνατος των γεωργικών πολιτισμών υπήρξε (για να το πούμε με τα λόγια του Χόμπσμπαουμ) η πιο δραματική κοινωνική ανατροπή του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, μια ανατροπή που διαχωρίζει για πάντα τον σύγχρονο κόσμο από το παρελθόν. Αυτή σηματοδότησε το τέλος μιας πολιτισμικής εξέλιξης που διήρκεσε χιλιάδες χρόνια, στη διάρκεια της οποίας οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν από τη γεωργία, από την κτηνοτροφία και από την αλιεία. Από τη στιγμή που οι ιάπωνες και ευρωπαίοι χωρικοί έπαψαν να καλλιεργούν τη γη, στη δεκαετία του 1960, η Νότια Αμερική και μεγάλο μέρος της Ασίας ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Ο Ιλιτς μπόρεσε να ψηλαφήσει με τα χέρια του αυτήν την επανάσταση: στη Νέα Υόρκη ήταν ενοριακός βοηθός των μεταναστών από την Καραϊβική, στο Πόρτο Ρίκο εργαζόταν στο εκπαιδευτικό σύστημα, στο Μεξικό έζησε από κοντά την πάλη για την επιβίωση των αυτοχθόνων πολιτισμών, ταξίδια με πούλμαν στη Λατινική Αμερική και πεζοπορίες στην Αφρική έβαλαν μπροστά στα μάτια του τη σύγκρουση των εποχών. Σε αυτήν την ανατροπή κατόρθωσε να δει πολύ λίγα πράγματα από εκείνη την πρόοδο που υποστήριζαν οι θεωρητικοί του εκσυγχρονισμού. Με αυτόν τον τρόπο (έτσι σκεφτόταν) θα άλλαζε η ανθρώπινη κατάσταση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κατά τη γνώμη του, η ιστορία της ανθρωπότητας είχε δημιουργήσει συνεχείς και κατάλληλες πολιτισμικές μορφές, αλλά τώρα υποχρεωνόμαστε να καταγράφουμε την ανελέητη υπεροχή μιας μεγαμηχανής με οικουμενικές βλέψεις, η οποία απέβλεπε στη μαζική παραγωγή και στον σχεδιασμό από ειδικούς ολόκληρης σχεδόν της ζωής. Ετσι τα βιβλία του Ιλιτς που έγιναν παγκόσμιες επιτυχίες, όπως τα «Κοινωνία χωρίς σχολεία» και «Ιατρική Νέμεση», μπορούν να διαβαστούν ως μια υπεράσπιση αυθεντικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η μελέτη, το βάδισμα, η κατοίκηση, η θεραπεία ή η ψυχαγωγία και ως ένα κατηγορητήριο εναντίον του μετασχηματισμού αυτών των δραστηριοτήτων σε εμπορεύματα που παράγονται μαζικά από το έργο των σχολείων, των συστημάτων μεταφοράς, των πόλεων και των περιφερειών τους, των νοσοκομείων και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Για να χρησιμοποιήσουμε μιαν εικόνα που επινόησε ο ίδιος: το έργο του Ιλιτς είναι μια νεκρολογία μεγάλης εμβέλειας για εκείνο τον κόσμο των μη βιομηχανικών πολιτισμών που χάνονται. Αλλά ο Ιλιτς απείχε πολύ από το να σταματάει στην έκφραση του οικουμενικού πόνου για αυτήν την απώλεια. Προτιμούσε να περνάει στην επίθεση. Επομένως, για να απαντήσουμε διεξοδικά στο ερώτημα για το σημερινό νόημα του Ιλιτς: πλαισιώνει τη νεκρολογία των μη βιομηχανικών πολιτισμών με την προεικόνιση ενός μεταβιομηχανικού κόσμου, ο οποίος θα εγερθεί μέσα από τα ερείπια της βιομηχανικής και οικονομικής ύβρεως. Πράγματι, ψέγει τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού όχι από νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά επειδή την θεωρεί εντελώς ακατάλληλη για το μέλλον. Στο μεταξύ αυτή η διάγνωση έχει γίνει κοινή συνείδηση. Δύσκολα θα βρεθεί κάποιος έτοιμος να υπερασπιστεί ανοιχτά τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού στην εποχή του κλιματικού χάους, της εξάντλησης των πόρων και της υποβάθμισης της φύσης. Υψώνονται ήδη τα σύννεφα της καταιγίδας του 21ου αιώνα. Βέβαια, για τον Ιλιτς, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η κρίση της βιόσφαιρας είναι μόνον ένα σύμπτωμα. Αυτός πιστεύει ότι αυτή η κρίση απλώνει τις ρίζες της στην αλαζονεία της υπερβολής, στην υπέρβαση κάθε ορίου. Στο πρώτο μισό του έργου του, αποδίδει στους σύγχρονους θεσμούς και στους ειδικούς τους την αντίσταση στην αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης ισχύος. Και δεν παραλείπει να καταλογίσει στο σχολικό σύστημα, στο σύστημα των μεταφορών και στο υγειονομικό σύστημα το γεγονός ότι έχουν γίνει υπερβολικά καταπιεστικά, απάνθρωπα, αντιπαραγωγικά. Στην επόμενη φάση της ζωής του, όμως, υπογραμμίζει το γεγονός ότι η έλλειψη ορίων διαπερνά ήδη τις κοινές πεποιθήσεις χάρη στον μετασχηματισμό του νοήματος εννοιών όπως η «ανάπτυξη», η «ζωή», η «υγεία», σε συστημικά μεγέθη που παρακάμπτουν τα πρόσωπα με σάρκα και οστά. Ετσι, στα μάτια του, τα μέσα γίνονται πιο σημαντικά από τους σκοπούς, όχι μόνον από υλική αλλά και από πνευματική άποψη. Γι' αυτό για τον Ιλιτς το πρόβλημα δεν είναι μόνον η κρίση της φύσης (δηλαδή η υποβάθμιση του περιβάλλοντος) αλλά και η κοινωνική και ηθική κρίση. Με άλλα λόγια, δεν χάνεται μόνον το φυσικό περιβάλλον, αλλά μαζί με αυτό χάνονται και οι συνθήκες στις οποίες μπορούν να ευδοκιμήσουν η αγάπη για τον πλησίον και η προσωπική ευθύνη (...). - Θανάσης Γιαλκέτσης, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 14.8.2011
978-960-8263-50-5
|

|
|
Πήτερ Γκαίυ,
Η πνευματική ζωή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης
(Γερμανία 1919-1933)
Ο Α΄Παγκόσμιος πόλεμος έληξε στα τέλη του 1918
με την ήττα της Γερμανίας και των συμμάχων της.
Ο αυτοκράτορας (κάιζερ) διώχθηκε
και η Γερμανία απέκτησε καθεστώς αβασίλευτης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Η «Δημοκρατία της Βαϊμάρης», όπως ονομάστηκε, έζησε μέχρι το 1933,
που την δολοφόνησε ο ναζισμός.
Κατά τα χρόνια 1919-1933, παρά τις κοινωνικές και οικονομικές αναταραχές,
είχαμε στη Γερμανία μια τεράστια πνευματική άνθηση:
λογοτεχνία, θέατρο, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, κινηματογράφος
πειραματίστηκαν δημιουργικά και έδωσαν έργα αξεπέραστα.
Αρκεί ν' αναφέρουμε τους ποιητές Ράινερ Μαρία Ρίλκε και Στέφαν Γκεόργκε,
πεζογραφήματα όπως «Η όπερα της πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ,
το «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς» του ¶λφρεντ Νταίμπλιν,
«Το μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν,
αλλά και το Μπάουχαους,
το Ινστιτούτο Βάρμπουργκ και το Ινστιτούτο της Φραγκφούρτης,
τις ρηξικέλευθες θεατρικές παραστάσεις,
την «εκφυλισμένη» (κατά τον Χίτλερ) ζωγραφική
και τον εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο:
όλ' αυτά γεννήθηκαν κατά τα χρόνια του οικονομικού χάους
και των σκληρών κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων
που κατέληξαν στην επικράτηση του ναζισμού.
Το βιβλίο συμπληρώνουν δύο παραρτήματα:
στο πρώτο εκτίθενται συνοπτικά οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις
κατά τα σημαδειακά αυτά χρόνια
και στο δεύτερο παρουσιάζονται χαρακτηριστικές εικόνες της περιόδου.
Ο Peter Gay γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1923.
Το 1939 έφυγε με την οικογένειά του από τη Γερμανία του Χίτλερ
και κατέφυγε στις Η.Π.Α. το 1941.
Έκτοτε, δίδαξε ιστορία σε μεγάλα αμερικάνικα πανεπιστήμια
(Columbia και Yale μεταξύ άλλων)
και έγραψε πολλά σπουδαία βιβλία για τον Διαφωτισμό, τον Φρόυντ κ.ά.
Το βιβλίο του για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης πρωτοεκδόθηκε το 1968
και θεωρείται αριστουργηματική ανάλυση της πολυτάραχης αυτής περιόδου.
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έζησε 15 όλα κι όλα χρόνια: από τις 9 Νοεμβρίου 1918, όταν η γερμανική αυτοκρατορία παρέδωσε το πνεύμα ύστερα από 4 χρόνια εξοντωτικού πολέμου, μέχρι τις 30 Ιανουαρίου 1933, όταν ο Αδόλφος Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα κατέκτησαν την εξουσία, για να αιματοκυλήσουν σε λιγότερο από μία δεκαετία ολόκληρη την Ευρώπη. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ήταν ένα μεγάλο δημοκρατικό πείραμα, που συνδύασε τις διαρκείς πολιτικές εξεγέρσεις με τις μεγάλες και άκρως οδυνηρές οικονομικές αποτυχίες, βαλλόμενο τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ταυτίστηκε παράλληλα με μια πρωτοφανή άνθηση στον χώρο της τέχνης: από το θέατρο, την πεζογραφία και την ποίηση μέχρι τη μουσική, τον χορό και την αρχιτεκτονική. Το έργο του Πήτερ Γκαίυ Η πνευματική ζωή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν είναι καινούριο: δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1968 κι εκπροσωπεί μία από τις πρώτες έρευνες που εξέτασαν την καλλιτεχνική έκρηξη του γερμανικού Μεσοπολέμου αυτοδύναμα, χωρίς, με άλλα λόγια, να την αναγάγουν μηχανικά στις πολιτικές αντιθέσεις και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής της, αλλά και δίχως, από την άλλη μεριά, να παραμερίσουν ή να αγνοήσουν το πολιτικό της υπόβαθρο και τον κοινωνικό της ορίζοντα. Από το 1968 μέχρι σήμερα έχει, βέβαια, κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, αλλά η δουλειά του Γκαίυ δεν έχει χάσει ούτε κατ' ελάχιστον τη σημασία της. Παρατηρεί προσφυώς ο ερευνητής στον πρόλογο που έγραψε για την επανέκδοση του 2001: «Υποστηρίζω και σήμερα το κεντρικό μου επιχείρημα, που το αναφέρω στον υπότιτλο και το αναδεικνύω σ' όλο το βιβλίο: στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης οι απ' έξω -δημοκράτες, εβραίοι, πρωτοποριακοί καλλιτέχνες και τα τοιαύτα- έγιναν οι από μέσα: οι λαμβάνοντες τις αποφάσεις σε μουσεία, ορχήστρες, θέατρα, ιδιωτικά κέντρα ερευνών». Το πολιτικοκοινωνικό περιθώριο, λοιπόν, της υπό κατάρρευση γερμανικής αυτοκρατορίας, που είχε αρχίσει ήδη κατά τη διάρκεια της κρίσης της να κινείται ανοδικά, έγινε κυρίαρχο στην περίοδο της δημοκρατίας, αποδεσμεύοντας το σύνολο των δημιουργικών του δυνάμεων: από τον μοντερνισμό και τον εξπρεσιονισμό μέχρι τη μυθιστορηματική παραγωγή του Τόμας Μαν. Η ελληνική έκδοση, η οποία υποστηρίζεται από την πολύ καλή μετάφραση του Βασίλη Τομανά, συνοδεύεται από μια σειρά εξαιρετικά εύγλωττων φωτογραφιών, ενώ ο συγγραφέας παραθέτει ένα σύντομο αλλά ιδιαίτερα πυκνό πολιτικό και ιστορικό χρονικό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που βοηθάει τον αναγνώστη να τοποθετήσει στο κατάλληλο πλαίσιο πρόσωπα, τάσεις και γεγονότα.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 11.6.2010
978-960-8263-87-1
|

|
|
ΜΑΡΚ ΡΟΘΚΟ,
Κείμενα για την τέχνη (1934-1969)
Ο αμερικανός ζωγράφος Μαρκ Ρόθκο γεννήθηκε το 1903
στο Daugavpils (Dvinsk) της ανατολικής Λετονίας.
Μετανάστευσε το 1913 στις Η.Π.Α.
Εκεί αφοσιώθηκε εν τέλει στη ζωγραφική,
έκανε εκθέσεις των έργων του
και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους κορυφαίους αμερικανούς ζωγράφους
του 20ού αιώνα.
Αυτοκτόνησε στη Νέα Υόρκη το 1970.
Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο
και γράφηκαν από το 1934 έως το 1969,
είναι γράμματα σε φίλους ζωγράφους
(Barnett Newman, Robert Motherwell, Adolph Gottlieb και άλλους),
εντυπώσεις από ταξίδια στην Ευρώπη (Παρίσι, Λονδίνο, νότια Ιταλία.
γράφει χαρακτηριστικά από την Ποσειδωνία της νότιας Ιταλίας:
«ανέκαθεν ζωγράφιζα αρχαιο-ελληνικούς ναούς χωρίς να το ξέρω»),
περιγραφή καλοκαιριών που πέρασε με την οικογένειά του
σε πανεπιστημιουπόλεις των Η.Π.Α. στις οποίες δίδασκε,
τετράδια σημειώσεων στα οποία μιλά για την τέχνη των παιδιών
και για τη σημασία του σουρεαλισμού, του Πικάσο ή του Μιρό,
πικρόχολα σχόλια για τη βασιλεία των εμπόρων έργων τέχνης
και των τεχνοκριτικών,
μανιφέστα και απαντήσεις σε εφόρους μουσείων και τεχνοκρίτες.
Βρίσκονταν σε μουσεία των Η.Π.Α. ή στην κατοχή των παιδιών του
και δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Παρουσίαση, επιμέλεια, σημειώσεις και χρονολόγιο: Miguel Lopez-Remiro
Τα κείμενα του σπουδαίου ζωγράφου ρίχνουν φως στη προσωπικότητα και στην ουσία της τέχνης του. - «Εμμένω στην υλική πραγματικότητα του κόσμου και στην ουσία των πραγμάτων. Απλώς διευρύνω την έκταση αυτής της πραγματικότητας επεκτείνοντας σ' αυτήν ιδιότητες που σχετίζονται με τις εμπειρίες στο πιο οικείο περιβάλλον μας». Αυτό δήλωσε στα 1945 ο Μαρκ Ρόθκο, που αναγνωρίστηκε ως ένας από τους κορυφαίους αμερικανούς ζωγράφους του 20ού αιώνα. Λίγο καιρό αργότερα, πραγματοποιώντας μια δεύτερη στροφή στην καριέρα του, εγκατέλειψε οριστικά τα σουρεαλιστικά θέματα, με τον σπαραγμό που κάποιος εγκαταλείπει τη μητέρα και τον πατέρα του, για να προχωρήσει στη δημιουργία των συγκλονιστικών «πολυμορφικών» έργων του με τα οποία άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην πορεία της δυτικής τέχνης. - Ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1930 ο Ρόθκο άλλαξε το στιλ του από παραστατικό σε σουρεαλιστικό και σταμάτησε να ζωγραφίζει την ανθρώπινη μορφή. Θεωρούσε πως δεν κάλυπτε τις ανάγκες του και επιπλέον είχε την άποψη πως όποιος την χρησιμοποιούσε δεν έκανε τίποτε άλλο από το να την ακρωτηριάζει. Έτσι, αναγκάστηκε να βρει άλλους τρόπους έκφρασης μέσω των οποίων απέρριψε τη δεξιοτεχνία. Όπως εξ άλλου διακήρυττε, η τέχνη δεν είναι κατασκευή. (.) - Μια από πιο σημαντικές συνεισφορές του Ρόθκο στη τέχνη ήταν η επιθυμία του να δημιουργήσει ένα φανταστικό χώρο τον οποίο μπορούσαν να μοιραστούν ο καλλιτέχνης και το κοινό. «Θέλω να σας ξαναβάλω μέσα» είχε τονίσει σε συνέντευξη του στον Ουίλιαμ Σάιτζ το 1952. Η επιθυμία αυτή, το ευρύτερο όραμά του για τη τέχνη, ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να αποδοθούν στο καμβά όχι τα αντικείμενα αλλά οι ιδέες και ζητήματα που αφορούσαν τη διδασκαλία της τέχνης ήταν βασικά θέματα με τα οποία ο Ρόθκο ασχολήθηκε στα γραπτά του. Ο Μιγκέλ Λοπέζ Ρεμίρο συγκέντρωσε σ' ένα τόμο εκατό από τα κείμενα που έγραψε μεταξύ του 1934 και του 1969 και τα οποία δείχνουν με σαφήνεια την εξέλιξη της αισθητικής του σκέψης. Επιστολές, θεωρητικά κείμενα, μανιφέστα, δηλώσεις, αποσπάσματα συνεντεύξεων, σύντομα σημειώματα αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο ο σπουδαίος ζωγράφος κατανοούσε τον κόσμο αλλά και την αγωνία του ώστε μετατρέψει την υλική διάσταση της πραγματικότητας σε ζωγραφική. - Η ανθολόγηση είναι υποδειγματική. Κάθε κείμενο, ακόμη και εκείνα με το αυστηρά τεχνικό περιεχόμενο, κάθε σημείωμα, ακόμη και τα πιο σύντομα, είναι αποκαλυπτικά για το ψυχισμό ενός περίπλοκου ανθρώπου που αναζήτησε την ουσία της τέχνης χωρίς να λάβει μέρος στο πάρτι μιας εποχής αφθονίας. Μάλιστα στην εξομολόγηση ενός φίλου του Ρόθκο αποκαλύπτεται η αμφιθυμία του για τη μεγαλύτερη παραγγελία της ζωής του, να «ντύσει» με έργα του τους τοίχους του εστιατορίου Four Seasons στο κτήριο Σήγκραμ. - Τα κείμενα του τόμου αποκαλύπτουν όλες τις διαστάσεις της αγωνίας του για τη τέχνη και μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε το όραμά του. Γι' αυτό και δεν μας συστήνουν απλώς τον Ρόθκο. Αντίθετα, μας στρώνουν τον δρόμο που οδηγεί κατευθείαν στη καρδιά του συνταρακτικού του κόσμου. -
Εύη Καρκίτη, ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 18.4.2010
978-960-8263-67-3
|

|
|
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΙΛΕΣΣΟΠΟΥΛΟΣ,
Οι αβάσταχτες Κυριακές της ζωγραφικής
Ακόμη και σήμερα, ζωή και τέχνη μοιράζονται κάποιο μεγαλείο, αραιά και πού. Κατά πως φαίνεται, το έχουμε ανάγκη. Συχνότερα αλληλοδανείζονται μιζέρια, μετριότητα, οδύνη, αλλά και την εκατέρωθεν αδιαφορία, κι ακόμη πιο πολύ την περιφρόνηση.
Συγκοινωνούντα δοχεία ή, αντιθέτως, απομονωμένα νεφελώματα, παθητικοί εραστές ή θανάσιμοι εχθροί, ανακαλύπτουν τη διαλεκτική της σύνθεσης και της ανάλυσης, και μολοντούτο παρασύρονται από την έλξη του Μηδενός που, αν κοιταχτεί απ' το πλάι γίνεται γραμμή, ενώ η περιδίνησή του το καμπυλώνει σε ένα πλαγιασμένο οχτώ.
Μηδέν και άπειρο, το ένα μολύνει το άλλο. Συνθέτουν ένα ερωτηματικό Εν-Τίποτα που αδυνατεί να εποπτεύσει τον εαυτό του. Εμείς, τα κατ' εικόνα και ομοίωση σπαράγματά του, περιέχουμε τις αρχές και τα συστατικά του, αν και όχι πάντα στο ποσοστό που μας αναλογεί, και πλανιόμαστε εδώ κι εκεί.
Παρ' ότι η εικόνα αυτή πιθανόν να προκαλεί την αποδοκιμασία ενός κάποιου θεολόγου ή κοσμολόγου της ρουτίνας, δεν παύει να παραμένει σφηνωμένη στην καρδιά του σύμπαντος, το οποίο αναλαμβάνουν κι εκείνοι να μελετήσουν όπως κι όσο δύνανται. Όταν προσυπέγραφαν το συμβόλαιο, γνώριζαν, και ο ένας και ο άλλος, πως η τέχνη δεν αναφερόταν στα περιεχόμενά του. Το άγραφο πνεύμα όμως του συμβολαίου -στο οποίο εκείνοι δεν είχαν πρόσβαση- ήταν μια ανυπέρβλητη καλλιτεχνική σύλληψη.
Ο Απόστολος Κιλεσσόπουλος είναι ένας από τους πλέον αξιόλογους ζωγράφους που έχω γνωρίσει, όχι μόνο στα ελληνικά πλαίσια αλλά και διεθνώς. Κι έχω δει πάρα πολλή ζωγραφική σε πολλές ηπείρους, έχω γνωρίσει προσωπικά πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες απ' όλες τις τέχνες. Θα έλεγα πως η κατοχή από μέρους του της μαεστρίας στη διαμόρφωση ενός έργου τέχνης είναι μοναδική.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ,
Μουσικολόγος, αρχιτέκτων, πολεοδόμος
Η τέχνη είναι πριν απ' όλα αποκάλυψη ενός άλλου κόσμου, που βέβαια τον δημιουργεί ο καλλιτέχνης, μα που παράλληλα δημιουργεί και τον ίδιο. Από τη στιγμή που θα κατορθώσει να τον προβάλει μέσα από το έργο του, όπως έχει μοναδικά επιτύχει ο Α. Κ., ο κόσμος αυτός ξετυλίγεται μπροστά μας και μας καλεί να συμμετάσχουμε στο μυστικό του νόημα.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ,
Ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφίας του Α.Π.Θ.,
Αντεπιστέλλον μέλος του Ινστιτούτου της Γαλλίας
Ο Α. Κ. μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της μεταπολεμικής μας τέχνης. Κατόρθωσε να φτάσει από πολύ νωρίς σε μια έκφραση που διακρίνεται για τον πλούτο, την εσωτερική της αλήθεια και τον κοσμογονικό της χαρακτήρα. Ο καλλιτέχνης προχώρησε προς το συνολικό έργο συνδυάζοντας τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη μουσική, τον γραπτό λόγο, σε ένα λειτουργικό όλο. Ο θεατής περιδιαβαίνει το έργο του πλημμυρισμένος αισθήσεις, αγγίζοντας το νόημα των πραγμάτων.
ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ,
Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης, Ακαδημαϊκός
Είναι ένας βαθύτατα λυρικός ζωγράφος με έργα όπου το χρώμα παίζει τον κύριο ρόλο και αναλύεται σε τόνους και ημιτόνια σαν να πρόκειται για μουσικές συνθέσεις.
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ,
Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Α.Π.Θ.,
Διευθυντής Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
Η Διοτίμα, η άγνωστη γνωστή και αινιγματική πλατωνική μορφή, γνωρίζει και διδάσκει όσα δεν μπορεί να διδάξει καμιά λογική, ούτε και η σωκρατική. Αυτό κάνει και ο Κιλεσσόπουλος, όχι με τη Διοτίμα του Σωκράτη αλλά με τη δική του. Ωστόσο η Διοτίμα παραμένει η ίδια. Διότι οι αναβαθμοί στη μύηση της μουσικής δεν κατακτώνται με την ανθρώπινη λογική. . Θα έλεγα πως ο Κιλεσσόπουλος με βοήθησε να καταλάβω τη μαγεία κάθε Διοτίμας, από την πλατωνική ώς του Σέλλεϋ και του Ελύτη και ώς τη δική του. Κατάλαβα ότι οι αληθινοί ποιητές μας ζωγραφίζουν με λέξεις τη μουσική ενέργεια της ψυχής τους.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ
Μπορεί «τα πουλιά, οι φάλαινες, το αηδόνι, το ρυάκι, ο άνεμος» να μην κελαηδάνε από μόνα τους, αλλά όταν ακούνε τη γλώσσα σας να τραγουδάει, εκείνα, όλα μαζί εν πλοκή, γράφουν εξαίσιες σελίδες που ούτε «ο έρωτας ακούγοντας μουσική» δεν θα μπορούσε να τις γράψει.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Σας ευχαριστώ εγκάρδια για τη Διοτίμα σας. Ορισμένα σημεία μού μίλησαν ιδιαίτερα. Σας εύχομαι να συνεχίσετε απτόητα - και πάντα ερωτηματικά.
ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ
Εκτιμώ τη ζωγραφική σας αλλά και κάθε άλλο «κείμενο» που προέρχεται από τα χέρια σας και την ψυχή σας. Είμαι σίγουρος ότι «Η δική μου Διοτίμα» πολλές φορές θα με συντροφεύει χαρίζοντάς μου τις ποιότητες που σας χαρακτηρίζουν. Να δημιουργείτε! Τα καθαρά -και υπεύθυνα- πρόσωπα μας λείπουν από το προσκήνιο.
ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ
Η σκέψη του Απόστολου Κιλεσσόπουλου, τον οποίον ακόμη, μετά από τόσα χρόνια, αποκαλώ προς μεγάλη του απελπισία κύριο Απόστολο, υπήρξε για μένα ένας φάρος που με προσανατόλιζε και με αποπροσανατόλιζε ταυτόχρονα κατά την προπαρασκευαστική μου περίοδο. Οι συζητήσεις μας ήταν πολύτιμες, καθώς είχε τη δύναμη να μιλάει για μια τέχνη που δεν ήταν, όπως την αποκαλεί στο βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα, "διατροφικό συμπλήρωμα", αλλά "απόλυτη ανάγκη", μία διαρκής πηγή ερωτημάτων που ξεκινούσαν από την υλικότητα της καλλιτεχνικής εργασίας και προεκτείνονταν ώς το σύμπαν. Προς το τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας αναρωτιέται: "δεν παραμένει [η τέχνη] ερωτηματική στη βάση της δομής της;" (σ. 187). Έχει προλάβει, προηγουμένως, να μας προϊδεάσει για την αποστροφή του στην αποφατική εκδοχή της: "η τέχνη μου δεν είναι καταγγελτική, είναι εξαγγελτική" (σ. 133). Η τέχνη ως διατροφικό συμπλήρωμα ή, για να χρησιμοποιήσω μια ανάλογη έκφραση του Μπρεχτ, η "γαστριμαργική τέχνη", καταλάβαινα ήδη πως ήταν ο μεγάλος εχθρός. (.) Η πιο ενδιαφέρουσα συμβολή, στο επίπεδο αυτό, είναι η κατάργηση της ιεράρχησης των λόγων, η υπονόμευση της φωνής του συγγραφέα: μικροαστικά στερεότυπα συνυπάρχουν, ακούγονται από την ίδια φωνή που εξακοντίζει ριζοσπαστικούς στοχασμούς για την τέχνη. Η βεβαιότητα της ενότητας του προσώπου τού, φαινομενικά αυτοβιογραφούμενου, συγγραφέα, χάνεται και αντικαθίσταται από τη διαρκή διερώτηση του αναγνώστη ως προς την πηγή, τον πομπό των λόγων. Το ερώτημα "ποιος μιλάει;" μεταμορφώνεται από συγγραφική αδυναμία σε στέρεη συγγραφική τεχνική με οντολογικές προεκτάσεις, καθώς όλα τα πρόσωπα μεταμορφώνονται διαρκώς, σε παιχνίδια ταυτότητας και ετερότητας που αποπροσανατολίζουν τεχνηέντως τον αναγνώστη από την ανάγκη να ταυτίσει λόγους και χαρακτήρες, καθώς όλοι είναι όλοι, και είναι ο συγγραφέας που είναι όλοι. Έτσι, ο Κιλεσσόπουλος βρίσκεται κοντά στα αιτήματα και τις τεχνικές του μοντερνιστικού μυθιστορήματος, με τη διαφορά ότι η δική του αφήγηση δεν είναι στρυφνή και δυσπρόσιτη. (.) Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό, βεβαίως, του βιβλίου είναι το ψηφιδωτό παραθεμάτων που συγκροτεί μεγάλο μέρος του έργου. Η έννοια της συγγραφής ανακτά εδώ την ετυμολογική της σημασία. Οι ψηφίδες ξένων λόγων μας θυμίζουν πως και οι αναμνήσεις μας κι εμείς οι ίδιοι είμαστε εν μέρει δημιουργήματα των βιβλίων που διαβάσαμε, της τέχνης στην οποία εκτεθήκαμε. Τα εκτενή παραθέματα του Κιλεσσόπουλου αποδίδουν στη δοκιμιακή του μυθιστορία την πλήρη ουσία τόσο του δοκιμίου, όσο και του μυθιστορήματος. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ενδεικτικό: 'Δεν παρασιωπώ πως οι σχοινοτενείς διάλογοί μου με τον Όμηρο, τον Μπαχ, τον Ρέμπραντ, τον Πλάτωνα, τον Μπετόβεν, τον Ελ Γκρέκο, τον Παπαδιαμάντη, τον Στραβίνσκι, τον Ηράκλειτο, τον Ντεμπυσσύ, τον Μπρακ, και με αρκετούς άλλους, είναι κατ' ουσίαν νεκρικοί διάλογοι. Ως γνωστόν, δεν αρκούμαι να συνομιλώ αποκλειστικά με τα έργα τους αλλά με αυτούς τους ίδιους'. (σ. 119) - Αν το δοκίμιο λοιπόν είναι ένας διάλογος με την κατατεθειμένη γνώση κατά την περιπέτεια του στοχασμού, τότε σίγουρα ο Κιλεσσόπουλος γράφει δοκίμιο. Και ποιος καλύτερος τρόπος να περιγράψει κανείς το μυθιστόρημα από τη φράση "νεκρικοί διάλογοι"; "Το αίτημα, λέει, είναι να δημιουργήσω γεγονότα, που σημαίνει ότι ο λόγος μου είναι εκείνος που οφείλει να έχει την ισχύ γεγονότος" (σ. 117). Υπερβαίνει έτσι όχι μόνο τους ειδολογικούς περιορισμούς (που εξακολουθούν, ωστόσο, να τον απασχολούν: δεν είναι από αυτούς που τους απορρίπτουν συλλήβδην), αλλά και οποιαδήποτε υποχρέωση υπαγωγής στο πραγματικό, έστω κι αν παίζει με τις συμβάσεις της αυτοβιογραφίας. (.) - Ολόκληρο το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως το κλάσμα του χρόνου πριν την πράξη της γραφής (η οποία ανοιχτά ταυτίζεται από τον Κιλεσσόπουλο με την αντίστοιχη αναμονή στην άλλη μορφή γραφής που επαγγέλλεται, τη ζωγραφική): Λέει στον αφανή συνομιλητή του: "Ξέρεις, άλλωστε, πώς ξεκίνησα το παρόν κείμενο, όπως ακριβώς κάνω με το ξεκίνημα μιας ζωγραφιάς: κάθομαι μπροστά στον άσπρο καμβά και χαζεύω." (σ. 112) Η τελευταία φράση θα μπορούσε να είναι και ένας εναλλακτικός τίτλος για το βιβλίο. Όπως στις στιγμές αυτές της αναμονής, όπου ο εγκέφαλος αφήνεται σε μια παθητική εγρήγορση πριν τη δράση, σε ολόκληρο το βιβλίο έχουμε την εντύπωση πως ό,τι γράφεται εκεί θα αποκτήσει τη σημασία του όταν γίνει η κίνηση, όταν γραφτεί η πρώτη λέξη του επερχόμενου έργου, προσωρινή μορφή του οποίου είναι το κείμενο που διαβάζουμε. Είναι ένα εγχείρημα με τζοϋσικές προεκτάσεις, χωρίς φορμαλισμό και αφαίρεση (ο Κιλεσσόπουλος κρατάει τα στοιχεία αυτά αποκλειστικά για τη ζωγραφική του). Η εξομολόγηση που προϋποθέτει η αυτοβιογραφία περνάει από μία διαρκή διαδικασία μεταμορφώσεων, καθώς την παρατεταμένη αυτή στιγμή που προηγείται της δημιουργίας, τα πάντα είναι παρόν και σκέψη. (Αλέξανδρος Ευκλείδης, θεατρολόγος, Μάρτιος 2010)
Στο βιβλίο του Κιλεσσόπουλου, η μυθιστορία πραγματεύεται την τέχνη, τα
καθ' έκαστον παραπέμπουν στο καθόλου, σαν σπαράγματα ενός Σύμπαντος που, όπως ο ίδιος λέει, κυνηγούν τη χαμένη του ενότητα. Οι αβάσταχτες Κυριακές της ζωγραφικής είναι ένα παιχνίδι παραπλάνησης, μια παραχάραξη όπου τα πραγματικά πρόσωπα συμφύρονται και εναλλάσσονται με τα φανταστικά και όπου ο ένδον άλλος εξωτερικεύεται και προβάλλεται ως η άλλη, κάθε φορά, όψη του ίδιου του αφηγητή. Έτσι, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη ιστορική τους αφετηρία, μοιάζει να μην έχουν υλική υπόσταση, είναι κατά κάποιον τρόπο φασματικά και εμφανίζονται ως παραλλαγές ή ως αντανακλάσεις του. Πρόσωπα-καθρέφτες, εκφράζουν διαφορετικές αλήθειες και συμβάλλουν στην αυτογνωσία του αφηγητή καθώς τον βοηθούν να δει τα μάτια του μέσα από τα μάτια τους και να διαπιστώσει όλες τις αντιφάσεις του. (.) - Το κείμενο του Κιλεσσόπουλου εμφανίζεται συχνά ως ψηφιδωτό που αποτελείται από παραθέματα, παραφράσεις, παραλλαγές, που αποσπώνται από τα αρχικά τους συγκείμενα και ξαναζωντανεύουν σε μια νέα πραγματικότητα καταδική του, γεμάτη ταυτίσεις, αποκλίσεις και ηθελημένες ανακρίβειες. Διαλέγεται με ιδιοφυείς νεκρούς, άλλοτε με ρητές αναφορές, άλλοτε όχι. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μια εκούσια διαδικασία, για μια σύγχρονη τεχνική, συναρτημένη με τη νεωτερικότητα, όπου κάποια κείμενα που αναγνωρίζονται ως Σύμπαντα αναγορεύονται σε λυδία λίθο του στοχασμού του. Ωστόσο, είναι φορές που η σκέψη του διασταυρώνεται ασυνείδητα με εκείνην άλλων δημιουργών με τους οποίους τον συνδέουν εκλεκτικές συγγένειες και συναφείς στάσεις απέναντι στη ζωή και την τέχνη. Πρόκειται για διακειμενικές διεργασίες που, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως επιδράσεις. «Μου πήρε την πρωτιά», λέει σε μια στιγμή ο αφηγητής, «και κάτσε τώρα να αποδείξεις του λόγου το αληθές». Στο βιβλίο η διακειμενικότητα αγγίζει πολλές περιοχές: τη φιλοσοφία, την ποίηση, τις πλαστικές τέχνες, τη μουσική. (.) - Τι είναι εκείνο που διαμορφώνει την ταυτότητα του καλλιτέχνη; Το βιβλίο απαντά στο ερώτημα προβάλλοντας την ασυνείδητη παρουσία, στο κάθε έργο, του προσωπικού του μύθου. Στην περίπτωση του Κιλεσσόπουλου, ο μύθος αυτός βυθίζεται στον χαμένο παράδεισο της παιδικής του ηλικίας. Η εσωστρέφεια του παιδιού που υπήρξε, σε συνδυασμό με το μορφοπλαστικό, κατά κάποιον τρόπο, παιδικό παιχνίδι των αγαλμάτων («λέω πως η ζωγραφική ήτανε πάντα μέσα μου»), καθορίζει τη μελλοντική αποστολή του στον κόσμο. Η ζωγραφική αναγορεύεται σε cogito: «όσο ζω θα ζωγραφίζω», δηλώνει, συγκρινόμενος με εκείνους που η ζωγραφική δεν δεσμεύει την ίδια τους την ύπαρξη: «ό, τι για μένα είναι θέμα αναπνοής, για τους άλλους μεταβάλλεται σε διασκέδαση, διασκορπισμό». - Γενικά ο Κιλεσσόπουλος προσεγγίζει την τέχνη ως αναγνώστης-ποιητής έτσι ώστε η κρίση να μην αποδομεί τη μέθεξη. Γι' αυτό και υποτιμά όλους εκείνους τους «ειδικούς» που, αντί να παίζουν τον ρόλο του συνενόχου, μπαίνουν, όπως λέει, «στο τέμενος με τα παπούτσια». Μήπως και ο Ελύτης δεν θεωρούσε μια κριτική «στα σκληρά εθισμένη» ασύμβατη με μια «ποίηση που χαράζεται στη ζωή τόσο προσεκτικά που να μη ματώνει ποτέ η ευλάβεια»; - Συμπεραίνοντας, θα έλεγα ότι, με τις αβάσταχτες Κυριακές της ζωγραφικής, «εραστής», όπως δηλώνει, «των ελεύθερων πτήσεων και πτώσεων», ο Κιλεσσόπουλος, μας προσκαλεί σ' ένα μαγικό ταξίδι και μοιράζεται μαζί μας το δικό του όραμα του κόσμου. Μέσα στην ? εξ ορισμού ? αυθαίρετη δοκιμιακή του μυθιστορία καταφέρνει να αναπλάσει, με αμεσότητα αλλά κρυπτογραφικά και αξεχώριστα, τον κόσμο, την πεπερασμένη ζωή του και το απέραντο έργο του σε ένα ενιαίο σφαιρικό όλον, ζυμωμένο με ποίηση, φιλοσοφία και στοχασμό. Θα ήθελα να αφήσω σαν τελευταία εντύπωση την αυτονομία της πάντα πρωτοπόρας διάνοιάς του που, καθώς ο ίδιος ομολογεί, δεν του επιτρέπει να ταυτιστεί με καμιά από τις γοητευτικές και κάποτε «αιμάσσουσες» αντανακλάσεις του. (Αθανασία Τσατσάκου, Καθηγήτρια γαλλικής λογοτεχνίας Αντιπρύτανις Αριστ. Παν/ μίου Θεσ/ νίκης, Μάρτιος 2010).
978-960-8263-89-5
|

|
|
Ράσελ Τζάκομπυ,
Διαλεκτική της ήττας.
Περιγράμματα του Δυτικού μαρξισμού
Με επίμετρο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση
(Το κολλάζ του εξωφύλλου είναι έργο της Έλενας Λάμπρου.)
Ο Ράσελ Τζάκομπυ (γεν. 1945) είναι καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο UCLA της Καλιφόρνιας.
Από τα βιβλία του ξεχωρίζουν:
Κοινωνική αμνησία
Το τέλος της ουτοπίας
Οι τελευταίοι διανοούμενοι
Ασαφής εικόνα. Ουτοπική σκέψη για μια αντι-ουτοπική εποχή
Ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι επαναστάτες και καπιταλιστές θεωρούν κριτήριο αλήθειας την επιτυχία, και μας καλεί να επανεξετάσουμε τον ανορθόδοξο μαρξισμό της Δυτικής Ευρώπης που παραμερίστηκε επειδή απέτυχε.
Υποστηρίζει ότι η λατρεία της επιτυχίας και της επιστήμης αφαίρεσε από τον ορθόδοξο μαρξισμό την κριτική του ενόρμηση, η οποία όμως διασώθηκε στους
λεγόμενους ανορθόδοξους μαρξιστές: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Καρλ Κορς, ¶ντον Πάνεκουκ, Χέρμαν Γκόρτερ, Αμεντέο Μπορντίγκα, Αντόνιο Γκράμσι, σχολή της Φραγκφούρτης. Οι επιτυχίες του ορθόδοξου μαρξισμού δεν επικυρώνουν την αλήθεια του, οι ήττες του Δυτικού μαρξισμού δεν αποδεικνύουν πως είναι λαθεμένος. Για μας σήμερα, οι ήττες κατά το παρελθόν ενδέχεται να είναι πιο γόνιμες από τις νίκες.
Το 1981, δηλαδή πριν την καπιταλιστική παλινόρθωση στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ο Ράσελ Τζακόμπι, αμερικανός στοχαστής, καθηγητής στην Καλιφόρνια, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Dialectic of Defeat. Contours of Western Marxism, (Διαλεκτική της ήττας. Περιγράμματα του δυτικού μαρξισμού). - Στόχος του ήταν να αναδείξει τις αλήθειες που περιείχε ο λεγόμενος δυτικός μαρξισμός (και πιο συγκεκριμένα η συλλογιστική των Ρόζα Λούξεμπουργκ, Καρλ Κορς, Αντον Πάνεκουκ, Χέρμαν Γκότερ, Αμεντέο Μπορντίγκα, Αντόνιο Γκράμσι, οι στοχαστές της σχολής της Φραγκφούρτης,) ο οποίος σε σχέση με τον σοβιετικό μαρξισμό, «νικητή» και κυρίαρχο στην πράξη, ήταν ηττημένος και αποτυχημένος. Σ' ένα γενικότερο επίπεδο ο Τζακόμπι προσπάθησε να αποδείξει ότι σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει τόσο με τους επαναστάτες όσο και με τους καπιταλιστές, το κριτήριο της αλήθειας δεν πρέπει να είναι η επιτυχία. Το αντίθετο μάλιστα υποστήριζε ότι για μας σήμερα, οι ήττες κατά το παρελθόν ενδέχεται να είναι πιο γόνιμες από τις νίκες. - Μεταξύ άλλων λοιπόν και πέρα από τις συγκεκριμένες συμβολές των επί μέρους στοχαστών, ο Τζακόμπι εντοπίζει τη μεγάλη συνολική προσφορά του «ηττημένου» δυτικού μαρξισμού στην ανάδειξη από μέρους του, του μη υποδειγματικού, για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, χαρακτήρα της Ρώσικης Επανάστασης, ή διαφορετικά το γεγονός ότι η Ρώσικη Επανάσταση δεν θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο προς μίμηση και ότι στη Δύση η πορεία προς τον κομμουνισμό θα είναι διαφορετική. Κατά δεύτερο εντόπιζε την ανάδειξη από μέρους του δυτικού μαρξισμού μιας σειράς άλλων ζητημάτων πέραν των οικονομικών, και δη της ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, που είχε την τάση να προβάλλει μονόπλευρα ο ορθόδοξος μαρξισμός, ταυτίζοντας το μαρξισμό με έναν υλισμό δίχως υποκείμενο, και υποβαθμίζοντας έτσι το ανθρωποκεντρικό του περιεχόμενο. Ετσι για παράδειγμα για τον Τζακόμπι, ο Μπλοχ διέσωσε την ουτοπική και ρομαντική νότα στον μαρξισμό, σε αντίθεση με το «γυμνό οικονομικό προσανατολισμό» που παρέλυε τον ορθόδοξο μαρξισμό. -Τέλος ο δυτικός μαρξισμός έθεσε στο επίκεντρο της προβληματικής του το μέγα ερώτημα που προέκυπτε από τη ροπή της εργατικής τάξης προς την ενσωμάτωση και πιο ειδικά από την αποξένωση που προκαλεί από την ίδια του τη φύση το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, κάτι που συμβάλλει στην ερμηνεία του ερωτήματος που έθετε ο Πάνεκουκ, δηλαδή γιατί παρά την αριθμητική και την οικονομική του ανωτερότητα το προλεταριάτο δεν είχε καταλάβει την εξουσία, από την μικρή εκμεταλλεύτρια αστική τάξη. Και όλα αυτά τα ζητήματα, όπως ορθά επισημαίνει ο Τζακόμπι, υποβαθμίζονται, αν δεν αγνοούνται παντελώς από τον «ορθόδοξο» μαρξισμό. - Βεβαίως ο δυτικός μαρξισμός είχε και αυτός τις αδυναμίες του, τις οποίες η αλήθεια είναι ότι ο Τζακόμπι σε μεγάλο βαθμό παραβλέπει. - Αν όμως αυτή ήταν μεταξύ άλλων η θετική συμβολή του ηττημένου, μια και δεν κατόρθωσε να νικήσει στην πράξη, δυτικού μαρξισμού, πρέπει να αναλογιστούμε ότι λίγα χρόνια αργότερα, μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση, δεν ανήκε μόνον αυτός στους ηττημένους αλλά και ο «ορθόδοξος» σοβιετικός μαρξισμός . Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες μπορούμε να κάνουμε λόγο για διαλεκτική της διπλής ήττας -τόσο του δυτικού όσο και του «ορθόδοξου» μαρξισμού. - Και στο βαθμό που θέλουμε να είμαστε μεθοδολογικά συνεπείς και αποδεχόμαστε ότι αν μη τι άλλο οι όποιες επιτυχίες-νίκες δεν αποτελούν κριτήριο αλήθειας, όπως αντίστροφα και οι όποιες αποτυχίες-ήττες κριτήριο λάθους, πρέπει να αναζητήσουμε και σε αυτήν τη δεύτερη ήττα γόνιμα στοιχεία για το σοσιαλισμό του μέλλοντός μας, στοιχεία που προκύπτουν τόσο από τα αρνητικά της όσο και από τα όποια θετικά της. - Τούτο σημαίνει ότι σε αντίθεση με όσους, και είναι πολλοί, μετά και απ' αυτήν την ήττα εγκατέλειψαν την όποια προσδοκία για ένα καλύτερο μέλλον, ή με όσους συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον «υπαρκτό» σαν προς επανάληψη θριαμβευτικό επίτευγμα, λες και δεν κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, πρέπει να αποδεχόμαστε μεν τις ήττες ως τέτοιες, ταυτόχρονα όμως να επιδιώκουμε να αντλούμε απ' αυτές ό,τι γόνιμο έχουν να μας προσφέρουν για ένα καλύτερο αύριο. - Υπ' αυτό το πρίσμα, όσο περίεργο κι αν φαντάζει αυτό, η δύναμή μας απορρέει πέραν των άλλων και από τη μέχρι τώρα αδυναμία μας να νικήσουμε. [Γιώργος Ρούσης, καθηγητής του Παντείου πανεπιστημίου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (10. 10. 2010)]
978-960-8263-86-4
|

|
|
Γκέοργκ Γιόζεφ Πάουλους,
Περί του ανθρωπίνου κάλλους ή
Μια άλλη κωμωδία
Μετάφραση: Δέσποινα Λέφα
Ο Georg Joseph Paulus γεννήθηκε το 1959 στο Bielefeld της Γερμανίας. Μουσικές σπουδές από μικρός και αργότερα σπουδές Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Συμπληρώνει τη μόρφωσή του με μουσικολογία στην Ακαδημία Santa Cecilia της Ρώμης, όπου ασχολείται ειδικότερα με τον μετεγγραφόμενο σε μουσική γραπτό λόγο και απ' όπου αποφοίτησε με τη διπλωματική: «Ε. Τ. Α. Χόφμαν - Ζακ Όφφενμπαχ: από τη σελίδα στο πόντιουμ». Συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, ζει αποτραβηγμένος στις όχθες του Ρήνου, όπου εργάζεται πάνω σε θέματα λογοτεχνίας και αισθητικής.
Το παρόν είναι το πρώτο του δοκίμιο που δημοσιεύεται στα ελληνικά.
Έχω την υπόνοια ότι το ανθρώπινο κάλλος από αρχαιοτάτων χρόνων υπέστη μια σημαντική νοητική διαστρέβλωση, με αποτέλεσμα να αναγορευθεί σε έργο τέχνης και να υπαχθεί στην Αισθητική και, μέσω αυτής, στην Ηθική, διαστρέβλωση εξαιρετικής αντοχής, παρά τη δαιμονοποίησή του κατά περιόδους από τα διάφορα θρησκευτικά δόγματα, όπως επίσης και ότι υπήρξε δέκτης μιας απαράδεκτα προνομιακής μεταχείρισης σε σχέση με τις υπόλοιπες «φυσικές καλλονές», φαινόμενο αναμενόμενο μέσα στον γενικευμένο ανθρώπινο επεκτατισμό.
Είναι αυτονόητο ότι το φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου, αποτελεί μια ηθική αξία με βάση αισθητική, η οποία ανάγεται σε αξία, όπως κι αν έχει, ακριβώς λόγω του ηθικού της βάρους, δηλαδή ο άνθρωπος μαθαίνει να του αρέσει ο κόσμος μέσα στον οποίο βρέθηκε, και όλες οι αισθητικές μορφές γίνονται αποδεκτές και αποκτούν αξιακή υπόσταση, ή άλλως ο υπαρκτός κόσμος αποκτά αισθητική αξία μέσω της ηθικής.
978-960-8263-94-9
|

|
|
Ζακ Ελλύλ,
Αναρχία και χριστιανισμός
Με επίλογο για την ελληνική έκδοση, γραμμένον από τον
Patrick Troude-Chastenet
(καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Montesquieu Bordeaux IV [CMRP-GRECCAP], προέδρου της Association Internationale Jacques Ellul, διευθυντή των Cahiers Jacques-Ellul, μέλους του board of directors του The International Jacques Ellul Society)
Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν' αμφισβητήσω εδώ.
Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ' ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία, είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ' άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: «Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί». Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν' «αποσυμπιέζεται», συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα για να ριχτεί στην κατανάλωση), η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός.) Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ' την «κοινωνία».
978-960-8263-84-0
|

|
|
Συλλογικό έργο, ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ,
μετάφραση: Κώστας Παναγιωτίδης,
εκδ. Νησίδες,
159 σελ.
Εξώφυλλο: κολλάζ της Έλενας Λάμπρου
Τα κείμενα του βιβλίου αυτού εξετάζουν
από διάφορες οπτικές γωνίες
τις σχέσεις της σύγχρονης πόλης με το αυτοκίνητο,
ιδίως με το ιδιωτικό αυτοκίνητο.
Πραγματεύονται τη σταδιακή εκτόπιση
των άλλων τρόπων μετακίνησης,
την επιβολή, πραγματική και φαντασιακή,
του ιδιωτικού αυτοκινήτου,
τη δομή της πόλης που δημιουργείται έτσι
και εισηγούνται μέτρα
για να βελτιωθεί η κίνηση και η ζωή μας
στα αστικά κέντρα.
Στο Επίμετρο, ο γνωστός αμερικανός στοχαστής Λιούις Μάμφορντ
αναλύει τον «αμερικάνικο τρόπο θανάτου», δηλαδή τη λατρεία
του ιδιωτικού αυτοκινήτου στις Η.Π.Α.
Τα κείμενα:
Alfonso Sanz, Ένας άλλος τρόπος προσέγγισης στις συγκοινωνίες
Antonio Estevan, Ενάντια στις μεταφορές, η εγγύτητα
Agustin Garcia Calvo, Πρόοδος με τον σιδηρόδρομο, οπισθοδρόμηση με τον αυτοκινητόδρομο
Pilar Vega, Για ένα μορατόριουμ των υποδομών για μεταφορικά μέσα μεγάλης χωρητικότητας
Jose Antonio Millan, Οδοιπόρος ενός απέραντου τοπίου
Ole Thorson, Πώς να πραγματώσουμε τις δημόσιες μεταφορές και πώς να πάρουμε μια άλλη κατεύθυνση
Xavier Bermudez, Να είμαι ή να ζω
Isabel Escudero, Κινείται κάτι;
J. A. Gonzalez, Σου το λέω ανάποδα, για να με καταλάβεις
Σημείωμα του μεταφραστή
Επίμετρο: Λιούις Μάμφορντ, Ο αμερικάνικος τρόπος θανάτου
[978-960-8263-78-9]
|

|
|
ΑΣΓΚΕΡ ΓΙΟΡΝ,
Περί μορφής
μτφρ. Γιάννης Ιωαννίδης και Σπύρος Σκούφος
Κείμενα του δανού καλλιτέχνη Ασγκερ Γιορν (1914-1973)
«Το να προσάπτουμε σε ένα έργο τέχνης ότι είναι ακατανόητο ή δεν προσφέρει τίποτε σημαίνει ότι του προσάπτουμε ότι είναι έργο τέχνης. Το ίδιο είναι αν του προσάψουμε πως δεν δίνει τίποτε. Η τέχνη είναι σαν τα διεγερτικά: δεν προσφέρει τίποτε, αλλά αντιθέτως παίρνει, αποδεσμεύει και απελευθερώνει κάτι στον ίδιο τον θεατή. Η τέχνη είναι το όπιο του λαού» (Ασγκερ Γιόρν). - Το όνομα του Ασγκερ Γιόρν (1914-1973) είναι ελάχιστα γνωστό στην Ελλάδα, ενώ για κείνους που έχουν έρθει σε επαφή μαζί του είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον Γκυ Ντεμπόρ και την Καταστασιακή Διεθνή. Ο δανός εικαστικός, όμως, εκτός από πειραματικός καλλιτέχνης, ιδρυτής μερικών πρωτοποριακών ομάδων (αν και δεν αποδέχθηκε ποτέ αυτό τον όρο) και μέλος άλλων τόσων, υπήρξε και θεωρητικός της τέχνης, από τους πιο οξυδερκείς μάλιστα. Μια αρκετά αναλυτική περιγραφή των θεωρητικών του αναζητήσεων περιλαμβάνεται στο βιβλίο του ΠΕΡΙ ΜΟΡΦΗΣ. - Σε μια εποχή που η σύγχρονη τέχνη χαρακτηρίζεται από ελάχιστη έως μηδαμινή παραγωγή θεωρητικής σκέψης, το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να δώσει αφορμές για συζητήσεις με περιεχόμενο όχι μόνο για το νόημα της τέχνης αλλά και για το νόημα της ζωής. Η παρωχημένη αντίληψη ότι «όλα έχουν ειπωθεί» αποκοιμίζει τόσο τους καλλιτέχνες όσο και τους θεατές και τους υπαγορεύει υπογείως ότι δεν χρειάζεται καν να ανατρέχουν σε θεωρητικά κείμενα του χθες. Ο,τι παραλάβαμε από το χθες είναι έτσι κι αλλιώς εγγεγραμμένο στα γονίδιά μας. Κάθε στοχαστική δραστηριότητα, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί προϋπόθεση της τέχνης, σήμερα συνιστά ύβρη. Οι θεωρητικές συζητήσεις εξαντλούνται σε προσωπικές πολεμικές και κριτικές της τεχνικής. Η σημασία του έργου τέχνης στον μοντέρνο κόσμο έχει εξαλειφθεί. - Ο Γιόρν αντιτίθεται ρητά στην τεχνική και στην επιστήμη, στη μηχανοποίηση του κόσμου. Θεωρεί ότι η τέχνη ορίζεται αισθητικά, ηθικά αλλά και επιστημονικά. Αυτή είναι και «η ιδεολογική αφετηρία ενός μελλοντικού κόσμου». Τα κείμενά του δεν είναι ακριβώς διακηρύξεις, αλλά συνδιαλέξεις με άλλους θεωρητικούς. Συνιδρυτής μεν του Διεθνούς Κινήματος για ένα Φαντασιακό Μπάουχαους, αλλά πολέμιος των καλλιτεχνικών πρωτοποριών, τις οποίες ανέκαθεν θεωρούσε ύποπτες, γράφει ότι «ο εξτρεμισμός είναι συνήθως μια κενή στάση. Πάντα απομακρυνόμουν από κείνους που περιφέρονται με το παράσημο της πρωτοπορίας στο στήθος, ποτέ δεν με ενδιέφερε να φτάσω στα άκρα αν δεν το μπορούσα. Πάντα προσπαθούσα να διατηρώ στενότατη επαφή με τον λαό και τους εν γένει πνευματικούς κύκλους. Γι' αυτό, με μεγάλη μου απογοήτευση, υποχρεώνομαι να αναγνωρίσω ότι το κίνημά μας έφτασε σε ένα στάδιο στο οποίο του ταιριάζει μόνο το όνομα πρωτοποριακό κίνημα». Ωστόσο, η ανίχνευση της ουσίας των μορφών υποχρεώνει τον Γιορν να σταθεί στο κέντρο της καλλιτεχνικής πράξης, η οποία κατά τη γνώμη του απαιτεί την αδιάκοπη χρήση μιας πειραματικής μεθόδου. Ετσι, ο καλλιτέχνης είναι ένας άνθρωπος που διακινδυνεύει να κάνει όσα οι άλλοι αποφεύγουν, και το έργο του αποτελεί μια πειραματική ουτοπία. - Ο πειραματισμός είναι εξ ίσου σημαντικός με την εκπαίδευση και την έκφραση. Για να φτάσει ώς εκεί, ο δανός καλλιτέχνης πιάνει το νήμα της καταγωγής εννοιών όπως πρόοδος και εξέλιξη. Από την άλλη, επιθυμεί να καταργήσει την αιτιοκρατία, ανασύροντας την περίφημη φράση του Μαξ Στίρνερ: «Θεμελίωσα την υπόθεσή μου στο τίποτα». - Η αφετηρία της πειραματικής τέχνης, αλλά και της ζωής, εντοπίζεται, σύμφωνα με τον Γιόρν, στην αναρχική σκέψη, στην οποία όμως καταλογίζει τραγικά λάθη. «Το μόνο κοινό στον ορθολογικό εξτρεμισμό του Ουίλιαμ Γκόντγουιν, στον ατομιστικό εξτρεμισμό του Μαξ Στίρνερ, στον ηθικό εξτρεμισμό του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, στον θρησκευτικό εξτρεμισμό του Λέοντα Τολστόη, στον κολεκτιβιστικό εξτρεμισμό του Μπακούνιν, στον νατουραλιστικό εξτρεμισμό του Κροπότκιν, στον βίαιο εξτρεμισμό του Ραβασόλ και στον μηδενιστικό εξτρεμισμό του Νετσάγιεφ είναι ο εξτρεμισμός. Ο αναρχισμός, που απέδειξε την αδυναμία του εξτρεμισμού, είναι ο ίδιος εκδήλωση της ακραίας αδυναμίας του ατόμου στη σύγχρονη κοινωνία». Ως αποτέλεσμα, η κριτική του υποσημειώνει ότι ακόμη και η θεωρητική εργασία στον χώρο της τέχνης είναι και κριτική του γίγνεσθαι συνολικά.
(Μανώλης Ανδριωτάκης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15. 10. 2002)
¶σκερ Γιορν (1914-1973)
Εμπνευσμένος και πολυτάλαντος καλλιτέχνης, ψυχή πρωτοποριακών ομάδων των Μεταπολεμικών χρόνων, όπως η COBRA, τπ Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπάουχάους και η Καταστασιακή Διεθνής, φιλόσοφος και εραστής της ζωής και του ταξιδιού, διεθνιστής αγωνιστής με την ευγενέστερη σημασία του όρου και λάτρης των παραδόσεων του γενέθλιου τόπου του, που τις μελέτησε καταλήγοντας σε συναρπαστικά συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης, ο Γιορν συνεισέφερε αποφασιστικά στη μετεστραμμένη ζωγραφική και την ενιαία πολεοδομία, δημιούργησε την καταστασιακή τοπολογία, την γενική καταστασιολογία και την τριλεκτική μέθοδο, έφτιαξε μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ δύο μοναδικά πειραματικά βιβλία, έγραψε εκατοντάδες ριζοσπαστικά δοκίμια αισθητικής καταφέροντας αποφασιστικά χτηπήματα στιε ακαδημαϊκές συλλήψεις της, υπήρξε ο πληθωρικότερος στον κόσμο κεραμίστας, ανανέωσε μαζί με τον Πιερ Βέμεερ την τέχνη των ταπισερί αναζωογονώντας τις θεματικές της σκανδιναβικής κουλτούρας, δούλεψε σε στενή πάντα επαφή με καλλίτέχνες από τον χώρο της αρχιτεκτονικής και της λογοτεχνίας (από τους οποίους θα ξεχωρίσουμε τον μεγάλο δανό συγγραφέα και φίλο του A. Schade) και, φυσικά, δεν σταμάτησε ποτέ να ζωγραφίζει.
Το Περί Μορφής, ύμνος αλλά ταυτόχρονα και βαθιά συστηματική έρευνα τηε πεμπτουσίας της Τέχνης, είναι αυτό ακριβώς που υπόσχεται: η σκιαγραφία μίας μεθοδολογίας των τεχνών από ένα φλογερό καλλιτέχνη, στην προσπάθειά του ν'απαντήσει όσο πιο έγκαιρα και πειστικά γινόταν σ'ένα ερώτημα που παραμένει απολύτως επίκαιρο και είναι ίσως σήμερα ακόμα πιο φλέγον από τότε: ποια είναι η θέση των τεχνών και η παιδεία που πρέπει να λαμβάνει ο καλλιτέχνης την εποχή της μηχανής;
[ISBN:
960-8480-91-4]
|

|
|
ΝΤΑΙΗΒΙΝΤ ΦΡΙΣΜΠΥ,
Στιγμιότυπα της νεωτερικότητας
Έ(Γκέοργκ Ζίμμελ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ζήγκφρηντ Κρακάουερ)
Τα κείμενα που δημοσιεύονται εδώ ερευνούν διαστάσεις της νεωτερικότητας στα γραπτά τριών γερμανών θεωρητικών, που ο καθένας τους έμεινε με τον τρόπο του πολύ περιθωριακός στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην κουλτούρα της εποχής του: του Georg Simmel (Ζίμμελ, 1858-1918), του Walter Benjamin (Μπένγιαμιν, 1892-1940) και του Siegfried Kracauer (Κρακάουερ, 1884-1966). Στην παρούσα συλλογή κειμένων περιέχονται στοιχεία των έργων του Ζίμμελ, του Μπένγιαμιν και του Κρακάουερ που σχετίζονται συγκεκριμένα με τις έρευνές τους για τη νεωτερικότητα.
O ποιητής Charles Baudelaire [Μπωντλαίρ] εισήγαγε το 1863 την έννοια της modernite [νεωτερικότητας], ως «το παροδικό, το φευγαλέο, το συμπτωματικό, το μισό της τέχνης που το άλλο της μισό είναι το αιώνιο και το αναλλοίωτο». Στρέφει το ενδιαφέρον του στο εφήμερο, στο φευγαλέο, στο συμπτωματικό, καθώς και στο πρόβλημα της σύλληψης της καινοφάνειας της νεωτερικής στιγμής στη δυναμική της παρουσία. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ιδέα της νεωτερικότητας ως την ασυνεχή εμπειρία του χρόνου, το εφήμερο του χώρου, το φευγαλέο, και την ιδέα της αιτιότητας ως αντικαθιστάμενη από το συμπτωματικό. Συνεπώς, ο ζωγράφος της νεωτερικής, απερίφραστα αστεακής ζωής πρέπει ν' αδράξει τη νεωτερικότητα σ' όλη της την αμεσότητα, στον παροντικό της χαρακτήρα.
Ο τίτλος του παρόντος βιβλίου, Στιγμιότυπα της νεωτερικότητας, καταδεικνύει την αποσπασματική προσέγγιση της νεωτερικότητας από τους τρεις στοχαστές. Πολλοί κοινωνικοί θεωρητικοί προσεγγίζουν τη νεωτερικότητα ως μία ενιαία δυναμική αυξανόμενης περιπλοκότητας, ορθολογισμού ή καπιταλιστικής ανάπτυξης με διάφορες μεταμφιέσεις. Οι κοινωνικές επιστήμες βρίθουν θεωριών του εκσυγχρονισμού, που προσπαθούν να συλλάβουν πώς οι κοινωνίες έγιναν και γίνονται νεωτερικές. Αλλά η έννοια της νεωτερικότητας των Ζίμμελ, Μπένγιαμιν και Κρακάουερ απέχει πολύ από τις ποσοτικές, μεγαλόσχημες θεωρίες. Αντιθέτως, δίνουν την έμφαση στις ποιοτικές μεθόδους, που μας βοηθούν να ερευνήσουμε τους τρόπους με τους οποίους βιώνουμε το καινούργιο στη νεωτερική κοινωνία. Ο όρος «στιγμιότυπα» σχετίζεται με την ανάπτυξη, περί τα μέσα του 19ου αι., μίας τεχνολογίας που μεταμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο απεικονίζονταν η πόλη και η ζωή στην πόλη. Η φωτογραφία προσπάθησε να συλλάβει τη δυναμική της νεωτερικότητας με βάση τις επιμέρους στιγμές της ή τις στιγμιαίες εικόνες της. Παράλληλα, ο στιγμιαίος χαρακτήρας του παρόντος στη νεωτερική μας εμπειρία είχε επίσης αναγνωρισθεί ως καίριο χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας.
Με διαφορετικούς τρόπους, ο Ζίμμελ, ο Μπένγιαμιν και ο Κρακάουερ ερεύνησαν τη σημασία της στιγμιαίας απεικόνισης των πραγμάτων.
Ο Νταίηβιντ Φρίσμπυ είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους κοινωνικούς θεωρητικούς, με πλούσιο διδακτικό και συγγραφικό έργο. Αν και ευρύτερα γνωστός στην κοινωνιολογία ως αυθεντία στο έργο του Ζίμμελ, η κοινωνική θεωρία του Φρίσμπυ δεν περιορίζεται στην πολύπλευρη ανάλυση της σκέψης του γερμανού θεωρητικού. Σε μια εποχή που οι παλαιότερες ερμηνείες των κοινωνικών φαινομένων και της ίδιας της επιστήμης φαίνονταν να χάνουν το βάρος τους και να παραμερίζονται από τον αρνητικό μηδενισμό ενός «μεταμοντερνισμού» που δήθεν ανακάλυπτε μια νέα εξήγηση για την κατάρρευση των ερμηνειών αυτών, ο Φρίσμπυ επέμεινε ότι η μετανεωτερικότητα [μεταμοντερνισμός] δεν είναι παρά το καινούργιο πρόσωπο, άλλη μια μάσκα δηλαδή, της νεωτερικότητας την οποία συναντούμε στα γραπτά του Νίτσε, του Ζίμμελ, του Βέμπερ, του Μαρξ, του Μπένγιαμιν, του Κρακάουερ και άλλων κριτικών της «νεωτερικής ζωής». Ο Φρίσμπυ αντιμετώπισε με σκεπτικισμό την απελευθερωτική άρνηση που υποστήριζαν πολλοί μεταμοντερνιστές συγγραφείς, όπως ο Μπωντριγιάρ, και επισήμανε τη συνέχιση της ατελεύτητης αναζήτησης αυτού που μπορούμε να γνωρίσουμε σ' έναν και για έναν κοινωνικό κόσμο που φαίνεται να μεταμορφώνει καθημερινά την ιδέα, τη σημασία αλλά και πιθανόν την ουσία της γνώσης της κοινωνικής ζωής.
Ο David Frisby σπούδασε στη London School of Economics και πήρε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Έχει και Masters στην αρχιτεκτονική από τη Σχολή Αρχιτεκτονικής Mackintosh της Σχολής Καλών Τεχνών της Γλασκόβης. Έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια, όπως στης Γλασκόβης, στο Yale, στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU), στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, στο Πανεπιστήμιο της Konstanz και στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Από το 2005 είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο Cities Programme της London School of Economics. Έχει εκδώσει ώς τώρα εννέα βιβλία, μεταξύ των οποίων: Fragments of Modernity, 1985, Cityscapes of Modernity, 2001, Georg Simmel, 1984, 2η έκδ. επαυξημένη 2002, Simmel and Culture, σε συνεργασία με τον Mike Featnerstone, 1997.
Έχει επιμεληθεί και μεταφράσει στα αγγλικά πολλά έργα του Simmel, από τα οποία ξεχωρίζει η Φιλοσοφία του χρήματος (3η έκδ. επαυξημένη 2004).
[ISBN:
978-960-8263-79-6
|

|
|
ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ,
Ο ¶ιχμαν στην Ιερουσαλήμ
Έκθεση για την κοινοτοπία του κακού
Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
Το βιβλίο αυτό είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε μια έκδοση
με πολλά λάθη το 1995. Ξανακυκλοφορεί σήμερα.)
Αντιμέτωποι με το κακό
Το σπουδαίο βιβλίο της Χάννα Αρεντ Ο ΑΪΧΜΑΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ. ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας (εκδόσεις Νησίδες, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς).

Ας θυμηθούμε τα γεγονότα: Τον Μάιο του 1960, ο Αντολφ Αϊχμαν, πρώην αξιωματούχος του Γ' Ράιχ, συλλαμβάνεται από ισραηλινούς πράκτορες στην Αργεντινή, όπου είχε καταφύγει, και οδηγείται στο Ισραήλ. Η κύρια ευθύνη του Αϊχμαν στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος ήταν η οργάνωση της μεταφοράς εκατομμυρίων Εβραίων από όλη την Ευρώπη προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης - ένα «καθήκον» που το εκπλήρωσε με ιδιαίτερο ζήλο και αποτελεσματικότητα. - Η δίκη του Αϊχμαν θα διαρκέσει από τις 11 Απριλίου ώς τις 14 Αυγούστου του 1961. Η γερμανοεβραία φιλόσοφος Χάνα Αρεντ παρακολούθησε όλη τη διαδικασία της δίκης ως απεσταλμένη της αμερικανικής εφημερίδας New Yorker. - Η Αρεντ διαπίστωσε ότι ο Αϊχμαν δεν ήταν από την αρχή ένας κακός και σκληρός εγκληματίας ή ένας παρανοϊκός δολοφόνος. Και το πιο τρομερό ήταν ακριβώς αυτό, το ότι δηλαδή επρόκειτο για ένα κοινό και συνηθισμένο πρόσωπο, το οποίο τις περισσότερες φορές ήταν ανίκανο να σκεφτεί το βαθύτερο νόημα των ενεργειών του, να σταθεί και να αναρωτηθεί τι ήταν αυτό που έκανε. - Ο Αϊχμαν δεν σκεφτόταν και σε αυτό έμοιαζε με τους περισσότερους από μας, τους κοινούς ανθρώπους, που ενεργούμε πολύ συχνά χωρίς βαθύτερη σκέψη, υπό την πίεση των περιστάσεων, υποκινημένοι από τη συνήθεια ή τη επίδραση του περιβάλλοντος ή από κάποια «μηχανική» ώθηση.

Αυτός ο ναζί γραφειοκράτης ήταν η ζωντανή επιβεβαίωση ότι το κακό μπορούσε να γίνει «κοινότοπο», να διαπραχθεί δηλαδή από κοινούς και συνηθισμένους ανθρώπους. - Ο Αϊχμαν διέπραξε ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, αλλά η ιδιαιτερότητα αυτού του μεγάλου κακού είναι το ότι διαπράχθηκε στο πλαίσιο του ναζιστικού καθεστώτος. Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα συλλογικό έγκλημα, στη διάπραξη του οποίου εμπλέκεται πολύ μεγάλος αριθμός δραστών, με διαφορετικό βαθμό ευθύνης και ενοχής. Επρόκειτο, επίσης, για ένα κρατικό έγκλημα. Στις συνήθειες του ολοκληρωτικού ναζιστικού καθεστώτος, αυτοί που εφάρμοζαν τον νόμο ήταν πολύ πιο επικίνδυνοι από εκείνους που τον παραβίαζαν. Αυτός ο νέος τύπος του κρατικού εγκλήματος αναδείκνυε και ένα νέο τύπο εγκληματία. Τα κίνητρα του Αϊχμαν δεν διέφεραν από εκείνα ενός μεγάλου μέρους της γερμανικής κοινωνίας. - Το κυριότερο κίνητρό του ήταν η επιθυμία του για επαγγελματική άνοδο και επιτυχία. Αλλά η διαπίστωση αυτού του κομφορμισμού δεν αρκεί. Το δυσεπίλυτο αίνιγμα είναι να κατανοήσουμε το πώς ένας άνθρωπος που ήταν τέλεια πληροφορημένος για το αποτέλεσμα της «εργασίας» του -γνώριζε ότι οι Εβραίοι οδηγούνται στην εξόντωση- μπορούσε να αποσυνδέει τόσο αυτήν την «εργασία» από το αποτέλεσμά της, ώστε να μη νιώθει καμία τύψη γι' αυτό που διέπραξε. - Στον Αϊχμαν, η απουσία της συμπόνιας συμβάδιζε με την απουσία της σκέψης και την έλλειψη φαντασίας. Πώς μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο που δρα ως υπάκουος υπάλληλος μιας εξουσίας, της οποίας οι διαταγές είναι εγκληματικές, και που χάνει βαθμιαία την ικανότητα να κρίνει και να ξεχωρίζει το καλό από το κακό; - Η καταστροφικής επίθεση του ναζισμού στον ανθρώπινο πολιτισμό εκφράστηκε όχι μόνο με το γεγονός ότι αυθεντικοί και μεγάλοι εγκληματίες κατέλαβαν τις ηγετικές θέσεις της εξουσίας, αλλά και με το ότι το ναζιστικό καθεστώς οδήγησε τους απλούς και συνηθισμένους ανθρώπους να αποδεχθούν τα κρατικά εγκλήματα -ή και να συμμετάσχουν σε αυτά- χωρίς να θεωρούν ότι πρόκειται για κάτι κακό, στο βαθμό που η διάπραξή τους εμφανιζόταν σαν ένα είδος «εργασίας» ή εκτέλεσης καθήκοντος. - Η θέση που αποδίδει στο κακό τα γνωρίσματα του τερατώδους, της συνειδητής αγριότητας και της θηριωδίας λειτουργεί καθησυχαστικά, γιατί το απομακρύνει από τον ορίζοντα της καθημερινής μας εμπειρίας, το περιορίζει σε μια μακρινή περιοχή, στην οποία οι άνθρωποι αποφασίζουν να μπουν μόνον όταν είναι έτοιμοι να σκοτώσουν, να επαναλάβουν την αρχέγονη πρακτική της φονικής βίας και των ανθρωποθυσιών, από τις οποίες μας χωρίζουν χιλιετίες. - Ο φονιάς, ο δήμιος, ο σφαγέας παίρνει τα διαβολικά χαρακτηριστικά του «βάρβαρου» και γι' αυτό αναγνωρίζεται αμέσως και επομένως μπορεί πιο εύκολα να εντοπιστεί και να καταπολεμηθεί. Το κακό που εκφράζεται με τον τρόμο, την αγριότητα και τη φρίκη είναι πιο εύκολο να δαμαστεί. Το κακό που μας ζητάει η Αρεντ να αναγνωρίζουμε και να καταπολεμάμε είναι πιο ύπουλο και πιο επικίνδυνο, γιατί δεν έχει την όψη του «εχθρού», ούτε καν του διαφορετικού, και επομένως μπορεί να διαβρώνει από τα μέσα τα θεμέλια της πολιτισμένης συμβίωσης. - Τονίσαμε ήδη ότι το κακό που διέπραξε ο ναζισμός δεν το διέπραξε μια ολιγάριθμη ομάδα σαδιστών, αγρίων ή τεράτων (όσο και αν υπήρξαν στις τάξεις του και παθολογικές περιπτώσεις) αλλά το διέπραξαν εκατομμύρια άνθρωποι. - Δεν ωφελεί επομένως να αναζητήσουμε την εξήγηση στον χαρακτήρα αυτών των ανθρώπων, αλλά πρέπει μάλλον να ερευνήσουμε τις ιδιότητες της κοινωνίας που επιτρέπει τη διάπραξη τέτοιων μαζικών εγκλημάτων. - Προεκτείνοντας την προβληματική της Αρεντ, ο Τσβετάν Τόντοροφ στο βιβλίο του ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ (Νησίδες, 2002) υποστηρίζει ότι το βαθύτερο αίτιο αυτών των εγκλημάτων δεν βρίσκεται στο άτομο αλλά στο πολιτικό καθεστώς, δηλαδή στον ολοκληρωτισμό: «Ο ολοκληρωτισμός είναι ένα σύστημα αναμφισβήτητα χειρότερο από τη δημοκρατία, ιδού τι είναι (σήμερα) ξεκάθαρο. Οσο για τους ανθρώπους, δεν είναι φύσει καλοί ούτε κακοί, αλλά και τα δύο: εξ ίσου εγγενείς είναι ο εγωισμός και η φιλαλληλία».
(Θανάσης Γιαλκέτσης, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21.6.2009)
Ο Αντολφ Αϊχμαν (1906-1962) γεννήθηκε στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Αυστρία, ήταν γόνος μεσοαστικής οικογένειας και είχε εργαστεί ως εμπορικός αντιπρόσωπος, όταν προσχώρησε στο ναζιστικό κόμμα της Αυστρίας το 1932. Το 1934 έγινε δεκτός, έπειτα από αίτησή του, στην Υπηρεσία Ασφαλείας και άρχισε να ανεβαίνει στην ιεραρχία των S.S., ιδιαίτερα μετά την επιτυχημένη αποστολή του να οργανώσει την εκτόπιση των εβραίων της Βιέννης το 1938. Λόγω των «γνώσεών» του για το εβραϊκό ζήτημα και των συγχωνεύσεων υπηρεσιών θα τοποθετηθεί στην Κεντρική Υπηρεσία Ασφαλείας του ναζιστικού καθεστώτος. Ως επικεφαλής του τομέα IV-B-4 [των εβραϊκών ζητημάτων] από τα 1941 έως το τέλος του πολέμου ανέλαβε την οργάνωση της μεταφοράς των εβραίων της Ευρώπης (μεταξύ αυτών, και των ελλήνων εβραίων) στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης. Μετά τον πόλεμο κατέφυγε στην Αργεντινή με διαφορετικό όνομα. Οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ τον ανακάλυψαν, τον απήγαγαν και τον μετέφεραν στο Ισραήλ, όπου δικάστηκε το 1961, καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε το 1962. Τη δίκη του παρακολούθησε η διακεκριμένη φιλόσοφος Χάννα Αρεντ, η οποία την κάλυψε δημοσιογραφικά για το περιοδικό The New Yorker και στη συνέχεια, το 1963, εξέδωσε τα κείμενά της σε μορφή βιβλίου με τίτλο Ο ΑΪΧΜΑΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ. - Όταν εκδόθηκε το βιβλίο προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Ο κυριότερος λόγος ήταν ότι έφερε το θέμα της εξόντωσης των εβραίων από τους ναζί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η εξόντωση των εβραίων ήταν ασφαλώς γνωστή, αλλά δεν είχε αναδειχθεί η μοναδικότητά της: οι εβραίοι συγκαταλέγονταν στα εκατομμύρια θύματα που προκάλεσε ο ναζισμός κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα αίτια, η προετοιμασία, ο σχεδιασμός, η οργάνωση, η διαδικασία της συστηματικής εξόντωσης περίπου έξι εκατομμυρίων αθώων πολιτών της Ευρώπης δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και επιστημονικής έρευνας. Λίγες μαρτυρίες για τη γενοκτονία είχαν εκδοθεί μέχρι τότε, ο Ψυχρός Πόλεμος και η ανοικοδόμηση είχαν θέσει άλλες προτεραιότητες, ενώ η συντόμευση της διαδικασίας της αποναζιστικοποίησης είχε επιτρέψει την αποκατάσταση πρώην ναζί αξιωματούχων στη Δυτική Γερμανία. Η δημισότητα που έλαβε η δίκη του ΑΪχμαν, το βιβλίο της Αρεντ μαζί με την κυκλοφορία της θεμελιώδους μελέτης του Ραούλ Χίλμπεργκ The Destruction of the European Jews (1961) έφεραν αντιμέτωπη για πρώτη φορά τη διεθνή κοινή γνώμη με τη γενοκτονία των εβραίων. - Αυτός δεν ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο το βιβλίο της Αρεντ συζητήθηκε. Κατ' αρχάς, η Αρεντ άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο αποδόθηκε δικαιοσύνη στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ: δύσκολα μπορούσε να δικαιολογηθεί η απαγωγή-σύλληψή του στην Αργεντινή, ενώ υποστήριξε ότι αρμόδιο να δικάσει τον Αϊχμαν για τα «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» που διέπραξε θα ήταν ένα διεθνές δικαστήριο (στα πρότυπα του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης) και όχι ένα ισραηλινό. Η Αρνετ καταφέρεται και εναντίον του μύθου της γερμανικής «αντίστασης» στον Χίτλερ: όχι μόνο ήταν περιθωριακό φαινόμενο, αλλά και αυτό που θεωρήθηκε ότι ήταν η σημαντικότερη πράξη αντίστασης (η απόπειρα κατά του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944) δεν είχε ηθικά αλλά εθνικιστικά κίνητρα. Τέλος, αυτό που ίσως προκάλεσε μεγαλύτερη συζήτηση ήταν η ευθύνη που επέρριψε η Αρεντ στα Εβραϊκά Συμβούλια για τη συνεργασία τους με τις γερμανικές αρχές: με αυτό τον τρόπο πρακτικά διευκόλυναν την εξόντωση των ομοθρήσκων τους. Από κει και πέρα, αυτό που απασχόλησε τη συγγραφέα ήταν το τι εκπροσωπούσε ο άνθρωπος που καθόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. - Στο πρόσωπο του Αϊχμαν η Αρεντ δεν είδε κάποιο φανατικό ιδεολόγο ή μια ψυχικά διαταραγμένη προσωπικότητα, αλλά αντίθετα ένα νομοταγή πολίτη, ο οποίος υπάκουε στους ανωτέρους του και εκτελούσε «άνωθεν διαταγές». Ο Αϊχμαν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος, που έκανε απλώς άλλη μια γραφειοκρατική δουλειά - από αυτό προκύπτει και ο υπότιτλος για την «κοινοτοπία του κακού». Το πρόβλημα με τον Αϊχμαν, γράφει η Αρεντ, δεν ήταν ο φανατισμός του αλλά η συνείδησή του (σ. 118), η οποία τον παρακίνησε να συνεχίζει μέχρι το τέλος του πολέμου την υλοποίηση της Τελικής Λύσης και τελικά να γίνει αυτό που ζητούσε ο Χίμμλερ από τους άνδρες των S.S. «υπεράνθρωπα απάνθρωποι» (σ. 87). Ο Αϊχμαν υπερασπίστηκε τον εαυτό του στην ίδια γραμμή: υποστήριξε ότι αυτό ήταν το καθήκον του ως νομοταγούς πολίτη. Η Αρεντ αντλεί από αυτή την κοινότοπη φράση-δικαιολογία, για να ασκήσει κριτική στο φαινόμενο του ναζισμού. - Η κριτική που ασκεί στο φαινόμενο του ναζισμού απηχεί -όπως μας θυμίζει στο Επίμετρο η Πηνελόπη Κουφοπούλου- τις ιδέες που είχε αναπτύξει παλαιότερα στο τρίτομο έργο της Η καταγωγή του ολοκληρωτισμού (1951). Ετσι, στο πρόσωπο του Αϊχμαν δεν βλέπει την αποκορύφωση του αντισημιτισμού ούτε, πολύ περισσότερο, τη γενοκτονία των εβραίων ως την πεμπτουσία του ιδιαίτερου αντισημιτισμού της γερμανικής κοινωνίας. Η Αρεντ κατευθύνει την κριτική της στην ηθική εξαχρείωση που προκάλεσε το ναζιστικό καθεστώς στη γερμανική κοινωνία, με την υπονόμευση των στοιχειωδέστερων ηθικών αρχών και κανόνων που συνέχουν μια κοινωνία στο όνομα της εκπλήρωσης ενός σκοπού και της πίστης σε έναν ηγέτη. Οι πολιτικές συνθήκες γέννησαν έναν νέου τύπου εγκληματία, ο οποίος «αδυνατεί να ξέρει και να νιώθει πως κάνει κάτι κακό» (σ. 215). Τέσσερις δεκαετίες μετά την έκδοσή του το βιβλίο της Αρεντ παραμένει σημαντικό, όχι τόσο για τα στοιχεία που περιέχει σχετικά με τη γενοκτονία των εβραίων της Ευρώπης (αν και η ελληνική βιβλιογραφία για το θέμα παραμένει απελπιστικά φτωχή) όσο για τον στοχασμό που κατέθεσε για το πώς μέσα σε λίγα χρόνια ένας συνηθισμένος άνθρωπος μετατράπηκε στον οργανωτικό εγκέφαλο της εξόντωσης εκατομμυρίων εβραίων.
(Πολυμέρης Βόγλης, ΤΑ ΝΕΑ, 16-17. 5. 2009)
Λαμπρή και ανησυχητική μελέτη του χαρακτήρα και της δίκης του Αντολφ Αϊχμαν. - Αν και γραμμένο πολύ προσωπικά και παρορμητικά, αντανακλά όχι μόνο τα σπουδαία αναλυτικά προτερήματα της φιλοσόφου συγγραφέως του, αλλά και συμπόνια, οργή, γνήσια αίσθηση της τραγωδίας, μεγάλο θάρρος, πνευματική ανεξαρτησία και λαμπρή ανθρωπιά. - Μια βαθιά και τεκμηριωμένη ανάλυση των ζητημάτων και του υποβάθρου της ιστορίας της δίκης του Αϊχμαν: τι πράγματι είναι το κακό. Αναστατώνει το μυαλό και ταρακουνάει τη συνείδηση.
(Γιώτα Συκιώτη, Index, τεύχ. 30, Απρίλιος 2009)
Η φιλόσοφος Χάννα ¶ρεντ (1906-1975) κάλυψε την δίκη του ¶ιχμαν για το The New Yorker, στο οποίο η έκθεσή της δημοσιεύθηκε ως μια σειρά άρθρων το 1963.
Γι' αυτή την αναθεωρημένη και διευρυμένη έκδοση του βιβλίου,
η συγγραφέας πρόσθεσε υλικό που έγινε γνωστό μετά τη δίκη
και έναν Επίλογο στον οποίο αναφέρεται στις συζητήσεις που προκάλεσε το βιβλίο.
Ο ¶ντολφ ¶ιχμαν ήταν ο αξιωματούχος του Γ΄ Ράιχ ο «ειδικός στο εβραϊκό πρόβλημα». Ισραηλινοί πράκτορες τον συνέλαβαν στην Αργεντινή, τον μετέφεραν στο Ισραήλ, εκεί δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε το 1961.
Το πρόβλημα με τον ¶ιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν
και ότι οι περισσότεροί τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε σαδιστές,
αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί.
«Λαμπρή και ανησυχητική μελέτη του χαρακτήρα και της δίκης του ¶ντολφ ¶ιχμαν».
- Stephen Spender, The New York Review of Books
«Το καθήκον που ανέλαβε ξεπερνά κατά πολύ τα εγκλήματα ενός ανθρώπου,
αφού πραγματεύεται το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας,
το πρόβλημα του ανθρώπου σ' ένα νεωτερικό ολοκληρωτικό σύστημα.
Η καλύτερη προστασία μας από τον καταπιεστικό έλεγχο και τον απανθρωποποιητικό ολοκληρωτισμό
εξακολουθεί να είναι η προσωπική κατανόηση των γεγονότων όπως έγιναν.
Μ' αυτό τον στόχο, η Χάννα ¶ρεντ μας έχει δώσει πλούσιο υλικό».
- Bruno Bettelheim, The New Republic
«Γραμμένο πολύ προσωπικά και παρορμητικά,
το βιβλίο αυτό αντανακλά μεγάλο θάρρος, μεγάλη πνευματική ανεξαρτησία και μια λαμπρή ανθρωπιά.
Δεν είναι «άψυχο», αλλά αντανακλά όχι μόνο τα σπουδία αναλυτικά προτερήματα της συγγραφέως του
αλλά και συμπόνια, οργή και μια γνήσια αίσθηση τραγωδίας».
- Frederic S. Burin, Political Science Quarterly
«Το μεγάλο προσόν του βιβλίου είναι ότι δείχνει,
με μια βαθιά και τεκμηριωμένη ανάλυση των ζητημάτων
και του υπόβαθρου της ιστορίας της δίκης του ¶ιχμαν,
τι πράγματι είναι το κακό.
Το βιβλίο αυτό θ' αναστατώσει το μυαλό
και θα ταρακουνήσει τη συνείδησή μας».
- Hans Morgenthau, Chicago Tribune
Επιλέχθηκε ως ένα από τα 50 πιο αξιόλογα βιβλία του 1963
από την American Library Association.
[ISBN:
978-960-8263-91-8]
|

|
|
Ξ. Α. Κοκόλης,
Δυο τόποι - δυο ποιήματα
«Πρέβεζα» του Κ. Καρυωτάκη
«Ιερά Οδός» του Α. Σικελιανού
Η συνύπαρξη στο ανά χείρας βιβλίο δύο τόσο διαφορετικών ποιημάτων,
γραμμένων από δύο τόσο διαφορετικούς ποιητές,
θα μπορούσε να είναι τυχαία, δηλαδή αυθαίρετη?
αλλά δεν είναι, νομίζω.
Εκτός του ότι τα δύο ποιήματα προέκυψαν από και μέσα σε δυο συγκεκριμένους τόπους (που όμως κι αυτοί διαφέρουν διαμετρικά),
υπάρχει κάτι ακόμη που τα συνδέει - κατά κάποιον, έστω, τρόπο:
αυτό που συμβαίνει με τους τίτλους τους.
Το ποίημα του Καρυωτάκη είχε «τελικό τίτλο»,
σε αυτόγραφο που μάλλον έχει χαθεί, Επαρχία?
φαίνεται ότι ο ποιητής ήθελε (δικαίως, θα έλεγα)
το κείμενό του να αφορά όχι μόνο έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο,
αλλά μια πολιτικοκοινωνική κατηγορία κατοικημένων χώρων.
Ο Σικελιανός είχε κλείσει τον τίτλο του ποιήματός του
σε εισαγωγικά: «Ιερά Οδός»?
έτσι ώστε το κείμενο να αναφέρεται όχι μόνο στην Ιερά Οδό της Αττικής,
αλλά σε μια κατηγορία βιωματικών-ψυχικών εμπειριών
που οδηγούν σε μια λυτρωτική αποκάλυψη,
παρόμοια με εκείνη που συνέβαινε
στο «Ιερό της Ψυχής, στην Ελευσίνα».
Όπως και νά 'ναι, τα δύο ποιήματα,
η Πρέβεζα του Καρυωτάκη και η «Ιερά Οδός» του Σικελιανού,
εντάσσονται ―για λόγους διαφορετικούς το καθένα―
στα σημαντικότερα επιτεύγματα της νεοελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα.
O Ξ(ενοφών του) Α(στερίου) Κοκόλης (1939) ζει στη Θεσσαλονίκη. Δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο Α.Π.Θ. από το 1965 ώς το 2005. Εκτός από τα βιβλία και τα άρθρα του, επιμελήθηκε φιλολογικά τους δίσκους Η Ζωή Καρέλλη διαβάζει Καρέλλη (1988), Η Θεσσαλονίκη στα ρεμπέτικα, 1 και 2 (1988, 1991) και ΄Ανοιξη στη Σαλονίκη - Primavera en Salonico, Σεφαραδίτικα λαϊκά τραγούδια (1994).
Μερικά από τα βιβλία του:
―«Λέξεις-άπαξ»: στοιχείο ύφους. Θεωρητική εξέταση. Καταγραφή στα «Ποιήματα»
του Γ. Σεφέρη, 1975.
―Τρεις μελέτες για μεταφράσεις (Lorca, Apollinaire, Moreas), 1977? β΄ έκδ.: Μικρο-
σκόπηση μεταφράσεων: Lorca, Apollinaire, Moreas, 1985.
― Δώδεκα ποιητές: Θεσσαλονίκη 1930-1960, 1979.
― Για το «¶ξιον Εστί» του Ελύτη. Μια οριστικά μισοτελειωμένη ανάγνωση, 1984. ―«Θερμοπύλες» και «Πάρθεν»: ένα πλην και ένα συν στην ποίηση του Καβάφη, 1985.
― «δεν είναι πια τραγούδι αυτό». Ο μελοποιημένος Καρυωτάκης, 1987.
― «Αλληλεγγύη»: Λογοτέχνες και λογοτεχνήματα στην πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή, 1992.
―Σεφερικά μιας εικοσαετίας, 1993.
― Δύο μελετήματα για τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, 1993.
―Η ομοιοκαταληξία. Τύποι και λειτουργικές διαστάσεις του φαινομένου, 1993.
―«σε τι βοηθά λοιπόν ...» Η ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη. Μελέτες και σημειώματα, 2001.
― Ο μεταφραστής Σεφέρης. Αρνητική κριτική, 2001.
―¶νθρωποι και μη: τα όρια της φαντασίας στο Σκαρίμπα, 2001.
―Κωστής Παλαμάς, «Σατιρικά Γυμνάσματα». Νέα σχολιασμένη έκδοση, 2005.
―Ο κόσμος του καθρέφτη στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη (σχόλια), 2007.
-Στιχάκια του φλαμένκο, β΄ έκδοση αναθεωρημένη (α΄ έκδ. 1989), 2007.
-Τριάντα παρωδίες ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη, 2007.
-33 τάνγκο, 1903-1965, (εισαγωγή, μετάφραση), δίγλωσση έκδοση, 2008.
[ISBN:
978-960-8263-88-8]
|

|
| Τίτλος
βιβλίου |
|
ΖΑΚ ΕΛΛΥΛ,
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΟΥ
Ο γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ελλύλ (1912-1994) γεννήθηκε στο Μπορντώ.
Σπούδασε νομικά (διδάκτωρ το 1936) και δίδαξε στο Μομπελιέ,
στο Στρασβούργο, στο Κλερμόν-Φεράν.
Από το 1940 έως το 1944 συμμετείχε στην αντίσταση
εναντίον των γερμανών κατακτητών.
Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας, άρχισε να διδάσκει
στο Μπορντώ, στο Ίδρυμα Πολιτικών Μελετών (από το 1947).
Από τα πολλά έργα του, που διαβάστηκαν πολύ στη Γαλλία και
στις Η.Π.Α., ξεχωρίζουν τα ακόλουθα:
- Οι διάδοχοι του Μαρξ
- Ν' αλλάξουμε επανάσταση (το αναπόφευκτο προλεταριάτο)
- Αναρχία και χριστιανισμός
- Το τεχνολογικό σύστημα
- Η πολιτική αυταπάτη
- Η προδοσία της Δύσης
- Προπαγάνδες
Ποιος είναι ο Αστός; Αυτό το ερώτημα έχει απασχολήσει πολλούς διανοητές στο παρελθόν. Η δυσκολία του να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό όμως ωχριά μπροστά στη δυσκολία του να κατανοηθούν οι όποιες απαντήσεις από εμάς, τους σημερινούς αναγνώστες. Και η δυσκολία αυτή υπάρχει επειδή η σύγχρονη κοινωνία μας είναι τόσο βαθιά αστική, τόσο γαλουχημένη μέσα στην κατεξοχήν αστική νοοτροπία -που στο κέντρο της βρίσκεται η ιδεολογία της ευτυχίας και η ικανότητα αφομοίωσης των πάντων- που αυτή θεωρείται πια εντελώς δεδομένη, έχουμε χάσει δηλαδή το μέτρο σύγκρισης, έχει χαθεί από το οπτικό μας πεδίο το διαφορετικό, αυτό που θα καταδείξει μέσω της αντίθεσης τα δικά μας χαρακτηριστικά. Το παραπάνω φαινόμενο, της αδυναμίας δηλαδή του αυτοπροσδιορισμού λόγω έλλειψης αντιθέτου, γίνεται ολοφάνερο σε όποιον διαβάσει το «Η μεταμόρφωση του Αστού», ενός βιβλίου γραμμένου με σκοπό να περιγράψει και να εξηγήσει κατ' αρχήν την Αστική νοοτροπία και ταυτότητα (η μάλλον την έλλειψη αυτής) και στη συνέχεια την εξάπλωση και το μετασχηματισμό της νοοτροπίας αυτής στη μορφή που κατέχει σήμερα. Αν κατά την ανάγνωση του βιβλίου αναγνωρίσει κανείς κάποια από τα στοιχεία του Αστού στον εαυτό του δεν θα έχει άδικο: Είτε το θέλουμε είτε όχι ο αστισμός σαν νοοτροπία βρίσκεται παντού, έχει αφομοιώσει όχι μόνο τις τέχνες η τη θρησκεία αλλά ακόμα και τις ίδιες τις επαναστάσεις. Είναι ο χαμαιλέοντας που καταπίνει τα πάντα χρησιμοποιώντας ό,τι αυθεντικό βρίσκει προς όφελος της τάξης, της ευνομίας και φυσικά του κέρδους. Εμείς είμαστε μέρος του: Σε αυτόν μεγαλώσαμε, αυτόν γνωρίσαμε σαν μοναδικό δρόμο, αυτή τη νοοτροπία συναντήσαμε όπου και αν πήγαμε. Αναπόφευκτα, μπήκε μέσα μας, και γίναμε κι εμείς μέρος του. Το σημαντικότερο: δεν καταλάβαμε ότι αυτό συνέβη. Αυτό λοιπόν που καθιστά το κατά περίπτωση δηκτικό, σχεδόν σατιρικό δοκίμιο του Ζακ Ελλύλ τόσο επίκαιρο είναι το θεμελιώδες ζήτημα της ταυτότητας: αφού μας λείπει ο καθρέφτης, τότε χρειαζόμαστε κάποιον άλλο για να μας περιγράψει ποιοι πραγματικά είμαστε, να μας δείξει δηλαδή τις επιλογές μας και να μας ανοίξει την πόρτα της ελευθερίας. Και ο Ελλύλ παίζει το ρόλο αυτού του «άλλου» με περισσή επιτυχία. ¶λλοτε αναλύοντας περίτεχνα και άλλοτε σατιρίζοντας και διακωμωδώντας, μας δείχνει ότι τελικά η μεταμόρφωση του «εξαφανισμένου» πλέον Αστού δεν έδωσε σαν αποτέλεσμα παρά εμάς τους ίδιους.
(Μάριος Δαμουλιάνος, περιοδ. ΑΓΝΩΣΤΟ, Μάρτιος 2009)
Δεν υπάρχει πια αστός. Αυτό είναι πασίγνωστο. Και κανένας σήμερα δεν θα δεχόταν να τον χαρακτηρίσουν αστό. Πώς γίνεται, τότε, και ο αστός είναι μονίμως στόχος αμφισβήτησης και χλευασμού σε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες;
Γνωρίζαμε, άραγε, ποτέ τι ήταν ο αστός; Ήδη από τον 19ο αι. οι άνθρωποι παρουσίαζαν τα πιο διαφορετικά και αντιφατικά πορτραίτα του: υπήρξε αντικείμενο φθόνου, μίσους, θαυμασμού, χλεύης. Μπορούμε, πάντως, να δεχθούμε ότι υπήρξε η αστική τάξη. Αλλά πώς αναγνωρίζεται; Επειδή αποτελείται από αστούς; Μα πώς αναγνωρίζουμε τον αστό; Ο αστός, λέει ο Ελλύλ, έχει δυο χαρακτηριστικά: την ιδεολογία της ευτυχίας, την οποία αυτός κατασκεύασε, και την ικανότητα ν' αφομοιώνει τα πάντα, ν' απορροφά ό,τι του είναι πιο αντίθετο, πιο εχθρικό, και να το χρησιμοποιεί και να πορίζεται απ' αυτό όφελος (η προσοικείωση).
Ο αστός έχει εξαφανιστεί. Αλλά η επιρροή του; Μήπως έχουμε μεταβεί σε μια μετα-αστική κοινωνία; Φαίνεται πως όχι. Απεναντίας, η κοινωνία μας είναι εξ ολοκλήρου αστική. Οι μορφές σκέψης και συμπεριφοράς φανερώνουν πράγματι πως μας έχει κερδίσει όλους η ιδεολογία της ευτυχίας και πως οι μηχανισμοί της κοινωνίας είναι κυρίως μέσα αφομοίωσης. Ο αστός σήμερα είναι ο τεχνοκράτης, συντηρητικός ή κληρονόμος του 1968, αφοσιωμένος στη λατρεία του μηδενός και στην εξύμνηση της κοινωνίας του θεάματος.
Ποιος είναι ο αστός; Πώς μπορούμε να τον ορίσουμε; Ποιος είναι ο τύπος ανθρώπου που αυτός ενσαρκώνει; Ο Ζακ Ελλύλ παρατηρεί τα τέσσερα διαφορετικά πορτραίτα που έχουν φιλοτεχνηθεί στο παρελθόν για να απεικονίσουν την αστική προσωπικότητα. Ο αστός δεν ήταν εκείνος που πρωταγωνίστησε στην εποποιία της Βιομηχανικής επανάστασης; Ο αστός δεν ήταν εκείνος που σάρωσε το Παλαιό καθεστώς κάνοντας τη μεγάλη Γαλλική επανάσταση, εκείνος που ρίχτηκε με τόλμη στη δημιουργία νέων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών θεσμών; Από την άλλη μεριά, στα μάτια των συγγραφέων ο αστός είναι γελοίο πρόσωπο, είναι «αυτός που σκέφτεται χυδαία» (Φλωμπέρ). Και βέβαια, στα μάτια των φτωχών, ο αστός είναι ο σκληρός εκμεταλλευτής που ζει παρασιτικά συσσωρεύοντας κέρδη χάρη στον μόχθο των εργατών.
Τέλος, οι αστοί που δεν μπόρεσαν να συμφιλιωθούν με την αστική τους ύπαρξη αναγνώρισαν στον εαυτό τους τον παλιάνθρωπο, τον υποκριτή που άλλα λέει και άλλα κάνει, που κηρύσσει μια ηθική στην οποία ο ίδιος δεν πιστεύει.
Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που ορίζουν τον αστό είναι δύο, λέει ο συγγραφέας: Το πρώτο, το ιδεολογικό, είναι η ιδεολογία της ευτυχίας, που επινόησε και διέδωσε η αστική τάξη από τα τέλη του 18ου αι. Ήταν μια βαθιά τομή, επειδή άλλαζε ριζικά το νόημα και τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου και ταυτόχρονα τη σχέση του με την κοινωνία. Το δεύτερο, το οντολογικό, είναι η τρομερή αφομοιωτική δύναμη που χαρακτηρίζει τον αστικό πολιτισμό. Η αστική τάξη κατόρθωσε να αφομοιώσει όλες τις δυνάμεις που της εναντιώθηκαν: τα εργατικά κινήματα, τις καλλιτεχνικές και διανοητικές πρωτοπορίες, την επανάσταση, την αμφισβήτηση, την αριστερά. Αφομοιώνοντας και απορροφώντας τα πάντα, ο αστός προσαρμόζεται και μεταμορφώνεται. Έχει τη δύναμη του Πρωτέα και μπορεί να αλλάζει μορφή, να είναι πολλαπλός και αντιφατικός ενσωματώνοντας όλες τις καινοτομίες και ενώνοντας τα αντίθετα. Στη σύγχρονη εποχή της τεχνικής, η έκφραση και η κατάληξη της αστικής σκέψης είναι η ιδεολογία του μηδενός, που αναγγέλλει τον θάνατο του ανθρώπου ως αυτόνομου υποκειμένου.
(Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχ. 535, 10.1.2009)
[ISBN:
978-960-8263-80-2]
|

|
|
Ράσελ Τζάκομπυ Ασαφής εικόνα
Ουτοπική σκέψη για μια αντιουτοπική εποχή
Με επίλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση
Πολλοί συγγραφείς θεωρούν τους ουτοπικούς και όαους τους συμπαθούν απερίσκεπτους ονειροπόλους στην καλύτερη περίπτωση και φονικούς ολοκληρωτικούς στη χειρότερη. Εν τούτοις, η ουτοπική σκέψη έχει όχι μόνον αδικηθεί, αλλά και η επιστροφή στον εικονοκλαστικό ουτοπισμό είναι απαραίτητη σήμερα. Η αντιουτοπική νοοτροπία καταδίκασε άδικα την ουτοπική σκέψη και προέτρεψε τους ανθρώπους να την βλέπουν με καχυποψία. Αλλά η εικονοκλαστική ουτοπική σκέψη είναι απαραίτητη, για να ξαναζωντανέψει την υπνώττουσα πολιτική φαντασία της κοινωνίας και να υποδείξει νέες ιδέες για το μέλλον.
«Όπως όλα τα έργα του Τζάκομπυ, έτσι κι αυτό είναι μια επίκαιρη, παθιασμένη, θαρραλέα παρέμβαση κόντρα στο ρεύμα … πολύτιμο βιβλίο».
The Nation
«Στα τέσσερα καλογραμμένα και πολύ περιεκτικά κεφάλαια του βιβλίου του, ο Τζάκομπυ ερευνά μια πληθώρα ουτοπικών κινημάτων … για να κάνει τους αναγνώστες του να ονειρευτούν έναν καλύτερο κόσμο».
Publishers Weekly
Η ουτοπική σκέψη αντιμετωπίζεται με καχυποψία ή και με εχθρότητα στους καιρούς μας. Κατηγορείται ότι είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τους ολοκληρωτισμούς και τη βία που σημάδεψαν τον 20ό αι. Η κατάρρευση της δυστοπίας του "υπαρκτού σοσιαλισμού" έπληξε σοβαρά το πνεύμα της ουτοπίας. Ήδη στη διάρκεια του 20ού αι. σημαντικοί στοχαστές, όπως ο Πόπερ, η Άρεντ, ο Μπερλίν, αντιτάχθηκαν στην ουτοπική σκέψη και θέλησαν να φωτίσουν τους δεσμούς της με τη βία και την ανελευθερία. Ο Τζάκομπυ ανασκευάζει κριτικά την επιχειρηματολογία αυτού του φιλελεύθερου αντιουτοπισμού και υπερασπίζεται με θέρμη το πνεύμα της ουτοπίας. Όσοι καταλογίζουν στις ουτοπικές ιδέες την κύρια ευθύνη για το λουτρό αίματος και τα μαζικά εγκλήματα του 20ού αι. παραγνωρίζουν τον ολέθριο ρόλο που διαδραμάτισαν τα εθνικιστικά και θρησκευτικά πάθη, και οι συγκρούσεις για εξουσία, γη και ταυτότητα. Η αντιουτοπική προκατάληψη ορισμένων στοχαστών τούς οδηγεί να συγχέουν την ουτοπία (που εμπνέεται κατά κανόνα από ιδέες ειρήνης, ευτυχία, αδελφοσύνης, αφθονίας και δικαιοσύνης) ακόμη και με τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό που κήρυττε, αντιθέτως, τις ιδέες της φυλετικής καθαρότητας, του εθνικισμού και του πολέμου. Παρερμηνεύοντας τα έργα του Όργουελ ή του Χάξλεϋ, φτάνουν να θεωρούν τις δυστοπίες όχι αντίθετες των ουτοπιών αλλά συνεπή λογική τους εκπλήρωση. Ο Τζάκομπυ διακρίνει δυο ρεύματα της ουτοπικής σκέψης: τους "σκιαγραφηματικούς" ουτοπικούς, που περιέγραψαν με λεπτομέρειες το μέλλον, και τους "εικονοκλάστες" ουτοπικούς, που ονειρεύτηκαν μια καλύτερη κοινωνία αλλά αρνήθηκαν να δώσουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της. Η σκιαγραφηματική ουτοπία, με τα λεπτομερή σχέδιά της που προκαθορίζουν τη μορφή της μελλοντικής κοινωνίας, κρύβει συνήθως μια θέληση για κυριαρχία μάλλον, παρά για ελευθερία. Στην περίπτωσή της, η κριτική του φιλελεύθερου αντιουτοπισμού είναι ευθύβολη, γιατί η ελευθερία μαραίνεται όταν ορίζονται επακριβώς οι διαστάσεις της. Ο Τζάκομπυ υπογραμμίζει, ωστόσο, την αξία και τη γονιμότητα του εικονοκλαστικού ουτοπισμού και ερευνά τους δεσμούς του με την εβραϊκή παράδοση (και με τη βιβλική απαγόρευση των "λαξευμένων εικόνων"). Ένας κόσμος χωρίς ουτοπική αναζήτηση είναι ένας κόσμος χωρίς ελπίδα. Χρειαζόμαστε το ουτοπικό πάθος, για να εξερευνήσουμε τις δυνατότητες που κρύβει το μέλλον, αλλά και για ν' αναζωογονήσουμε την πολιτική, που σήμερα εμφανίζεται ανίκανη να διορθώσει μιαν ελαττωματική κοινωνική τάξη πραγμάτων.
(Θανάσης Γιαλκέτσης, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Ελευθεροτυπίας, τεύχ. 526, 31.10.2008)
«Όπως όλα τα έργα του Τζάκομπυ, έτσι κι αυτό είναι μια επίκαιρη, παθιασμένη, θαρραλέα παρέμβαση κόντρα στο ρεύμα … πολύτιμο βιβλίο».
The Nation
Στις «Νησίδες» κυκλοφορούν και τα έργα του:
-Οι τελευταίοι διανοούμενοι
-Διαλεκτική της ήττας. Περιγράμματα του Δυτικού μαρξισμού
[ISBN:
978-960-8263-76-5]
|

|
|
ΠΕΤΕΡ ΛΕΜΑΝ, ΑΝΝΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΟΥ (επιμέλεια)
ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ
Εμπειρίες επιτυχημένης διακοπής νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών,
αγχολυτικών, Ritalin, λιθίου και άλλων σταθεροποιητικών της διάθεσης
Μετάφραση: Αννα Εμμανουηλίδου
[I.S.B.N.: 978-960-8263-81-9]
Από τότε που υπάρχουν ψυχοφάρμακα, πολλοί νοσηλευόμενοι κόβουν από μόνοι τους τα φάρμακά τους. Μπορούμε να υποθέσουμε σε πόσους απ’ αυτούς εμφανίζεται, μόνο και μόνο γι’ αυτό, μια «υποτροπή», που τους οδηγεί φυσικά σε μια νέα αναγκαστική λήψη ψυχοφαρμάκων. Είμαι σίγουρος ότι πολλές τέτοιες προσπάθειες θα στέφονταν με επιτυχία, αν οι ενδιαφερόμενοι και οι οικογένειές τους γνώριζαν τα πιθανά προβλήματα και είχαν μια εικόνα για το τι πρέπει να κάνουν, ώστε να μην οδηγηθούν στην υποτροπή. Οι επαγγελματίες του χώρου της ψυχικής υγείας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν σκέφτονται σχεδόν καθόλου πώς να υποστηρίξουν τους πελάτες τους, όταν αυτοί αποφασίσουν να κόψουν τα φάρμακα. Ωστόσο, το να γυρίζουμε την πλάτη σ’ αυτούς τους ανθρώπους και να τους αφήνουμε ν’ αντιμετωπίσουν μόνοι το πρόβλημά τους, δείχνει χαμηλού επιπέδου συναίσθηση ευθύνης.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΙΖΟΥΝ:
Αννα Εμμανουηλίδου,
Κλινική Ψυχολόγος (Dr. Phil., Msc.)
Ιδρυτικό Μέλος του Παρατηρητηρίου για τα Δικαιώματα στον Χώρο της Ψυχικής Υγείας
Πέτερ Λέμαν,
Συγγραφέας και εκδότης στο Βερολίνο (Antipsychiatrieverlag),
ιδρυτικό μέλος του Σπιτιού Φυγής στο Βερολίνο (1989),
από το 2004 μέλος του INTAR (International Network for Alternatives and Recovery)
Pirkko Lahti,
Διοικητική Διευθύντρια της Φινλανδικής Ένωσης για την Ψυχική Υγεία,
Πρόεδρος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας για την Ψυχική Υγεία
Judi Chamberlin,
Διευθύντρια Εκπαίδευσης του Εθνικού Κέντρου Ενδυνάμωσης, Λόρενς Μασαχουσέτης
Μέλος Δ.Σ. της Mind Freedom International
Loren R. Mosher,
Διευθυντής της Ένωσης Προγραμμάτων «Σωτηρία»,
Κλινικός καθηγητής Ψυχιατρικής, Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Σαν Ντιέγκο
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πέτερ Λέμαν
1. Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Ilse Gold, Μετά το εξιτήριο
Peter Lehmann, Υποτρoπή στη ζωή
2. ΣΤΑΜΑΤΩΝΤΑΣ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Carola Bock, «Και επιτέλους τα είπα όλα…»
Gabor Gombos, Στα βήματα μιας ψυχιατρικής οικογενειακής κληρονομιάς
Maths Jesperson, Ανάμεσα στη λοβοτομή και στα αντικαταθλιπτικά
3. ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΔΙΑΚΟΠΗ
Bert Golden, Με υπομονή
Wilma Boevink, To τέρας από το παρελθόν
4. ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΕΙΣ
Ulrich Lindner, Τρέχω για τη ζωή μου. Πώς πέτυχα τη θεραπεία της κατάθλιψής μου
Oryx Cohen, Τεστ αντοχής στην ψυχιατρική
Michael Chmela, Γλίτωσα
5. ΔΙΑΚΟΠΗ ΜΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ
Manuela Kalin, Επίσκεψη στο σπίτι από τον oμοιοπαθητικό
David Webb, «Σας παρακαλώ, μην κάνετε κακό στον εαυτό σας…»
Fiona Milne, «Ο βράχος μου στην τρικυμία»
6. ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΡΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
Mary Nettle, Ο έλεγχος πάλι στα χέρια μου
Lynne Setter, Επιστροφή στον εαυτό μου
7. ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ
>>Marc Rufer, Προκαλώντας τον φόβο – παίρνοντας φόβο: όταν θέλεις να σταματήσεις τα ψυχοφάρμακα, η γνώμη των γιατρών γίνεται επικίνδυνη
>>Josef Zehendbauer, Ποιος φοβάται να κόψει τα φάρμακα;
Ιατρική συμβουλευτική και ψυχοθεραπευτική υποστήριξη κατά τη διακοπή κατασταλτικών και ηρεμιστικών ουσιών
>>Pino Pini, Αλμπέρτο, διανοητικά καθυστερημένος και χωρίς ψυχοφάρμακα. Η παροχή ενός ντεπό νευροληπτικού ως προσπάθεια διαμεσολάβησης σε μια δύσκολη κατάσταση σχέσεων
>>Martin Urban, «Είμαι πράγματι ακόμα ανάπηρη;» Ψυχοθεραπευτική υποστήριξη στην απεξάρτηση από ψυχοφάρμακα – μια ανθρώπινη ιστορία
>>Ρόλαντ Ρίχτερ, Σταματώντας τα ψυχοφάρμακα με τη βοήθεια της ορθομοριακής ιατρικής
>>Klaus John, Αποτοξίνωση από ψυχοφάρμακα από τη σκοπιά εναλλακτικών θεραπειών
>>Δημ. Κ. Πλατανίτης, Ομοιοπαθητική και απεξάρτηση από χημικά ψυχοφάρμακα
>>Kerstin Kempker, Σταματώντας τα ψυχοφάρμακα στο Σπίτι Φυγής
8. ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ
Bob Johnson, Διακοπή ψυχοτρόπων ουσιών σε παιδιά
Mητέρα, «Και τότε πήρα την απόφαση να του τα κόψω…»
9. Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Regina Bellion, Τα δύσκολα αρχίζουν μετά
Leo P. Koehne, «Και τώρα σας δίνω Imap, αυτό ενισχύει και τις κοινωνικές σχέσεις»
ΕΠΙΛΟΓΟΙ
Karl Bach Jensen, Αποτοξίνωση – με κεφαλαία και με μικρά. Σχόλιο για μια κουλτούρα σεβασμού
Peter Lehmann, Επίλογος του επιμελητή
ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
|

|
|
ΝΕΟΣ ΤΙΤΛΟΣ, 2008
ΠΟΛ ΒΙΡΙΛΙΟ,
Το Πανεπιστήμιο της καταστροφής
[ISBN:
978-960-8263-77-2]
«Ο κόσμος του μέλλοντος θα είναι ένας ολοένα πιο σκληρός αγώνας ενάντια στα όρια της νοημοσύνης μας», ανάγγελλε ο Νόρμπερτ Βήνερ… Στον περιορισμό αυτό προστίθενται σήμερα όχι μόνο το φαινόμενο του θερμοκηπίου της θέρμανσης του κλίματος, αλλά και το φαινόμενο μιας φυλάκισης στα ολοένα πιο στενά όρια μιας σφαίρας επιτάχυνσης, μιας δρομόσφαιρας στην οποία η εξάντληση των χρονικών αποστάσεων της ΓΕΩΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑΣ της Υδρογείου αποπερατώνει την εξάντληση των ουσιών της ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑΣ. Αναπάντεχο θύμα αυτού του γεωφυσικού αποκλεισμού: η επιστήμη – η βιολογία αλλά και η φυσική, αυτή η “Big Science”, που είναι αντιμέτωπη με τη συστολή του χωροχρόνου του γνωστού κόσμου και μιας γνώσης που αποκτήσαμε κάποτε εδώ κάτω.
Εξ ου και η απειλή, που δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή, ενός ατυχήματος των γνώσεων που θα ερχόταν να συμπληρώσει το ατύχημα των ουσιών που έχουν ρυπανθεί και να τερματίσει την κρίση του Λόγου που κατάγγειλε ο Χούσερλ, με την αλλόκοτη αναζήτηση ενός υποκατάστατου ΕΞΩΠΛΑΝΗΤΗ, μιας νέας «Γης της Επαγγελίας», για να την αποικίσουμε το συντομότερο δυνατόν. Καθώς το κλίμα το αναγκαίο για τη ζωή του πνεύματος, όπως και για τη ζωή των σωμάτων πάνω στη γηραιά Γη μας, μοιάζει στο εξής να υφίσταται τις μοιραίες επιπτώσεις μιας μακράς νοσοκομειακής νόσου.
«Ένα βιβλίο θάρρους, δημιουργικής σκέψης και τόλμης για την πρόκληση της Big Science και του Πανεπιστημίου της καταστροφής που παράγουν την ΑΠΕΙΛΗ, που δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή, για ένα ατύχημα των γνώσεων, με την έννοια ότι ποτέ δεν ήμασταν τόσο κοντά όσο σήμερα σε μια πραγματική και τεχνολογική δυνατότητα πανταχού παρουσίας […] για το πλήγμα. Με απεικονίσεις ιλίγγου της νόησης μπροστά σ’ αυτή την επεκτατική δύναμη του κακού που είναι κλεισμένο στο φωτεινό ορθογώνιο μιας οθόνης από την οποία περνούν και ξαναπερνούν ομιλούσες σκιές. […]
Με τη γλώσσα (σύμφωνα με τους δραματουργούς μας) να μη λέει πια τίποτε, αφού η μεταμοντέρνα εποχή προτιμά το σωματικό από το λεκτικό, αλλά ώσπου ν’ αλλάξει το Πανεπιστήμιο της καταστροφής μπορεί η οικουμενικότητα της μεγάλης επιστήμης να μετανιώσει για τις φονικές της υπερβολές και για τις ζημιές της προόδου. […]
Γιατί μόνο με μια ριζοσπαστική αναζήτηση πρέπει να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα και δύσκολα προβλήματα της νέας Παιδείας του σύγχρονου παγκόσμιου ανθρώπου μέσα σ’ έναν παγκοσμιοποιημένο εκτεταμένο πολιτισμό που καταστρέφει τον … πολιτισμό. Προβλήματα που δεν μπορούν να έχουν σχέση με την παλαιότερη παιδεία, από την εποχή του Διαφωτισμού έως σήμερα, αλλά δεν μπορούν να έχουν σχέση ούτε με την αρχαία μεθοδολογία της παιδευτικής διδασκαλίας και της απόκτησης γνώσης. Γιατί όλες αυτές οι παραδοσιακές διδασκαλίες, εκπαιδευτικές μέθοδοι, διαδικασίες και «ιδεολογίες» εκπαιδευτικών εκφράσεων είναι αναποτελεσματικές απέναντι στις τεράστιες απαιτήσεις της παραγωγής, μετάδοσης και χρησιμοποίησης-αξιοποίησης της γνώσης στον σημερινό και αυριανό μας κόσμο. […]
Ο κόσμος του μέλλοντος θα είναι ένας ολοένα πιο σκληρός αγώνας ενάντια στα όρια της νοημοσύνης μας (Νόρμπερτ Βήνερ). […]
Η οικουμενικότητα της συγκαιρινής μας καταστροφής υπονοεί αναγκαστικά την προσεχή επανίδρυση του Πανεπιστημίου. Ενός είδους γενικού νοσοκομείου μιας επιστήμης και των τεχνικών της που θα αποσκοπούσε, ει δυνατόν, να αρθεί στο ύψος αυτού του ατυχήματος των γνώσεων που απορρέει λιγότερο από τις αποτυχίες και τα λάθη και περισσότερο από τη θεαματική επιτυχία των τεχνοεπιστημών [τεχνολογιών/ τεχνικών + επιστημών] της ύλης και της ζωής, των οποίων το αποκορύφωμα είναι οι τεχνοβιολογίες με τη θεραπεία και συνεισφορά των νανοτεχνολογιών του εμβίου. Ένα νοσοκομείο λοιπόν, ή μάλλον ένα άσυλο της επιστήμης, ένα οικοτροφείο των αναπήρων της γνώσης και των γνώσεων που, όπως φαίνεται, στερούνται οριστικά κάθε κριτικής συνείδησης, όχι εξ αιτίας της αδυναμίας τους να προοδεύσουν γοργά όσο εξ αιτίας μιας πρωτοφανούς επιτυχίας, την οποία άλλωστε κανείς δεν ελέγχει, παρά τη διακηρυγμένη δημοκρατική βούληση. Γιατί, πράγματι, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, η θέληση για δύναμη των τεχνοεπιστημών έχει σοβαρά τραυματίσει, αν όχι ακρωτηριάσει, το σύνολο των κεκτημένων γνώσεων, καθιστώντας έτσι ύποπτους τους διάφορους κλάδους γνώσης που, στο εξής, θεωρούνται αναάρμοστοι για τη ζωή και το περιβάλλον της. Επηρμένη μέχρι παραληρήματος, η Big Science έχει γίνει ανίσχυρη να διορθώσει την υπερβολική μας επιτυχία από την ύβριν μιας φυγής προς τα εμπρός χωρίς καμία μέριμνα να τακτοποιήσει τα νώτα της, το απίστευτο ηθικό και φιλοσοφικό της έλλειμμα.
Καθώς μπλέχτηκαν οι τεχνοεπιστήμες εκούσια στον «ολικό πόλεμο» του 20ού αι., με μια προοδευτική στρατιωτικοποίηση ενάντια στους ολοκληρωτισμούς, οι επιστήμες έχουν εκτραπεί η μία μετά την άλλη, για να μοιάσουν εν τέλει με τα «ακραία σπορ». Με τον πειρασμό ενός θεωρητικού ντοπαρίσματος να έχει επιβληθεί εν τέλει πάνω στη σοφία μιας τελείως σχετικής γνώσης και στο όνομα μιας λεγόμενης αποτρεπτικής ειρήνης μεταξύ των εθνών, μιας τρομοκρατικής ισορροπίας, της οποίας μάταιη επικύρωση είναι η τωρινή διασπορά των πυρηνικών όπλων. […]
Βιβλίο πρόκληση, μεγάλης σκέψης, ολοκληρωμένης πνευματικής αναζήτησης και ευθύνης, επιστημονικής σκέψης».
(Δ. Κακαβελάκης, Χανιώτικα Νέα, 14.4.2008)
Βλ. στις άλλες σελίδες τα άλλα έργα του ΠΩΛ ΒΙΡΙΛΙΟ στις «Νησίδες».
|

|
|
Ε.Π.
Τόμσον,
Χρόνος, εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός
[ISBN:
978-960-8480-12-4] Ανατύπωση
Ο Ε.Π Τόμσον
(1924-1993) είναι άγγλος ιστορικός, που έγινε διάσημο σ' όλοκληρο
τον κόσμο κυρίως με το έργο του The making of the English Working
Class. Μελέτησε τους αιώνες κατά τους οποίους έγινε η μετάβαση
από την προβιομηχανική στην βιομηχανική κοινωνία και οι μελέτες
του αυτές θεωρούνται απαράμιλλες.
Δραστηριοποιήθηκε
πολιτικά από την δεκαετία του 1950 στους κόλπους του ανεξάρτητου
ειρηνιστικού και αντιπυρηνικού κινήματος της Μεγάλης Βρετανίας.
Στο παρόν
κείμενο πραγματεύεται γλαφυρά το πώς άλλαξε ο τρόπος, με τον οποίο
οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον χρόνο. Ξεκινά από την εποχή που
το ρολόι ήταν το πολύ ένα αξιοπερίεργο και σπάνιο αντικείμενο
και φτάνει στην εποχή που γίνεται κυριαρχικός ρυθμιστής της καθημερινής
μας ζωής.
Τη Δευτέρα
ή την Τρίτη, σύμφωνα με την παράδοση, ο χειρωνακτικά εργαζόμενος
προσαρμόζεται στον αργό ρυθμό της μελωδίας "Ε -ε - ε - χουμε
καιρό, έ - ε - ε - χουμε καιρό". Την Πέμπτη και την Παρασκευή,
στο "'Αλ-λη μια μέρα, άλ-λη μια μέρα". Ο πειρασμός για
χουζούρι για άλλη μια ώρα στο κρεβάτι, φόρτωνε τη δουλειά στο
βράδυ, και τότε χρειαζόταν να γίνει με το φώς των κεριών.
|
|
|
ΝΕΟΣ ΤΙΤΛΟΣ, 2008
Ράσελ Τζάκομπυ,
Οι τελευταίοι διανοούμενοι.
Η αμερικάνικη πνευματική ζωή σε μια εποχή ακαδημαϊκότητας.
[ISBN:
978-960-8263-70-3]
Ο Ράσελ Τζάκομπι (γενν. 1945) είναι καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο UCLA στην Καλιφόρνια. Από τα βιβλία του ξεχωρίζουν:
- Κοινωνική αμνησία: Μια κριτική της κομφορμιστικής ψυχολογίας
- Δογματική σοφία
- Το τέλος της ουτοπίας
- Ατελής εικόνα: Η ουτοπική σκέψη σε μία αντιουτοπική εποχή
"Η λαμπρή ανάλυση της φθίνουσας πνευματικής μας ζωής από τον Ράσελ Τζάκομπυ είναι ελπιδοφόρα: μακάρι να δώσει καρπούς".
Γκορ Βιντάλ
"Απολύτως ανεξάρτητο από τις κρατούσες ακαδημαϊκές βραχύβιες δημοφιλείς μόδες, δεν ανέχεται τη νεφελώδη πολυλογία, είναι εριστικό και δεν κάνει επίδειξη γνώσεων… Και το κυριότερο: το βιβλίο είναι γραμμένο στην καθομιλουμένη γλώσσα και όχι στο ακαδημαϊκό γλωσσικό ιδίωμα. Για όλους αυτούς τους λόγους, θα το καταγγείλουν αγρίως εκείνοι που εξισώνουν εμβρίθεια με αριθμό υποσημειώσεων ανά σελίδα".
Κρίστοφερ Λας
"Εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο, που δείχνει την ενόχληση και τη δίκαια αγανάκτηση του συγγραφέα του".
Τζον Κ. Γκάλμπραιηθ
"Ο Τζάκομπυ υποστηρίζει την υπόθεσή του πιο επίμονα και διαφωτιστικά από όσο έκανε ποτέ οποιοσδήποτε άλλος… Οι εκλάμψεις του θυμίζουν Μένκεν και Έντμουντ Ουίλσον σε ορισμένες πολύ έξυπνες πολεμικές τους".
Sean Wilenta
"Γραμμένο με το ζωηρό, διεισδυτικό ύφος που χαρακτηρίζει τα καλύτερα έργα των διανοουμένων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, το βιβλίο αυτό ερευνά εμπνευσμένα και, παραδόξως, αναζωογονητικά ένα αποθαρρυντικό φαινόμενο. Μας θυμίζει το κριτικό πνεύμα, που μας λείπει όχι μόνο τώρα αλλά μας έλειψε πολύ και στο παρελθόν".
The Christian Science Monitor
Το προκλητικό αυτό βιβλίο παρουσιάζει το χρονικό της εξαφάνισης του "δημόσιου διανοούμενου" στις Η.Π.Α. Επί πάνω από σαράντα χρόνια, στο πολιτισμικό τοπίο κυριαρχούσαν διανοούμενοι που έγραφαν σε γλώσσα κατανοητή στον μορφωμένο αναγνώστη και απευθύνονταν σ' αυτόν. Οι νεαρότεροι διανοούμενοι που τους διαδέχθηκαν γράφουν δυσνόητα, γιατί απευθύνονται σε άλλο κοινό: στους ακαδημαϊκούς. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους διανοούμενους, που έζησαν στο μποέμικο περιβάλλον της μεγαλούπολης και έγραψαν για το μορφωμένο κοινό, οι σημερινοί στοχαστές τρύπωσαν στα πανεπιστήμια, στα οποία η κατάληψη ενός πόστου φαίνεται πολύ ανώτερη από την πνευματική αναζήτηση. Σε μία διεισδυτική και παθιασμένη πολεμική, ο συγγραφέας εξετάζει πώς η αριστοκρατοποίηση, η προαστιοποίηση και ο ακαδημαϊκός καριερισμός έχουν υποσκάψει τη ζωτικότητα της πνευματικής ζωής στις Η.Π.Α.
Φαίνεται καθαρά πως η απορία «Πού είναι οι διανοούμενοί μας;» δεν είναι αποκλειστικά δική μας. Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Ράσελ Τζάκομπυ επισημαίνεται η απουσία παρέμβασης των διανοουμένων στη διαμόρφωση της δημόσιας κουλτούρας. Εγκλωβισμένοι στην αποκλειστικότητα του ακαδημαϊκού τους προφίλ, οι διανοούμενοι δεν διαμορφώνουν τίποτε έξω από το στενό πλαίσιο του Πανεπιστημίου. Παράλληλα, υπενθυμίζεται το χάσμα που τους χωρίζει από τον δυναμισμό της προηγούμενης γενιάς. Ο συγγραφέας διαπιστώνει και τη διαρκώς αυξανόμενη δυσφορία και αποθάρρυνση που διαπερνά τους ίδιους ανθρώπους μέσα στην κλειστή ακαδημαϊκή επικοινωνία. Αναρωτιέται μήπως «αυτή η υπόγεια δυσφορία μπορεί να βγει στην επιφάνεια και να ξανασυνδεθεί με τη δημόσια ζωή». Καλό και χρήσιμο ερώτημα, που αξίζει να μας απασχολήσει και εδώ, στα καθ’ ημάς. Μήπως, τάχα, απέχει πολύ και από τη δική μας νεοελληνική πραγματικότητα;
(περ. ΑΝΤΙ, τεύχ. 915, 15.2.2008)
«Επισκοπώντας την αμερικάνικη πνευματική ζωή, διαπιστώνουμε ότι τα μεγάλα ονόματα των διανοουμένων που ξεχωρίζουν είναι εκείνα που διακρίθηκαν ήδη τη δεκαετία του 1950: Λιούις Μάμφορντ, Ράιτ Μιλς, Ντάνιελ Μπελ, Νταίηβιντ Ρήσμαν, Τζον Κένεθ Γκάλμπραιηθ κ.ά. Όλοι αυτοί υπήρξαν οι τελευταίοι «δημόσιοι διανοούμενοι», δηλαδή στοχαστές και συγγραφείς που το έργο τους απευθυνόταν στο ευρύτερο κοινό, στον μορφωμένο αναγνώστη. Τα βιβλία τους, τα άρθρα τους, οι κριτικές παρεμβάσεις τους αντιπροσώπευαν πολύτιμες συνεισφορές στον δημόσιο διάλογο. Ως ανεξάρτητοι συγγραφείς, έγραφαν με κατανοητή γλώσσα για ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος, για να τους διαβάσει ο κόσμος και να επηρεάσουν έτσι τη δημόσια ζωή. Η επόμενη γενιά αμερικάνων διανοουμένων, που εμφανίστηκε στο διανοητικό προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, δεν κατόρθωσε να διατηρήσει μια αξιοσημείωτη δημόσια παρουσία. Αυτό το φαινόμενο, την έκλειψη των δημόσιων διανοουμένων, προσπαθεί να εξηγήσει ο Τζάκομπυ. Οι υποθέσεις που διατυπώνει και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει βασίζονται μεν στην αμερικάνικη εμπειρία, αλλά παρουσιάζουν ευρύτερο ενδιαφέρον, καθώς εμφανίζουν ορατές αναλογίες με την ευρωπαϊκή περίπτωση. Σύμφωνα με τον Τζάκομπυ, η συρρίκνωση της παρουσίας του κριτικού στοχασμού στον δημόσιο βίο οφείλεται κυρίως στη μετατροπή των ανεξάρτητων στοχαστών σε πανεπιστημιακούς καθηγητές και σε ακαδημαϊκούς διανοούμενους. Η πανεπιστημιακή διανόηση υποχρεώνεται να υιοθετήσει και να υπηρετήσει τη λογική των ακαδημαϊκών θεσμών, που προάγουν την εξειδίκευση, τον κατακερματισμό και την επαγγελματοποίηση της γνώσης. Οι πανεπιστημιακοί απομακρύνονται από το ευρύτερο δημόσιο σύμπαν, χρησιμοποιούν ένα πιο τεχνικό και ερμητικό γλωσσικό ιδίωμα, περιχαρακώνονται σε ειδικά πεδία και κλάδους γνώσεων, και συνομιλούν κυρίως μεταξύ τους σε ακαδημαϊκά συνέδρια. Οι επιταγές της επαγγελματικής απασχόλησης και της προαγωγής στον πανεπιστημιακό χώρο δεν ευνοούν την ανεξαρτησία της σκέψης και την ελεύθερη πνευματική δημιουργικότητα. Ακόμη και η αριστερή και ριζοσπαστική διανόηση κινδυνεύει να χάσει την κριτική της διάθεση, ή και τον λόγο ύπαρξής της, όταν ενσωματώνεται στους ακαδημαϊκούς θεσμούς και υιοθετεί πλήρως την «επιστημονική» λογική τους, παραμερίζοντας την ηθική αντίσταση και διαμαρτυρία. Το βιβλίο του Τζάκομπυ είναι ένα μαχητικό κάλεσμα στους διανοούμενους να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να διεκδικήσουν πάλι έναν ουσιαστικό ρόλο στη δημόσια ζωή».
(Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 494, 14 Μαρτίου 2008)
«Οι δημόσιοι διανοούμενοι, που έγραφαν για πολιτικά, πολιτιστικά κτλ. ζητήματα σε γλώσσα απλή και κατανοητή στο πλατύ κοινό, τείνουν τώρα να εκλείψουν, και βλέπουμε στη θέση τους τους ακαδημαϊκούς με δυσνόητη γλώσσα, που απευθύνονται πια στον εαυτό τους και στον στενό κύκλο που τους περιβάλλει. Πρόκειται για μια κλειστή κάστα που, μέσω των βιβλιογραφικών αναφορών του ενός στους υπόλοιπους του κύκλου, αποκτούν «αξία» ως υποτιθέμενες αυθεντίες του κλάδου.
Ο Τζάκομπυ εξετάζει πώς επηρεάστηκε ο ρόλος του διανοούμενου από την ακρίβεια (π.χ. άνοδος των ενοικίων σε περιοχές που άκμαζε ο μποεμισμός), από την ανάπτυξη των προαστίων (με το βάρος που της έδωσε η κυβέρνηση) που απονέκρωσε τα κέντρα των πόλεων απ’ τα πιο ζωντανά τους στοιχεία. […] Πώς η άρχουσα τάξη στις Η.Π.Α. ενσωμάτωσε τους μέχρι τότε ανεξάρτητους διανούμενους, προσφέροντάς τους θέσεις στα πανεπιστήμια. […] Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, το πανεπιστήμιο δεν άλλαξε και τόσο, αυτοί που άλλαξαν ήταν εκείνοι που υποτίθεται πως θα το άλλαζαν.
Το βιβλίο, κατά την άποψή μας, έχει ένα βασικό έλλειμμα. [...] Αντιμετωπίζει τους διανοούμενους, και μάλιστα τους αριστερούς, και την έκλειψή τους, ανεξάρτητα από την πορεία του [επαναστατικού-εργατικού] κινήματος στις Η.Π.Α. Δεν είναι τυχαίο πως η φθίνουσα πορεία και η μετατροπή των διανοουμένων σε ακαδημαϊκούς ήταν αντίστοιχη της φθίνουσας πορείας του λαϊκού και εργατικού κινήματος».
(Χρήστος Μάης, Προλεταριακή Σημαία, 19.4.2008)
Διανοούμενοι και ακαδημαϊκότητα είναι οι δυο κεντρικές έννοιες που επεξεγράζεται ο Τζάκομπυ με φόντο την Αμερική του 20ού αι. … Ο δημόσιος διανοούμενος, που παρεμβαίνει ενεργά στις δημόσιες υποθέσεις και συμμετέχει ουσιαστικά στα γενικότερα προβλήματα της κοινωνίας του [με παραδείγματα τον Έντμουντ Ουίλσον, τον Ράιτ-Μιλς και τον Λιούις Μάμφορντ], τείνει σταδιακά να εκλείψει από την αμερικανική σκηνή ήδη από τη δεκαετία του 1960, καθώς απορροφάται από το ακαδημαϊκό κατεστημένο, υιοθετώντας μιαν "υπηρεσιακή", επίσημη και δύσκαμπτη γλώσσα, μια πιο "κουμπωμένη", συγκλίνουσα συμπεριφορά, που τον οδηγεί στη διατύπωση δυσπρόσιτων σκέψεων και θολών εννοιών, στην εκφορά δηλαδή ενός λόγου τεχνητού, τον οποίο μοιράζεται μόνο με συναδέλφους του στα συνέδρια και στις ειδικές ημερίδες του κλάδου τους. Οι νέοι διανοούμενοι διδάσκουν και γράφουν ο ένας για τον άλλο σε ειδικευμένες επιστημονικές επιθεωρήσεις, χρησιμοποιούν συστηματικά το ακαδημαϊκό γλωσσικό ιδίωμα και υπακούουν στο σύστημα των αναπόδραστων "εσωτερικών" παραπομπών. … Ο Τζάκομπυ απευθύνει μια ευαίσθητη πρό(σ)κληση προς τους διανοουμένους να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να διεκδικήσουν εκ νέου τον ουσιαστικό ρόλο τους στη δημόσια ζωή, διεκδίκηση που σήμερα φαντάζει πιο ζωτική από ποτέ. … Το βιβλίο του Τζάκομπυ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους έλληνες πανεπιστημιακούς και μπορεί να εμπλουτίσει ουσιαστικά τη συζήτηση περί δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Γιώργος Πεφάνης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 519, 12.9.2008
|
|
|
|
|
1
| - |
2
| - |
3
| - |
4
| - |
5
| - |
6
| - |
7
| - |
8
|
|
επιστροφή
στις εκδόσεις μας ...
|
|